Τὰς 24 τὸν Μάρτι 1821, ἐφθάσαμε εἰς ἕνα χωριὸ τῆς Μεσσηνίας, Σκάλα λεγόμενον, ποῦ εἶναι καμμιὰ πενηνταριὰ οἰκογένειαις. Ὅσοὶ ἄνδρες ἦτον, τοὺς ἔστειλα πεζοδρόμους, καὶ τοὺς ἔλεγα: σύρτε ς' τὰ Κάστρα, πολιορκήσετε, καὶ σᾶς προφθάνω με 3,000.- στρατήγημα. - Τὴν αὐγὴν ἐξεμέρωσε εἰς ταῖς 25 τοῦ Εὐαγγελισμοῦ· ἔμαθαν εἰς τὸ Λεοντάρι ὅτι ἐβγῆκα μὲ τόσαις χιλιάδες Μανιάταις, πέρνουν τὰ ζῶα τῶν ῥαγιάδων καὶ ἀναχώρησαν διά τὴν Τριπολιτζᾶ. Κινῶντας ἀπὸ τὴν Σκάλα, ἔβριξα καμμιὰ χιλιάδα τουφέκ2, 3 μπαταριαῖς διὰ νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὁ κόσμος νὰ σηκωθῆ κατὰ τὴν παραγγελίαν. ᾿Ακούοντες οἱ Γαραντζαῖοι τὰ τουφέκια, ἐσκότωσαν τοὺς Κεχαϊάδες - αὐτοὶ ἤθελαν νὰ φύγουν-καὶ ἔγεινε ἀρχὴ τοῦ σκοτομοῦ.
Ἐκίνητα νὰ ἔβγω εἰς τὸ Δερβένι τοῦ Λεονταριοῦ διὰ τὴν παλαιὰ ᾿Αρκαδία· ἀπαντάω ἕνα μεζίλι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας καὶ μοῦ λέγει, ὅτι οἱ Λεονταρίτες ἔφυγαν καὶ ἐπῆγαν ἴτια τὸ Φραγκόβρυσο καὶ ἔπειτα ἐγύρισαν πίσω, καὶ ἔκοψαν 2, 3, Ἕλληνες. 70 Καβαλαραίοι ἦτον· εἶπα: τρέξετε νὰ τοὺς κλείσετε, καὶ ἔφθασα ὀπίσω εἰς τὸ Δεοντάρι· Τὴν ἴδια ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ συνάζονται οἱ Φαναρῖτες, λέγουν εἰς τοὺς Τούρκους νὰ τραβιχθοῦν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ διατὶ δὲν ἠξεύρουν τί εἶναι· μαζόνονται Φαναρίτες καὶ Μουντριζάνοι κ᾿ ἄλλα μουρτατοχώρια; Εσυνάχθηκαν ἀπέξω ἀπὸ τὴν ᾿Ανδρίτζενα 2 ὥρας σὲ μία βρύσι Σουλτίνα λεγόμενη, εἶχαν 3,000 ζῶα τῶν ῥαγάδων μαζύ τους.
Τὴν ἴδιαν ἡμέρα οἱ ᾿Αρκαδιανοί (τῆς θαλ.) συνάζονται ὀλίγοι, –καὶ ὁ Πρωτοσύγκελος καὶ ἄλλοι, παρακινοῦν τοὺς Τούρκους νὰ τραβιχέοῦν εἰς τὰ Κάστρα, καὶ τοὺς ἔδοσαν ζῶα, τοὺς ζεύγαλαν ἴσα μὲ τὸ Νιόκαστρο καὶ ἐκεῖ τοὺς πολιόρκησαν ἀφοῦ ἐσυνάχθηκαν καὶ ἀπὸ ἄλλαις ἐπαρχίαις· ἐπολιόρκησαν Ναβαρίνο, Μοθώνη καὶ Κορώνη. Επῆγαν καὶ Μανιάτες· Οἱ ᾿Ανατολικοὶ εἰς τὴν Μονοβασιά. Οἱ Καλαβρυτινοὶ και οἱ Πατραῖοι και οἱ Βο- Ητον ἀρχηγοὶ Ζαίμης, Σωτήρης Χαραλάμπης, ᾿Ανδρέας Δόντος καὶ λοιποί.
Ο Σισίννης μὲ τοὺς Γαστουναίους καὶ οἱ Πυργιώτες μὲ τὸν Βιλαέτη ἐβάρεσαν τοὺς Γαστουναίους Τούρκους, καὶ αὐτοὶ κλείονται εἰς τὸ Χλουμοῦτζι (Καστέλ-Τορνέζε)· μανθάνοντας τοῦτο οἱ Λαλαῖοι, ὑπάγουν, τοὺς πέρνουν ἀπὸ τὸ Χλουμοῦτζι μὲ ταῖς φαμελιαις τους, καὶ τοὺς ἐπῆγαν εἰς τοῦ Λάλλα. Τότε τὰ νησιὰ ἔκαμαν προκλαματζλόναις, νὰ μὴν ἔβγη κανεὶς ἀπὸ τὰ νησιὰ εἰς βοήθεια τῶν Ελλήνων· Ζακύνθιοι κρυφίως ἔφευγαν χωριάτες καὶ χωραίτες, καὶ ἔγειναν συμβοηθοὶ τῶν κινδύνων, καὶ τὸ πρᾶγμα τους τὸ ἐδήμευσαν· τόσο καὶ οἱ Μεταξάδες μὲ ἄλλους πολλοὺς Κεφαλονήτας κρυφίως ἐβγῆκαν εἰς τὴν Γαστούνη καὶ τοὺς ᾿δήμευσαν τὸ πρᾶγμά τους.
Ἡ Δυτικὴ Ῥούμελη, -Ἡ καταδρομὴ κατὰ τοῦ ᾿Αλή-Πασα μᾶς βόήθησε πολύ. ἔπρεπε πρῶτα νὰ πάγη αὐτὸς· ἦτον μεγάλο θηρίο. - Ἡ ᾿Ανατολικὴ Ἑλλὰς, ὁ Οδυσσέας, Γούρας, Διάκος, καὶ Πανουριᾶς ἐκίνησαν ἐνταυτῷ τὸ τουφέκι εἰς τὴν ᾿Ανατολικὴ Ἑλλὰς (Απρίλιος). Ἡ Σπέτζι; ἐπρωτοσηκώθηκε, ἔστειλαν εἰς τὴν γδραν, καὶ οἱ Ὑδραῖοι δὲν ἦτον ἀκόμη σηκωμένοι· οἱ Νοικοκυραίοι δὲν ἤθελαν νὰ σηκωθοῦν, ὁ Κουλοδήμας, Καπετὰν Αντώνης καὶ ὁ Γκίκας τοῦ Θ. γαμβρὸς τοῦ Μιαούλη καὶ ὁ Πέτρος Μαρκέζης, ἐσυνώμοσαν μὲ τὸν λαὸν καὶ εἶπαν τῶν ᾿Αρχόντων; ἢ σηκώνεσθε καὶ ἐσεῖς, ἢ θὰ βάλλωμε φωτιὰ νὰ σᾶς κάψωμε, μόνον ὀρδινιᾶσθε τὰ καράβιά σας.
