Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πεζό · 1887

Τὰ δύο ἀδέλφια · Ζ΄

Δημήτριος Βικέλας · Διηγήματα

Πράγματι δεν εβιάσθην. Ο Κ. Μελέτης ανεγίνωσκε μετά προσοχής τας εφημερίδας των Αθηνών, τας οποίας είχε φέρει προχθές το ατμόπλοιον. Μετά τας συνήθεις φιλοφρονήσεις και αφού τον διεβεβαίωσα ότι η αδιαθεσία μου δεν ήτο αξία λόγου, με επρότεινε να εξέλθωμεν εις περίπατον μικρόν, μέχρις ου ετοιμασθή εντός ολίγου το γεύμα.

— Δεν θα ίδωμεν τας κυρίας προ του γεύματος; ηρώτησα.

— Εάν αγαπάτε, βεβαίως, είπεν ο Κ. Μελέτης εγειρόμενος.

Ηγέρθην κ' εγώ.

— Με συγχωρείτε, επρόσθεσε, να ίδω εάν είναι εις το δωμάτιόν των.

Έμεινα μόνος. Επί τέλους το κατώρθωσα, θα την ίδω την μυστηριώδη Κυρίαν Ελένην! Η επιδεξιότης μου ενίκησε την πονηρίαν του πατρός της! Επερίμενα την επιστροφήν του αγαλλόμενος κατ' εμαυτόν διά την επιτυχίαν μου.

Δεν επερίμενα πολλήν ώραν.

— Ορίσατε, είπεν ο Κ. Μελέτης επιστρέψας εις την αίθουσαν.

— Θα σας παρακαλέσω μόνον, επρόσθεσε σταθείς εν τω μέσω της αιθούσης, να μη αναφέρετε ενώπιον της θυγατρός μου το όνομα του εξαδέλφου σας.

Προτού ανοίξη την θύραν του δωματίου εις το οποίον με ωδήγει, εστάθη και πάλιν.

— Θα ιδήτε ότι η κόρη μου δεν είναι πολύ ομιλητική...

Διεκόπη και εδίστασεν, ως αν ήθελε να είπη πλειότερα, αλλά δεν είπε τίποτε και ήνοιξε την θύραν.

— Ορίσατε!

Εισήλθομεν εντός του δωματίου.

Η Κ. Σοφία διακόψασα το ράψιμόν της ηγέρθη και ελθούσα προς ημάς μου έτεινε φιλοφρόνως την χείρα, ερωτώσα μετά πολλού ενδιαφέροντος περί της υγείας μου. Δεν ηξεύρω τι και πώς απεκρίθην. Οι οφθαλμοί μου ήσαν προσηλωμένοι εις την νέαν, προς την οποίαν επλησίασεν ο Κ. Μελέτης.

Εκάθητο πλησίον του παραθύρου, με βιβλίον ανοικτόν επί των γονάτων. Κύψας την κεφαλήν ο Κ. Μελέτης εψιθύρισέ τι προς αυτήν, έπειτα στρεφόμενος προς εμέ.

— Η κόρη μου, είπε.

Επλησίασα και την εχαιρέτισα. Η νέα ηγέρθη βραδέως, μου έτεινε βραδέως την χείρα, ως αν ήτο κόπος πάσα της κίνησις, και τα χείλη της βραδέως επρόφερον:

— Καλώς ωρίσατε.

Μόλις ηκούετο η φωνή της.

Συνέβαλεν άρά γε εις την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν η καλλονή της, η άφατος μελαγχολία η απεικονιζομένη εις την όλην μορφήν της, εις πάσαν της κίνησιν;

Ήτο απλουστάτη η πένθιμος ενδυμασία της, αλλά δεν απέκρυπτε την χάριν του ωραίου της αναστήματος. Ήτο υψηλή, οι δε ώμοι της, ως αρχαίου αγάλματος, χαριέντως προσκλίνοντες από τον ευλύγιστον λαιμόν της μέχρι των αρμών των βραχιόνων, έδιδον εις το παράστημά της τύπον ευκινησίας όλως αντιθέτου προς την βραδύτητα των αψύχων κινήσεών της.

Έφερεν επί κεφαλής μανδήλιον μαύρον αμελώς δεμένον υπό τον πώγωνα, το δε πένθιμον τούτο περιθώριον περιέκλειε πρόσωπον σιτόχρουν ωοειδές, κανονικώτατον. Το ήσυχον βλέμμα των μεγάλων μαύρων οφθαλμών της υπό τας μακράς και πυκνάς βλεφαρίδας των, τα ωχρά άνευ μειδιάματος χείλη της, εξέφραζον λύπην βαθείαν, αλλά λύπην σιωπηλήν, μη επιζητούσαν παρηγορίαν, ούτε επιδεκτικήν παρηγορίας, λύπην με την οποίαν ζη τις και με την οποίαν θ' αποθάνη.

