Διέκοψε την γραίαν η θύρα του ιατρού, η οποία ηνοίχθη τρίζουσα. Όλαι αι κεφαλαί εστράφησαν προς την θύραν, εκ της οποίας εξήλθεν ο πελάτης και μετ' αυτόν ο ιατρός. Ο πελάτης διασχίσας την τραπεζαρίαν ανεχώρησεν, ο δε ιατρός, σταθείς εις το κατώφλιον της θύρας του, είδεν ένα προς ένα τους περιμένοντας και ένευσε προς τον φοιτητήν, όστις εισήλθεν εν βία εις το δωμάτιον.
Η θύρα εκλείσθη και πάλιν.
Η Κυρά Λοξή είχεν εγερθή, άμα είδε την θύραν ανοιχθείσαν. Θέσασα την χείρα εις τα βάθη του κόλπου της απέσυρεν από τας πτυχάς του μεταξωτού υποκαμίσου επιστολήν και την έτεινε προς τον ιατρόν. Αλλ' ιδούσα ότι ο ιατρός δεν επρόσεξεν, εναπέθεσε πάλιν την επιστολήν εις τον κόλπον της και εκάθισεν. Εν τούτοις η επελθούσα διακοπή καθησύχασε την αγανάκτησίν της.
Ο έπαρχος ήνοιξε το ωρολόγιόν του και είδε την ώραν.
— Ελπίζω, είπεν, ότι δεν θα χρονίση και αυτός ωσάν τον άλλον.
— Τον έλεγα με τον νουν μου γεροντότερον, υπέλαβεν η Κυρά Λοξή.
— Ποίον; ηρώτησεν ο έπαρχος.
— Τον ιατρόν.
— Δεν είναι δα και τόσον νέος.
— Ποτέ να μη 'πεθάνη! επανέλαβεν η γραία.
— Άξιος ιατρός, επρόσθεσεν ο έπαρχος. Κάμνει θαύματα!
— Θαύματα αλήθεια! Τόσοι και τόσοι εις το νησί μας του χρεωστούν το φως των! Εδώ εις το ξενοδοχείον μ' εφορτώθηκαν να 'πάγω εις ένα άλλον, αλλά πού ν' ακούσω εγώ!
— Ποίον άλλον;
Η κυρά Λοξή είπε το όνομα του άλλου οφθαλμιατρού.
— Θα συγκριθή εκείνος με τούτον; είπε περιφρονητικώς ο έπαρχος.
— Πού 'ξεύρω εγώ! Μου εδιάβασαν εις την εφημερίδα τυπωμένα τα ευχαριστήρια του ενός και του άλλου οπού τους ιάτρευσε, με ένα σωρόν επαίνους.
— Τας εφημερίδας θα πιστεύσης, κυρά μου! Όλα αυτά είναι πληρωμένα.
Λέγων ταύτα ο έπαρχος είχε προς στιγμήν λησμονήσει την Εφημερίδα της Θήρας. Αλλά διά μιας συνησθάνθη ότι δεν είχε το δικαίωμα να εκφέρη τοιαύτην άδικον κατηγορίαν κατά του τύπου, και ρίψας το βλέμμα εις το ανοικτόν εισέτι επί των γονάτων του φύλλον, το εδίπλωσεν ευλαβώς και το ετοποθέτησεν εις τον κόλπον του.
Εν μέσω της βραχείας σιωπής, η οποία συνώδευσε τας περί τύπου ενδομύχους σκέψεις του επάρχου, αντήχησεν αίφνης εντός της τραπεζαρίας η πένθιμος φωνή του τυφλού·
— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!
Η μικρά ετρόμαξε πάλιν, προς άκραν στενοχωρίαν της μητρός της, η οποία επροσπάθησεν εκ νέου να την καθησυχάση, λαβούσα αυτήν επί των γονάτων και ψιθυρίζουσα θωπευτικά λόγια.
Η Κυρά Λοξή δεν είπε τίποτε, αλλά διά νευρικής κινήσεως ανέσυρεν επί των ώμων το σάλι της.
Ο έπαρχος ανύψωσεν επί της μύτης του τα ομματοϋάλια.
— Άνδρας σου είναι; ηρώτησεν.
— Όγεσκε, απεκρίθη η γραία ξηρά ξηρά. Δεν είναι άνδρας μου.
— Περίεργον πράγμα, εξηκολούθησε λέγουσα. Όλος ο κόσμος εδώ μ' ερωτά· «Άνδρας σου είναι; Άνδρας σου είναι;» Έως και η υπηρέτρια κάτω, κοντά εις τάλλα, μου το ηρώτησε και τούτο· «Άνδρας σου είναι;» Εδώ, φαίνεται, άλλο παρά ανδρόγυνα δεν βλέπει κανείς μαζή.
— Με συγχωρείς την αδιακρισίαν μου, κυρά μου. Δεν ήθελα να σε πειράξω με την ερώτησίν μου.
— Δεν μ' επείραξες, κύριε, και δεν το έχω παράπονον ότι μου έκαμες την ερώτησιν. Το έχει ο κόσμος να θέλη να ερωτά, ας είναι και πράγματα οπού δεν τον μέλει.
Μολονότι η κυρά Λοξή εξέθεσε την ιδέαν της αφελώς και χωρίς κακίαν, ο έπαρχος εθεώρησεν ως προσβολήν, τρόπον τινά, το μάθημα το οποίον του εδόθη. Δυσηρεστήθη δε τόσω μάλλον, καθόσον στραφείς προς την κομψήν κυρίαν την είδε μειδιώσαν επιδοκιμαστικώς. Προητοίμαζεν απόκρισιν τοιαύτην ώστε να ζεματίση την γραίαν και να την βάλη εις την θέσιν της, ότε η θύρα του ιατρού ηνοίχθη εκ νέου.