Τοὺς ὑποχρέωσαν, ἔδοσαν γρόσια, καὶ ἐβγῆκαν. Τὰ Ψαρᾶ ἐκίνησαν αὐτοθελήτως καὶ ἡ Σάμος. Ἐγὼ εἰς τὰς 25 ὁποῦ ἐκίνησα ἀπὸ τὴν Σκάλα, βγαίνωντας εἰς τὸ Δερβένι τοῦ Λεονταριοῦ, ἀπάντησα ἕνα πεζοδρόμο σταλμένον ἀπὸ τὸν Βασίλη Μπούτουνα Καριώτη, καὶ μοῦ ἔγραφε, ὅτι: οἱ Τοῦρκοι τῆς Καρυταίνης καὶ ὁ Βοίβοδας τοῦ Ἡμελακίου Μουσταφᾶς ‘Ριζιώτης ἐκλείσθηκαν εἰς τὸ παλιόκαστρο τῆς Καρύταινας· καὶ 2 προεστοὶ τῆς Καρύταινας ὁ Σπήλιος Κουλᾶς καὶ ὁ Μιχαλῆς δὲν ἦτον εἰς τὴν ἑταιρία μβασμένοι καὶ δὲν ἤξευραν τιί ἐγίνετο, καὶ ἐπαρακίνησαν τοὺς Τούρκους νὰ μὴ φύγουν, ἀλλὰ νὰ μείνουν εἰς τὸ Κάστρο δ Κάμπος τῆς Καρύταινας δὲν ἠθέλησε νὰ πιάσῃ τὰ ἄρματα·
ἔτζι μ᾿ ἔγραφε αὐτός. Εγὼ δὲν ἔλλειψα νὰ κάμω μία προσταγὴ, καὶ ἐπάτησα τὴν βοῦλα μου· ὅποιο χωριὸ δὲν ἤθελε νὰ ἀκουλουθήσῃ τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος τζεκοῦρι καὶ φωτιά. Μανθάνωντας ὅτι ἐβγῆκα εἰς τὸ Δερβένι, οἱ 70 καβαλαραῖοι εὐθὺς ἀναχώρησαν διὰ τὴν Τριπολιτζᾶ· ἐγὼ ἐπῖγα εἰς ἕνα χωριὸ Τετέμπεη ἀνάμεσα Λεοντάρι καὶ Καρύταινα. Οἱ Μανιᾶτες μοῦ εἶπαν: νὰ πᾶμε εἰς τὸ Λειντάρι· τοὺς εἶπα, νὰ πάρωμε χαλκώματα;–— Τὴν αὐγὴ ἐξημέρωσε, ς' ταῖς 26, Ἔρῥιξα 1,000 τουφέκια·
ἔκαμα νὰ πάγω εἰς τὴν Καρύταινα νὰ ἀκαρτερέσω τοὺς ΦαΛαρίτας καὶ τοὺς Καρυτινοὺς, καὶ ἀκούοντες ταῖς μπατερίαις ὁ Κόσμος ἐκινήθηκαν ὅλοι. Εἰς τὸν δρόμον ἀπάντησα ἕνα γράμμα τοῦ Βασίλη Μπούτου.α, καὶ μοῦ ἔλεγε: ἰδὲς τὸ γράμμα τῶν Φαναριτῶν ποῦ καθοντοὺς Καρυτινοὺς ται εἰς τὴν Σουλτίνα· τὸ ἔγραφαν εἰς 56 = Τούρκους καὶ ἔγραφε τὸ γράμμα, ὅτι. αὔριο περνᾶμε διὰ Τριπολιτζᾶ· εἴμεθα τόσοι· ἑτοιμασθεῖτε νὰ ἐνωθοῦμε· εὐγῆκε ὁ Κολοκοτρώνης μὲ τόσαις χιλιάδες Μανιάτες.— Ὁ Βασίλης εἶχε σκοτώσει τὸν Τοῦρκον εἰς τὸ γεφύρι τῆς Καρύταινας ποῦ εἶχε τὸ γράμμα.
Βλέπωντας τὸγράμμα ἐκίνησα νὰ πράσω τὸν τόπο ποῦ ἤθελαν νὰ ἀπεράσουν οἱ Φαναρίτες. Βγαίνοντας ἀγνάντια εἰς τὴν Καρύταινα οἱ Τοῦρκοι καὶ βλέποντας τὰ μπαϊράκια, καὶ μὴν ξεχωρίζωντας τὸν Σταυρό, ἔλεγαν ὅτι εἶναι Τοῦρκοι, καὶ πᾶμε μεντάτι. Ἐγὼ ἐτράβηξα ἕναν τόπον στενὸν· ἔλεγα, ὅτι θ᾽ ἀπεράσουν τὴν ἴδια ἡμέρα διὰ νὰ τοὺς κτυπήσω. Ἐμήνυσα χωριάτων ποῦ ἦτον εἰς τὸ στενὸ ἐκεῖνο, νὰ μοῦ εἰποῦν διὰ τοὺς Τούρκους τοὺς Φαναρίτας, καὶ μοῦ εἶπαν: δὲν ἔχουν εἴδησιν· εἰς τὴν βρύσι κοιμοῦνται ἀπόψε καὶ ταχὺ θ᾽ ἀπεράσουν.
Κι᾿ ἔγραψα ἕναν τεσκερὲ ἑνὸς ᾿Ανδριτζάνου Παναγιώτη Γρατρόπουλου νὰ κινήση τὰ ἄρματα, νὰ τοὺς φέρνῃ ἀποπίσω καὶ ἐγὼ τοὺς καρτερῶ ἀπεμπροστά Σὰν εἶδα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι δὲν ἦτον τὴν ἡμέραν ἐκείνη διὰ κίνημα, ἐπῆρα τὴν χώρα τῆς Καρυταίνης, καὶ ἔκλεισα τοὺς Τούρκους εἰς τὸ Κάστρο (ἡμέρα 26). Σ ταῖς 27 ἐσηκώθηκα χαραυγὴ, μὲ τὰ χαράματα καὶ ἄφηκα τοὺς Καρυτινοὺς καμμιὰ δεκαπενταριὰ νομάτους, κι᾿ ἐγὼ ἔπλασα τὸ στενό· τὴν ἴδια νύκτα ποῦ εἴμουν εἰς τὴν Καρύταινα μοῦ ἦλθε εἴδησις ἀπὸ τὸν Παναγιώτη Γιατρόπουλο, ὅτι στείλε μας στράτευμα, διατὶ ἡμεῖς δὲν ἐσυναχθήκαμε ἀκόμα -παλιανθρωπιά.
Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ῾ποῦ ἐκίνησα, ἤγουν 27, μὲ ἔφθασε ἕνας ντεσκερὲς τοῦ μακαρίτου τοῦ Μπεϊζαντέ Ηλία, ὅτι ἔφθασε μὲ 200 Σπαρτιάτας εἰς τὸ Λεον τάρι, καὶ τοῦ ἔγραψα, ὅτι νὰ φθάσῃ γλήγορα, γιατί σήμερο ἔχομε τουρέκι. ᾿Απὸ ἐκεῖ ὁποῦ τοῦ ἔγραφα ἕως εἰς τὸ Λεοντάρι εἶναι 4 ὥραίς τραβικταῖς, καὶ κατὰ τύχη ἔντεσε παλιάνθρωπος ὁ πεζός καὶ δὲν ἐπῆγε, ποῦ νὰ φθάσουν εἰς τὸν πόλεμον· καὶ ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὸ στενὸ, εἰς τὸν ἅγιο ᾿Αθανάσιο. Τὴν αὐγὴ ἐξαγνάντησε τὸ στράτευμα τὸ Φαναρίτικο (οἱ Τοῦρκοι) μία ὥρα ἀλάργα, καὶ ὁ τόπος στενὸς, καὶ φορτώματα, καὶ ἐκρατοῦσε 2 ὥραις ὁ μάκρος τους, ἡ σειρά τους· καὶ βλέποντάς μας εὐθὺς ἐμβήκαν τὸ τουρέκι ὀμπροστὰ διὰ νὰ πολεμίσουν, καὶ ἡμεῖς εἴχαμε ταμπούρια καὶ ἐπολεμήσαμε 6 ὥραις.