Μ' εγοήτευσεν η θέα της, καθώς γοητεύει η θέα εικόνος ευσεβούς ή σεμνού αγάλματος. Η όψις της ενέπνεε την συμπάθειαν και επέβαλε το σέβας. Το παν περί αυτήν ήτο ως αν έλεγε: Δεν είμαι του κόσμου τούτου!

Η Κυρία Σοφία επανέλαβε την ομιλίαν, επιδεξίως και μετά πολλής ευχερείας μεταβαίνουσα από έν αντικείμενον εις άλλο, την υπεβοήθει δε και ο Κ. Μελέτης, ει και μετρών τας λέξεις κατά την συνήθειάν του. Προσεπάθουν κ' εγώ επίσης, το κατά δύναμιν, να μη αφήσω την συνδιάλεξιν να διακοπή, αλλά βεβαίως ούτε σήμερον δύναμαι, ούτε τότε αμέσως θα ηδυνάμην να είπω περί τίνος ήτο ο λόγος.

Η Κυρία Ελένη δεν είπε λέξιν, μέχρις ου εγερθείς, διά να προετοιμάσω δήθεν τα πράγματά μας, απεχαιρέτισα τας κυρίας και εξήλθα του δωματίου.

Παρηκολούθει άρά γε τας ομιλίας μας; Επρόσεχε; Δεν γνωρίζω.

Γνωρίζω μόνον ότι εκλείσθην εις το δωμάτιόν μου πλήρης μελαγχολίας, με την εικόνα της ωραίας εκείνης τεθλιμμένης νέας ανεξαλείπτως εντυπωμένην εις τον νουν μου. Ησχυνόμην διά την περιέργειάν μου. Τι δικαίωμα είχα εγώ ν' αναμιχθώ εις την άγνωστον λύπην της σεβασμίας ταύτης οικογενείας; Διατί ν' αποκαλύψω το μυστικόν της; Η συναίσθησις του ατόπου της πολυπραγμοσύνης μου μετετρέπετο εις οργήν κατά του καθηγητού, όστις μας έστειλε να διαταράξωμεν την ησυχίαν της πένθιμου οικίας του Κ. Μελέτη Μετά πόσης φροντίδας μετά πόσης στοργής και αυτός και η αδελφή του περιέβαλλον την ύπαρξιν της δυστυχούς νέας, κ' εγώ, αντί να σεβασθώ το πένθος το οποίον τους επεσκίαζε, μετεβλήθην εις ωτακουστήν και εμηχανώμην σχέδια προς αποκάλυψιν πραγμάτων, τα οποία επί τέλους ήσαν ξένα δι' εμέ!

Εβάδιζα άνω και κάτω εντός του δωματίου, μεμφόμενος την διαγωγήν μου και καταδικάζων την αδιακρισίαν μου.

Ήνοιξα το παράθυρον διά να διασκεδάσω τας σκέψεις μου διά της θέας της φαιδράς κοιλάδος και της κυανής θαλάσσης. Το άγριον απέναντί μου ακρωτήριον ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου την μετά του Κ. Σπυράκη και του Νίκου συμφωνηθείσαν εκεί συνάντησιν. Ιδού το καλλίτερον μέσον προς διασκέδασιν της μελαγχολίας, η οποία μ' εκυρίευεν. Ο περίπατος θα με απασχολήση ευαρέστως, επεσπεύδετο δε ούτω και η αναχώρησίς μου από την οικίαν, όπου συνησθανόμην ότι, και άνευ του Νίκου, απέβαινεν οχληρά η παρουσία μου.

Ητοιμάσθην λοιπόν και εξήλθα του δωματίου προς ανεύρεσιν του Κ. Μελέτη, ο οποίος ανέλαβεν ευγενώς την φροντίδα να στείλη τα κιβώτιά μας εις την Σκάλαν. Μεθ' όλας δε τας παρακλήσεις μου να μη ενοχληθή, μου ανήγγειλεν ότι θα καταβή και ο ίδιος διά να μας φιλεύση και αποχαιρετίση.

Ηθέλησε να με αποτρέψη από τον περίπατον μέχρι του ακρωτηρίου, προτείνων να καταβώμεν ομού μετ' ολίγον απ' ευθείας εις την Σκάλαν, αλλ' ιδών ότι δεν μετεπειθόμην με εσύστησε, τουλάχιστον, να μη υπάγω πεζός διά να μη κουρασθώ. Ουδ' εις τούτο επείσθην, αλλ' ουχ ήττον ο φιλόξενος γέρων διέταξε τον Παντελήν να με συνοδεύση, σύρων διά παν ενδεχόμενον και έν ζώον προς ανάβασιν.