Οἱ Σπαρτιᾶται ἔκαμαν τότε ἕναν πόλεμον, ποῦ ἐμιμήθηκαν τὸν Λεωνίδα 300 ἦτον οἱ πρῶτοι, 1,700 οἱ Τοῦρκοι. Ἀπὸ ταῖς 6 ὥραις ἔσωσαν τὰ φουσέκιά τους, ἐλαβώθηκε ὁ Βοϊδής, ὁ Δουράκης, ἐσκοτώθηκαν πέντε, ἔξη. Εἰς τὸ μεσημέρι ἔσωσαν τὰ φου· σέκια· μοῦ λένε τὸ στράτευμα, νὰ τοὺς ἀνοίξωμεν· – ὅμως τὰ Κολιόπουλα ἦτον 6 ὥραις μακρυὰ εἰς τὸ ποτάμι τοῦ Ρουφιᾶ, εἰς χωριό Τζοῦκα· ἐφύλαγαν διὰ τοὺς Λαλαίους· ἀκούοντας τὸ τουφέκι ἐκίνησαν πλὴν δὲν ἔφθασαν (εἶχαν τετρακόσιους) εἰς τὴν ὥραν ἀλλ᾽ ἔπειτα ἀπὸ ᾿μισὴ ὥρα.
Οἱ Τοῦρκοι ἐσκοτώθηκαν 15, ἐπολεμοῦσαν μὲ καρδιὰ, διότι εἶχαν τὸ βιότους καὶ ταῖς γυναίκαις τους. Αν ἔφθαναν τὰ Κολιόπουλα, ὁ Γιωργάκης καὶ ὁ Δημήτρης ἐθελε χαλασθοῦν οἱ Τοῦρκοι. Ἐπῆραν οἱ Τοῦρκοι τὴν θέσιν μας· ἀκούοντας τὴν μπατερία τῶν Κολιαίων ἐβγῆκαν ἁγνάντια νὰ ἰδοῦν. Βλέπωντας ὅτι μᾶς ἔρχεται μεντάτι τότενες οἱ Σπαρτιᾶτες ἐπῆραν τοὺς λαβωμένους καὶ ἔμεινα μὲ πολλὰ ὀλίγους. ᾿Ακούοντας τὴν μπατερία, ἐφράξαμεν τὸν τόπον, νὰ μὴν 'περάσουν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸ γεφύρι, μὲ 20 ἀνθρώπους. ᾿Ἐχούναγα τὸ μπατράκι διὰ νὰ μὲ γνωρίσουν τὰ Κολιόπουλα· εἶχε πλασθεῖ ὁ λαιμός μου ἀπὸ ταῖς φωναῖς τῆς ἡμέρας. — Οἱ Τοῦρκοι ᾿βγαίνουν εἰς βοήθεια ἀπὸ τὸ Κάστρο, διώχνουν ἐκείνους ὁποῦ ἦτον ς᾽ τὴν χώρα. – Κυνηγοῦμε τοὺς Τούρκους μὲ τὰ γυναικόπαιδα, 500 ψυχαῖς ἐγάθηκαν εἰς τὸ ποτάμι τῆς Καρύταινας, μὴν εἰμπορῶντας ν᾿ ἀπεράσουν ἀπὸ τὸ γεφύρι, τὸ ὁποῖον τὸ εἶχαμε πιασμένο.
Οἱ Ἕλληνες ἔπερναν τὰ ζῶα, τὰ ἅτια ὅλα λαβωμένα. Δὲν τοὺς ἐχώραε τὸ Καστράκη, καὶ ἦτον ἀπέξω σὰν τὸ μελίσσι (ἡ πρώτη νίκη κατὰ Τουρκῶν — τῶν ΚαλιΕρύτων πρῶτα). Ἡμεῖς Μετὰ τὸ τοὺς πολιορκήσαμεν. ἑσπέρας ἔφθασε καὶ ὁ Ἡλίας Μπεϊζαντὲς ἀπὸ τὸ Λεοντάρι, ς᾿ ταῖς 28 ἦλθε καὶ ὁ Κανέλος μὲ 200 Καρυτινούς. Ὁ ᾿Αναπ γνωσταρᾶς καὶ ὁ Παπαφλέσσας ἐκίνησαν διὰ τὴν ᾿Αρχα. δία μὲ 500 ἀνθρώπους. Σὰν οἱ ᾿Αρκαδιανοὶ ἦτον φευγάτοι, ἐγύρισαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Καρύταινα μὲ 1,000.
Σὲ 2 ἡμέραις ἐγινήκαμε 6,000. οἱ Τούρκοι ὁποῦ ἦτον κλεισμένοι, ἄφησαν τὰ ζῶα τους ἔξω, τὰ ᾿πῆραν οἱ Ἕλληνες. Δὲν εἶχαν νερό, τροφάς. Τὸν Νικηταρᾶ, τὸν εἶχα σταλμένον - μὲ 100 νωμάτους εἰς τὸ Φραγκόβρυσο, εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ 2 ὥραις ἀπέξω. Ἐκείναις ταῖς 2 ἡμέραις ὁποῦ ἐσυνάχθημεν, ὁ Μουσταφάγας ἐνδύνει 2 Τούρκους ῥαγιάτικα, τοὺς δίδει 500 γρόσια, ἐπῆγαν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ διὰ νὰ ἔλθη μεντάτι καὶ νὰ τοὺς πληρώσῃ ὅλους, ὅσοι ἔλθουν εἰς βοήθειάν τους. Ἔξω 'βγαίνοντας υἱ πεζοδρόμοι 2 ὥραις, τοὺς ἐκατάλαβαν ἄνθρωποι, πλὴν δὲν τοὺς ἔπιασαν, Δίδοντας τὸ γράμμα ὀρδινιάσθηκαν 2,000, καὶ ἦλθαν βοήθειαν τῶν Καρυτινῶν καὶ Φαναρίτων.
Ἐγὼ σὰν ἔμαθα τοὺς πε ζοδρόμους, ὑποπτεύθηκα ὅτι θὰ ἐρθεῖ μεντάτι· ἔκαμα εὐθὺς Συνέλευσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἔδωκα γνώμη νὰ πάῃ ὁ ᾿Αναγνωστα;ᾶς μὲ 2,000 εἰς τοῦ Σάλεση, μακρὰ ἀπ᾿ τὴν Τριπολιτζᾶ 4 ὥραις καὶ 4 ἀπὸ τὴν Καρύταινα, νὰ ἐμποδίση τὸ μεντάτι ἂν κινήσῃ ἀπὸ Τριπολιτζᾶ, ἂν δὲν εἰμπορέσῃ νὰ τοὺς βαστάξῃ νὰ ἔλθῃ ὀπίσω, – νὰ πάρουν φόβον οἱ Τοῦρκοι, ὁποῦ νὰ μὴν προσπεράσουν κατὰ τὴν Καρύταινα· αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε: δὲν κάνει νὰ χαλάσωμε τὸ ὀρδὶ ὁποῦ εἴμεθα συναγμένοι· τοὺς εἶπα ἄλλη μία γνώμη: νὰ πάρω ἐγὼ 500... μὲ ἀντέσκοψεν, ἔιζι ἔμεινεν τὸ πιάνο ἐκεῖνο.
Τοὺς Τούρκους τόσο τοὺς ἐστενοχωρήσαμεν ὁποῦ δὲν εἰμποροῦσαν νὰ ἔβγουν ἕνα ἀχνάρι. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ξημερώνοντας, ᾿Απριλίου 1η, ἐβγῆκε τὸ μεντάτι ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ, καὶ ἐβγαίνουν ἐκεῖ ὁποῦ ἔλεγα νὰ πάΥα ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς, καὶ βάνουν φωτιὰ ἀγνάντια. Βλέποντας ταῖς φωτιαῖς λέγομεν, τὸ μεντάτι εἶναι. Ἔστειλαν διὰ νὰ ἔβγουν καταπατητάδες, αὐτοὶ ἐπήγαιναν καὶ ἀπόκρισι δὲν μᾶς ἤφερναν· ἐπείσμωσα καὶ τοὺς εἶπα: νὰ πάσουν τρία καταράχια διὰ νὰ καρτερέσωμε· τοὺς Τούρκους, νὰ πολεμήσωμε· καὶ ἐγὼ ἐπῆρα ἕνα ἄλιγο καὶ ἕνα μπαϊράκι εἰς τὸ χέρι, καὶ τὸ κιάλη, καὶ ἂν ἦναι Τοῦρκοι, νὰ κλείσω τὸ μπαϊράκι, ἂν δὲν ἦναι, νὰ τὸ ἀνοίξω.
Μὲ ἀκολούθησαν καὶ δύο μὲ τὰ πόδια. Ὅσο νὰ ἔβγω εἰς τὴν ῥάχη ἀπόστασε τὸ ἄλογο, τὸ ἔδεσα εἰς ἕνα κλαδὶ καὶ ἐγὼ ἐβγῆκα εἰς τὴν ῥάχη· ἔβαλα τὸ κιάλη, εἶδα τοὺς Τούρκους ὁποῦ ἤρχοντο καὶ ἔκλεισα τὸ μπαϊράκι. Οἱ "Ελληνες ἀρχίζουν νὰ φεύγουν ἀφοῦ ἔκαμα τὸ σημεῖον· ἐγὼ, ἔ- κανε κρύο, ἀέρας, ἐπέρασα, ἀπὸ ἕνα τζοπανάκι, μία καποτίτζα ἄσπρη-ἤμουν ὑδρωμένος-κ᾿ ἐγύρισα πίσω νὰ ‘πάγω εἰς τὸ στράτευμα· οἱ ἀνθρώποι μου ἔφευγαν ὁ Καβαδίας μοῦ ἐπῆρε τὸ ἀλογο ἐγύρισα πίσω εἰς τὸ ὀρδὶ ἀποσταμένο;, εὑρίσκω τὸν μακαρίτην τὸν Ἡλία ποῦ ἐπολέμας, τὸ ἄλλο ὀρδὶ ἐπῆρε τὰ βουνά.
Τὰ Κολιόπουλα ἐπολεμοῦσαν τὸ ἀποκεῖθε μέρος τοῦ Κά στρου· ἐβγῆκα καὶ τὸν ἐσήκωσα τὸν Μπεϊζαντὲ ἀπὸ ἐκεῖ, διατὶ ἔμενε μοναχός του, καὶ ἐβγήκαμε ὅλοι σὲ μία ῥάχη, καὶ τοὺς λέγω: νὰ κρατήσωμε τούτη τὴν ῥάχη, διατὶ ἂν τοὺς βγάλουν καὶ τουτουνοὺς, νὰ τοὺς πέσωμε ἀπὸ κοντᾶ ἴσια μὲ τὴν Τριπολιτζᾶ. ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς ἔπιασε τὸ γερύρι μὲ 1,000, ὁ Παπᾶ Φλέσσας, ὁ Κανέλος ἐπῆραν τὴν ἀπάνου στράτα· ἐγὼ ἔμει να μοναχός μου, οἱ Ἕλληναις ἐτζάκισαν, ἐκρύφθηκα εἰς κάτι κλαριά, ταῖς δύο πισόλαις μου ἀσηκωμέναις· 12 Τοῦρκοι ἐκυνηγοῦσαν τὸ ἕνα μέρος τῶν Ἑλλήνων, 10 τοὺς ἄλλους, κατὰ τὸ γεφύρι τὸν Αναγνωσταρᾶ, καὶ ἄλλοι τὸν Παπᾶ φλέσσα καὶ Κανέλο.
Ενόμιζαν οἱ Ἕλληνες ὅτι τοὺς ἀκολουθοῦν οἱ ἄλλοι. Ἐπροσπέρασαν οἱ Τοῦρκοι, τοὺς εἶδα ἔπειτα κ᾿ ἐγύρισαν ἀπὸ σημά μου· ἡ καποτίτζα μ' ἐγλύτωσε, γιατὶ ἐροροῦσα κόκκινο μεϊτάνι καὶ ἡ καποτίτζα τὸ 'σκέπαζε. Εἰς τὰ βασιλεύματα τοῦ ἡλίου ἐβγῆκα ἀγνάντια εἰς τοὺς ἐδικούς μας εἰς τὸ γεφύρι. Καθὼς μὲ ἴδαν... ποῦ ἦσουν;– ἐκεῖ ποὺ μ᾿ ἀφήκατε, κρυμμένος- – Προβάλλω νὰ τοὺς πάρουν καταπόδι ἕως εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ· οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν. Τὰ Κελιόπου λα ἐτράβηξαν εἰς τὴν Ηλιοδῶρα, ὁ Παπ -φλέσσας καὶ Μπεϊζανδὲ; πάγει εἰς τὴν Δημιτζάνα ὁ Κανέλος 61 = εἰς τὰ Λαγκάδια, πάγει ταῖς φαμηλιαῖς εἰς τὸ Μέγα Σπήλαιο.
Τὴν ὁμιλίαν ὁποῦ εἶπα μὲ ἄκουσαν ἐκεῖνοι ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ γεφύρι· ἦτον μιὰ ὥρα νύκτα περασμένη καὶ σκοτάδι, καὶ τοὺς λέγω: – ἔκαμα τὸ Σταυρόμου– Ὅσοι ἀγαπᾶτε τὴν Πατρίδα ἐλᾶτε κοντάμου. Ἐκίνησα, μὲ ἀκολουθοῦν 200, καὶ ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς καὶ ὁ Μποϋρας ἀπὸ τοὺς Κωνσταντίνους, καὶ εἶχα νὰ ᾿περάσω εἰς ἕνα μονοπάτι 20 χρόνους ἴσα εἰς τὸ Μοναστήρι εἰς τὸν Ἅγιο Γιάννη ἀπάντησα τοὺς Στεμνιτζιώτας καὶ ἤφερναν ταῖς φαμηλιαῖς τους νὰ κλεισθοῦν εἰς τὸ Μοναστῆρι Αγιάννη, τοὺς λέγω: ποῦ πᾶτε Στεμνιτζιῶτες;— βιαζόμεθα....
ἐλᾶτε κοντά, ἐγὼ εἶμαι καλὸς νὰ ἀπαντήσω τοὺς Τούρκους. ᾿Ανέβηκα εἰς τὴν Στεμνίτζα, μακρὰ ἀπὸ τὸ Μοναστῆρι μιὰ ὥρα. Ἔβαλα ντελάλι, ὅτι νὰ μὴν σεισθῇ ἀπὸ μέσα κανένας. Μὲ ἔμαθαν ὅτι ἤμουν εἰς τὴν Στεμνίτζα ὁ Φλέσσας καὶ ὁ Μπεϊζαντὲς καὶ ἦλθαν καὶ μὲ ηὗραν. Τὴν αὐγὴν ὁποῦ ἐξημέρωσε τοὺς εἶπα, ὅτι: νὰ πᾶμε νὰ πιάσωμε τὴν Λαγκάδα, οἱ Τοῦρκοι θ᾽ ἀπεράσουν ἀπὸ ἐκεῖ, νὰ τοὺς βαρέσωμεν· καὶ κοντὰ εἰς τὴν Λαγκάδα εἶναι ἕνα χωριό Χρυσοβίτζι, καὶ ἐτράβηξα μὲ τοὺς 300.
Σ' τὸν δρόμο ἐ· κρύφθηκαν οἱ "Ελληνες, 100 τοὺς ἔφαγε τὸ φεγ γάρι ὥστε νὰ πᾶμε ς' τὸ Χρυσοβίτζι. Τότενες τὰ χωριά, τὰ Βλαχοχώρια ἔλειπαν σ' τὰ χειμαδιὰ καὶ δὲν ἦτον ἄνθρωποι· πύραμε ἕναν ἄνθρωπον, τὸν ἐρωτήσαμεν, ἂν οἱ Τοῦρκοι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν Λαγκάδα, καὶ μᾶς εἶπε, ὅτι γθὲς ἐπέρασαν 17 νωμάτοι, καὶ ἐπήγαιναν 5, 6,000 πρόβατα καὶ δὲν εὑρέθηκε ἄνθρωπος νὰ τοὺς τουφεκίση. Ὁ Νικηταρᾶς ποὺῦ ἦταν εἰς τὸ Φραγκόβρυσο ἐκτύπησε τοὺς πολλοὺς, ἐπῆρε ζων τανά, ἐσκότωσε πέντ᾽ ἔξη ἀνθρώπους, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐτραβίχθηκαν ὅλοι εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ. - Τὴν αὐγὴν μὲ τὰ ξημερώματα μοῦ λέγουν: τί νὰ κάμουμε ἐδῶ; νὰ ἀναχωρήσωμε, νὰ πᾶμε εἰς τὸ Λεοντάρι, νὰ συνάξωμε στρατεύματα, νὰ ἰδοῦμε τὶ ἀπογίνετε ἐκεἶνος ὁ Κόσμος, καὶ χίλιαις ἀφορμαίς·
ἐγὼ τοὺς εἶπα: δὲν ἔρχομαι, κάθομαι εἰς τοῦτα τὰ βουνὰ ποῦ μὲ γνωρίζουν τὰ που λιὰ καὶ μέ τρῶν καλήτερα, γειτονικὰ· δὲν εἶχα ἄν· θρωπο ἐδικόν μου, ἐπαρχιώτημου· ἕνα ἀλογο εἶχα. Ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς, Μπεϊζαντές, Μποῦρας πᾶνε ς' τὸ Λεοντάρι· ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτζι· γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ. λέγει ἑνὸς παιδιοῦς μεῖνε μαζύτου μὴν τὸν φᾶνε τίποτες λύκοι· Ἔκατζα ἕως ποῦ ἐσκαπέτισαν μὲ τὰ μπαϊράκιά τους, ἀπὲ ἐκατέβηκα κάτου· ἦτον μία Ἐκκλησιὰ εἰς τὸν δρόμον, (ἡ Παναγία ς΄ τὸ Χρυσοβίτζι), καὶ τὸ καθησιό μου ἦτον ὁποῦ ἔκλεγα τὴν Ελλὰς: Παναγία μου βόνησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνας διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν! καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα.
Εἰς τὸν δρόμον ἀπάντησα τὸν 'ξάδελφόν μου Αντώνιον τοῦ Αναστάση Κολοκοτρώνη μὲ.7 ἀνηψίδιά μου, ἐγινήκαμε 9, καὶ τὸ ἄλογό μου 10· ἐγὼ εἴμουν καὶ χωρὶς τουφέκι. Εἰς τὴν Πιάνα δὲν ἦτον κανείς, μὲ λέγει ὁ ᾿Αντώνης Κολοκοτρώνης, οὔτε εἰς τὴν ᾿Αλωνίστενα, —φευγάτοι ἔβριξα εἰς τὴν ᾿Αλωνίστενα, μὲ ἐγνώρισαν, ἐκατέβηκαν καμμιὰ εἰκοσαριά, τοὺς ἔκαμα ὅλους πεζοδρόμους· ἔστει· λα εἰς ὅλα τὰ χωριὰ νὰ κάμω ὀρδί. Σὲ τρεῖς ἡμέραις ἔμασα 300 καὶ ἔῤριξα τὸ ὀρδί μου εἰς τὴν Πιάνα ἀ γνάντια ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ 3 ὥραις· τότενες τὰ χα- ρατζοχάρτια ἔμβαιναν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ καὶ εἶπαν: ὁ Κολοκοτρώνης εἶναι μὲ 300 εἰς τὴν Πιάνα.
Βγαίνουνε 4,000 Τοῦρκοι καὶ μᾶς ἐξημέρωσαν κεῖ. Βλέπωντας, ἔλεγα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι εἶναι ὀλίγοι· τοὺς ἔβλεπα μὲ τὸ κιάλι, τὸ κιάλι δὲν τὸ ἔδιδα εἰς κανέναν· τοὺς παρηγοροῦσα. Ἔδοσαν μία φωτιὰ, ἐτζακίσανε οἱ 'δικοί μας· ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου ὀπίσω· ἐπῆρα τὸν δρόμο τῆς ᾿Αλωνίστενας· εἰς τὸν δρόμον κὗρα τὸν Νικολὸ τὸν Μπούκουρα ἀποσταμένον, καὶ τὸν ἔβαλα πισοκάπουλα. Ἡμεῖς τὴν μιὰ μεριὰ, οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐπηγαίναμε εἰς τὴν ᾿Αλωνίσθενα.
Οἱ ᾿Αλωνισθιότες έτουφέκαγαν ἀπὸ τὸ ψήλωμα νὰ μὴν μβοῦν οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ ἐχασομέραγαν. Ὅντας ἐπήγενα μὲ τόν Μπούκουρα ἔλεγα· ἐλᾶτε σκυλομουρτάτες! –— ὁ Μπούκουρας ἔλε γε μὴν τοὺς πεισμώνεις. Ὁ Κανέλος Δελιγιάνης ἤρχετο μὲ 100 νωμάτους, μὲ φορτώματα· ἐμβῆκαν οἱ Τοῦρκοι τοῦ ἐπῆραν τὰ φορτώματα. ᾿Απαντήθηκα μὲ τὸν Κανέλο· ὅσους εἶχε ὁ Κανέλος κοντά του ἐφοβήθηκαν, ἐπῆγαν εἰς τὰ χωριάτους. Ἐμειναν μὲ τὸν Κανέλο 11 νωμάτοι. Οἱ Τοῦρκοι ἔκαψαν τὸ χωριὸ καὶ ἐγύρισαν πίσω ς᾽ τὴν Τριπολιτζᾶ. - Πέρνω τὸν Κανέλο, διὰ νυκτὸς, τόπον σὲ τόπον καὶ ἐξημερώσαμεν εἰς ἕνα χωριὸ τοῦ Κάμπου, εἰς τὴν ἄκρα τοῦ Κάμπου τῆς Καρύταινας.
Οἱ Καμπῖτες κ' οἱ Βουνίσιοι ἐπέρασαν τὸ ἄλλο μέρος κατὰ τὸ Φανάρι εἰς ἕνα βουνὸ Δραγουμάνο καὶ ἦτον τὴν μεγάλην Τετράδη. ᾿Ἀπὸ τὴν πεῖνα μας ἐψήσαμε ἕνα ἀρνὶ κ' ἐράγαμε. ᾿Απόλυκα πεζοδρόμους εἰς τὸ Λεοντάρι ποῦ ἦτον συναγμένοι Καπετανέοι, τοὺς εἶπα· νὰ ζυγώσουν κοντὰ εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, εἰς τὴν Μαρμαριὰ Παπᾶ-Φλέσσας, Μούρτζινος, ᾿Αναγνωσταράς. Ἔτζι ἤλθανε εἰς τὴν Μαρ μαριά τὸ μὲν Μιστριότικο στράτευμα καὶ ὁ Κυριακούλης καὶ ὁ Βρυσθένης καὶ τ᾿᾽ ῾Αγιοπετρίτικα στρατεύματα·
ἦτον καὶ 2000 εἰς τὰ Βέρβενα, καὶ πέρνει καμμιὰ; χιλιάδα ἀνθρώπους ὁ Κυριακούλης καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Βλαχοκερασιὰ μπροστὰ ἀπὸ ἡμᾶς· τοῦ ἐγράψαμε νὰ ἔλθῃ νὰ κάμουμε ἕνα σῶμα, δὲν ἠθέλησε· εἶπε: καλὸ πόστο κρατῶ, κι᾿ ἂν ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω μας, νὰ μᾶς ἐλθῆτε μεντάτι. ᾿Ανήμερα τὴν λαμπρὴ εἴχανε βάρδια, ὁ Κυριακούλης, τοπικοὺς καὶ τοὺς ἐπρόδωσαν, καὶ ἐβγῆκαν 2000 Τοῦρκοι μὲ τὰ χαράματα τῆς Αὐγῆς, καὶ τοὺς ἐπλάκωσαν καὶ ἐπολέμισαν ὀλίγην ὥραν καὶ ἐσκότωσαν καμμιὰ δεκαπενταριὰ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, ἐσκότωσαν τὸν περίφημον ᾿Αντώνιον Νικολόπουλο, τὸν Παναγῆ Βενετζιάνον, καὶ ὁ Κυριακούλης ἀναχώρησε μὲ τὸ λοιπὸ στράτευμα, καὶ πάγει ς' τὸ Μιστρὰ· ἀκούοντας ἡμεῖς τὸν πόλεμον, ἐκινήσαμεν εἰς μεντάτι, ἦτον 2 ὥραις μακρὰ, καὶ, ὅσο νὰ πᾶμε ἡμεῖς, δὲν εὑρήκαμε οὔτε Ἕλληνας, οὔτε Τούρκους· τὰ σπήτια καϋμένα, τοὺς 15 κοψοκέφαλους·
ἐγυρίσαμε ὀπίσω εἰς τὴν Μαρμαριά. Ταῖς ἴδιαις ἡμέραις ἦλθε τὸ παιδί μου, ὁ μακαρίτης ὁ Πᾶνος μὲ τὸν Γενναῖο, μὲ 30 νωμάτους καὶ μ᾿ ἐγύη ρευαν. Τὸ ὀρδὶ τὸ ἄλλο ἦτον εἰς τὰ Βέρβενα μὲ τὸν Βρυσθένη, Π. Γιατράκο, Ζαφειρόπουλο· ἐρχόμενος ὁ Πᾶνος καὶ ὁ Κανέλος Δελιγιάννης, τὸν ἔστειλα νὰ πά γη 'ς τὴν Καρύταινα : ὅποιος δὲν βγαίνει νὰ καίῃ τ σπῆτι· νὰ κάμουν ὀρδὶ εἰς τὴν ᾿Αλονίσθενα καὶ εἰς τ Χρυσοβίτζι. Δὲν ἔλειψαν νὰ συνάζουν ἀπὸ τὰ χωριὰ ὡς 600, καὶ ὅλο ἐστέλνανε νὰ δυναμώνουν τὸν τόπο. —T Κολιόπουλα μὲ τοὺς Καλαβρυτινοὺς, ἦσαν καὶ οἱ Μεταξά 65 δαις μὲ κανόνια καὶ ἐπολιορκοῦσαν τοῦ Αάλα·
ἐστείλαμεν διαταγαῖς εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ Μιστρά, καὶ ἐσυνάχθημεν εἰς τοῦ Μαρμαρᾶ ἕως 1,200, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πιάσουμε τὸ Βαλτέτζι ὁποῦ ἦτον ἀγνάντια ἀπὸ τὰ Βέρβενα, ἀπὸ τὸ Χρυσοβίτζι καὶ ᾿Αλονίσθενα (Καρυτηνὰ ὁρδιά). Σ᾽ τὸ Βαλτέτζι εὑρίσκοντο ὁ Μούρτζινος, Γιατράκος, Κυριακούλης, Ἡλία Μπεΐζαντὲς, Νικηταρᾶς, ᾿Αναγνωστα ρᾶς· ἐγὼ ἤμονν ἐπὶ κεφαλῆς. Σὰν ἐμαζώχθημεν, ἐγὼ ἐστέκομουν μὲ 200, 300 εἰς τὸ χωριὸ νὰ τοὺς δίδω βοήθειαν. Τὰ ταμπούρια ἦτον πλησίον διὰ νὰ δίδῃ τὸ ἕνα τοῦ ἄλλου βοήθεια·
ἦτον ἀρχαῖς καὶ δὲν ἤξευραν νὰ πολεμήσουν. Οἱ Τοῦρκοι μία τῶν ἡμερῶν (ἔβγα ᾿Απριλίου), ἐβγαίνουν εἰς τοῦ ᾿Αναπλιοῦ τῆν Πόρταν 10,000. Ἐςοχάσθημεν ὅτι θὰ πᾶνε εἰς τὰ Βέρβενα· ἀντίκρυζε ἡ Πόρτα τοῦ ᾿Αναπλιοῦ· ἐπῆγα εἰς τὸ Καλογεροβοῦνι διὰ νὰ δώσω σημεῖο ποῦ νὰ τρέξωμε μεντάτι, ἂν πηγαίνουν κατὰ τὰ Βέρβενα νὰ πάγω μεντάτι, καὶ ὅσοι ἦτον εἰς τὰ ὁρδιὰ, εἰς τὸ Χρυσοβίτζι καὶ Πιάνα νὰ πιάσουν τὴν θέσι τοῦ Βαλτετζιοῦ· καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπῆγαν ἀπὸ τὰ Βέρβενα, ἀλλ᾽ ἦλθαν εἰς τὸ Βαλτέτζι·
ὅσο ποῦ νὰ γυρίσω ἐπιάσθηκε ὁ πόλεμο; εἰς τὸ Βαλτέτζι. Τὸ τούρκικο μέρος ἐκτυπήθη μὲ τὸν Γιατράκο, Κυριακούλη, Νικηταρᾶ· αὐτοὶ ὑποχώρησαν, ἐτραβιοῦνταν, ἔφυγαν· ἐγὼ ἦλθα ἀπὸ πίσω,— ἐπῆγα καὶ ἐγὼ τὸν τορὸν ἐκείνων. Φφθάνωντας μερικοὶ τοῦ Πέτροβα καὶ Σώριοἱ Τοῦρκοι ἄρχιζαν καὶ ἔκαιγαν τὸ Χωριὸ- – τοὺς φώναξα: σταθῆτε γεροὶ, γιατὶ θὰ μᾶς πνίζουν· ἐστάθημεν 30, λαβώνομεν ἕνα μπαϊραχτάρη· ἐτζάκισαν οἱ Τοῦρκοι· ἔφθασεν ἀπὸ τὰ Βέρβενα, Πιάνα καὶ Χρυσοβίτζι μεντάτι, τοὺς γυρίσαμεν, τοὺς κυνηγήσαμενεἰς τὸν Κάμπον, κάτω ἀC 66 πὸ τὴν Βολέτταν μισὴ ὥρα μακρὰ ἀπὸ τὴν Τριπολιτζα.
Οἱ Καλαβρυτινοὶ ἦτον ἕως δύο χιλιάδες εἰς τὸ Λεβίδι, δὲν ἐπῆραν εἴδησι. "Αν ἤθελε ἔλθουν εἰς βοήθειαν, ἤθελε πᾶμε μαζὺ μὲ τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ· ἐγυρίσαμε ὁπίσω, πᾶσα ἕνας εἰς τὸ ὁρδί του. Τὴν ἄλλην ἡμέραν εὑρῆκαν ἀφορμὴ ὁ πῶς θὰ πᾶμε νὰ εὕρωμε στρατιώταις· φεύγει καὶ ὁ Μούρτζινος, μένω μὲ 20 ἀνθρώπους ἐδικούς μου. Ὅλοι ἐτράβιξαν εἰς τὸ Λεοντάρι, ἐγὼ μὲ τοὺς 20 ἐκείνους ἐπῆγα καὶ ἔμασα τοὺς Καρυτινοὺς εἰς δύο, καὶ ἦτον ὅλοι 1,200. εἰς τὸ ἕνα ᾿Αρχηγός ὁ Κολοιόπουλος, εἷς τὸ ἄλλο ὁ ᾿Ανδρέας Παπα-Διαμαντόπουλος.
Σὲ 10 ἡμέραις περάσωντας, τοὺς ἔγραψα εἰς τὸ Λεοντάρι, ὅτι νὰ ἐλθῆτε νὰ πιάσουμε τὸ Βαλτέτζι, καὶ τότε ἐκίνησε ὁ Μπεϊζαντές, οἱ Πετροβέοι καὶ Μεσσήνιοι 1,200, Παπατζώνης· ἐπῆγα καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Βαλτέτζι, τοὺς λέγω: νὰ φτιάσετε τὰ ταμπούρια κλειστά· εἰς τὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ ἦτον μία ἐκκλησιὰ, νὰ γένη ταμπούρι, καθώς καὶ δύο καταράχια, ποῦ ἐδιαφέντευαν τὸ χωριό, ὁποῦ ἂν ἔλθουν Τοῦρκοι, νὰ κλεισθῆτε μέσα· μοῦ ἀπεκρίθηκαν ἐκεῖνοι : χανόμεθα – ἐσεῖς κλεισθῆτε καὶ ἐγὼ σᾶς ἔρχομαι μεντάτι, σᾶς πέρνω εἰς τὸν λαιμόμου·
ἐκείνη τὴν ἴδια ὥρα, ὁποῦ ἡμεῖς ἐφτιάναμε αὐτὸ, ἦλθεν ὁ Κεχαϊᾶς μὲ 4,000 εἰς τὴν Βοστίτζα ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἔκαψε τὴν Βοστίτζα, ἐπέρασε εἰς τὰ μαῦρα λιθάρια ἀτουφέκιστος, ἔκαξε τὴν Κόρινθο. Ὁ Φλέσας ἔκαψε τὰ σπήτια τοῦ Κιαμίλ-μπεη ἔκαψε τὸ ἔργος ὁ Κεχαϊας, ἐπέρασε ἀπὸ τὸ Τουρνίκι, ἐμβῆκε εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ· ᾿μβαίνωντας εἰς τὴν Τριπολιτζά, τοῦ ἱστόρισαν τὸν πόλεμο τὸν πρῶτον τοῦ Βαλτετζιοῦποῦ ἐκυνηγήσαμεν τοὺς Ῥωμαίους καὶ ἐπαινέματα Τούρκικα 67 = τοῦ εἶπαν οἱ παλαιοὶ Τοῦρκοι·
ἦτον Ροῦσσοι, τοὺς κυνηγήσαμεν εἰς τὸν Κάμπο τοῦ Σινάνου, ἐπροσκίνησαντὸ αὐτὸ σχέδιον ἤθελαν νὰ κάμουν. Ὁ Κεχαϊᾶς, καλὰ τερτιπλῆς καὶ πολεμικὸς, κάνει ἕνα σχέδιον καὶ στέλνει τὸν Ῥουμπῆ ἀπὸ τὰ Μπαρδούνια ἐπὶ κεφαλῆς μὲ 5,000 νὰ πάγῃ στὸ Βαλτέτζι νὰ κυνηγήσῃ τοὺς Ελληνας, καὶ στέλνει καὶ 1,500 χωριστὰ διὰ νυκτὸς γιὰ νὰ πιάσουν τὰ ὄπισθεν τοῦ Βαλτετζιοῦ, ποῦ ἂν τζακισθοῶν οἱ Ἕλληνες, καθὼς καὶ τὴν πρώτην φοράν, νὰ τοὺς κτυπήσουν, καὶ ἀτός του πέρνει 2,000 καββαλαραίους εἰς τὰ ὄπισθεν τοῦ Βαλτετζιοῦ· τὸ ὁμοίως νὰ ἀκολουθήσῃ ὅταν τζακίσουνε οἱ Ἕλληνες, καὶ 1,000 βάνει εἰς τὸ Καλογεροβοῦνι διὰ νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὸ στράτευμα τῶν Βερβενιῶν, ἂν κινήσῃ μεντάτι.
Τὸ ἕνα στράτευμα, ὁποῦ ἤμουν, εἰς τὸ Χρυσοβίτζι εἶχε 800, καὶ τὸ μὲν στράτευμα τῆς Πιάνας μὲ τὸν Δ. Κολοιόπουλο μὲ 700· τὸν Κανέλο Δελιγιάννη τὸν εἶχαμεν ἔφορον μὲ ἄλλους 4, γιατὶ ἔβαλα ἐφορία νὰ οἰκονομοῦν τὰ στρατεύματα. Τὴν αὐγὴν ὁποῦ ἐκίνησαν οἱ Τοῦρκοι διὰ τὸ Βαλτέτζι ἡ Βάρδιαις ἦτον διὰ νυκτὸς ἀπερασμέναις εἰς ταῖς τοποθεσίαις. Εγὼ ἐκοιμούμουν εἰς τὸ Βαλτέτζι, ἐγευμάτιζα εἰς τὴν Πιάνα καὶ ἐδείπναγα εἰς τὸ Χρυσοβίτζι καὶ ἐπεριφερόμουν στὰ τρία ὁρδιὰ καὶ ἔντεσα ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ ἦμαι εἰς τὸ Χρυσοβίτζι.
Εἰς τὴν πάνω-Χρέπα, ἀπάνω ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ, εἴχαμε βάρδιαις καὶ ἔδιδαν εἰδησι, πόθεν πᾶνε οἱ Τοῦρκοι. Ἐκείνην τὴν ἡμέρα μᾶς ἔκαμαν σινιάλο, ὅτι οἱ Τοῦρκοι πᾶνε εἰς τὸ Βαλτέτζι — μᾶς ἔκαμαν φωτιαῖς ὅτι οἱ Τοῦρκοι πᾶνε εἰς τὸ Βαλτέτζι Εὐθὺς ἐκίνησα μὲ τοὺς 800 καὶ ἔκαμα διαταγὴ ν' ἀ * τον εἰς ἐκείνους. Εἰς ταῖς. 2 ὥραις τῆς νυκτὸς ἦλθαν 00 ἐδικοί μας καὶ ἔῤριξαν μία μπαταρία, ἐνομίζαμε τι εἶναι Τοῦρκοι καὶ ἦτον Ἕλληνες. Ἐξενυκτίσαμε καὶ ὰ δύο μέρη, ὁ ἕνας πῶς θὰ φύγη ὁ ἄλλος.
Εξημερώαμεν εἰς τὸν πόλεμο· βάνω τὸ κιάλι καὶ τηράω, βλέτω τοὺς Τούρκους εἰς ἕνα μέρος, ὁ Ῥουμπῆς ἦτον ἀτοκλεισμένος. Τὴν αὐγὴ ὁ Κιχαϊᾶς ἐβαλε τὸ κανόνι εἰς τὸ ταμποῦρι τοῦ Μπεϊζαντὲ τοῦ Ἡλία· τὸ κανόνι προστέρναε τὸ ταμποῦρι τοῦ Ἡλία καὶ ἔπερνε τὸ ταμποῦρι τοῦ Ῥουμπῆ. ᾿Αν τὸ 'χαμήλωνε θὰ τὸν ἔπερνε. Ὁ Ῥουμπῆς ἐστενοχωρήθη νὰ γυρίσῃ μὲ γιουρούσι, ἀνάμεσα τῶν δύο ταμπουριῶν τῶν Ἑλλήνων. Επείκασα ὅτι θέλει νὰ φύγη· τὸν ἐζυγώσαμεν κοντά· κάνει γιουρούσι ὁ Ῥουμπῆς -– ἀπὸ τὴν τρομάρα τους ἀφίνουν του φέκια· πέφτουν ἀνάμεσα τῶν δύο, τοῦ σκοτώνουν ὡς 300, ἡμεῖς ἀπὸ πίσω.
Ἐπέσαμε ἀπὸ κοντὰ, ἐπετάχτηκαν καὶ οἱ κλεισμένοι Ἕλληνες, τοὺς μάσαμεν μπλαστοὶ, τοὺς 'μονομεριάσαμεν, τοὺς ἀκολουθούσαμεν· οἱ Ἕλληνες. ἔπεσαν εἰς τὰ λάφυρα καὶ εἰς τοὺς σκοτωμένους καὶ δὲν ἀκολουθοῦσαν μὲ προθυμία. Ὁ Νικηταρᾶς ἔντεσε νὰ ἦναι εἰς τὰ Βέρβενα, μὲ 800 ἔρχεται, δὲν ἔφθασε εἰς ὥρα, τοὺς ἐκυνηγήσαμεν ἕως ῾ποῦ τοὺς ἐβγάλαμε εἰς τὸν Κάμπον. Εκεῖνος ὁ πόλεμος ἐστάθη ἡ εὐτυχία τῆς Πατρίδος ἂν ἐχαλιώμεθα ἐκινδυνεύαμε νὰ κάμωμε ὁρδὶ πλέον Ὁ Μπεϊζαντὲς εἰς τὸ καταράχι, καὶ εἰς τὴν ἐκκλησιὰ ἄν θρωποι τοῦ Μπεϊζαντὲ – ὁ Μητροπέτρυβας εἰς τὸ ἄλλ καταράγι, ἄλλο ταμποῦρι εἶχαν οἱ Λεονταρῖτες.
Ὁ Κολιό πουλος εἶχεν ἀποκλεισμένον τὸν Ῥουμπῆ. - Όλοι όμο ἐκυνηγήσαμεν τὸν ἐχθρόν. Δώδεκα δικατρεῖς Μαίου ἦτον. 70 ὥραις ἐβάσταξε ὁ πόλεμος. Ἐκείνην τὴν ἡμέρα ἦτον Παρασκευῆ καὶ ἔβαλα λόγον, ὅτι: πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας, καὶ νὰ δοξάζεται αἰῶνας αἰώνων ἕως ος στέκει τὸ ἔθνος, διατὶ ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος. Ὁ Κεφάλας καὶ ὁ Παπατζόνης ἦσαν εἰς τὴν μάχη τοῦ Βαλτετζιοῦ· μετὰ τὴν νίκην τοῦ Βαλτετζιοῦ οἱ Καρυτινοὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὰς θέσεις των Χρυσοβίτζι καὶ Πιάνα, καὶ οἱ ἐπίλοιποι ἐστάθηκαν εἰς τὸ Βαλτέτζι.
Περάσοντας 10 ἡμέραις ἡ Μπουμπολίνα, ὁ Τζόκρης καὶ ὁ Στάϊκος μ᾿ ἔγραψαν νὰ τοὺς στείλω βοήθεια καὶ ἕναν ᾿Αρχηγὸ, καὶ τοὺς ἔστειλα τὸν Νικήτα μὲ 50 ἀπὸ τὸ ὁρδὶ τοῦ Χρυσοβιτζιοῦ, 50 ἀπὸ τὸ ὀρδὶ τοῦ Βολτετζιοῦ καὶ 50 ἀπὸ τὸ ὁρδὶ τῶν Βερβένων, καὶ ἔτζι ἐπῆγε εἰς τὰ Δολιανὰ, διὰ νὰ πάρη καὶ τοὺς 50 ἀπὸ τὰ Βέρβενα· ἐκοιμήθηκε τὸ βράδυ ἐκεῖ (Κωνσταντῆς ᾿Αλεξανδρόπουλος ἦτον ᾿Αρχηγὸς τῶν 50 Στεμνιτζιώτης). Οἱ Τοῦρκοι ἔκαμαν Συνέλευσι εἰς τὴν Τριπολιτζά. Οἱ Μιστριώτες καὶ Μπαρδουνιῶτες ἐπρό βαλαν: ὡσὰν δὲν ἔκαμαν τίποτε εἰς τὸ Βαλτέτζι νὰ πᾶνε νὰ χαλάσουν τὸ ὁρδὶ ὁποῦ εἶναι εἰς τὰ Βέρβενα, καὶ ἀπεκεῖ νὰ τραβίξουν διὰ τὸν Μιστρᾶ·
ἔτζι ἐδέχθηκαν οἱ Τοῦρκοι τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ ἐκίνησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὰ Δολιανά, διὰ νὰ πε ράσουν νὰ βαρέσουν τὸ ὁρδὶ τὸ ἐδικόν μας εἰς τὰ ΒέρΕενα. Ο Νικήτας μόλις εἶχε εύγει ἕνα κάρτο μακρυά ἀπὸ τὰ Δολιανὰ, καὶ τοῦ εἶπαν: Τοῦρκοι ἔρχονται· καὶ αὐτὸς γυρίζει ὀπίσω καὶ πιάνει τὸ χωριό, καὶ τὸν ἔκλεισαν μέσα οἱ Τοῦρκοι· ἄλλοι ἔκλεισαν τὸν Νικήτα καὶ ἄλλοι ἐστράτευσαν διὰ τὰ Βέρβενα· τῶν Βερβένων τὸ ὁρδὶ τοὺς ἐκαρτέρεψε, καὶ μὲ πρώτη φωτιὰ ἐσκότωσαν ἕνα μπαϊραχτάρη, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐφοβήθηκαν καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν· τὸ ὁρδὶ τῶν Βερβένων τοὺς ἐπῆρε ἀπὸ κοντά ἀφοῦ ἐζύγωσαν κοντὰ εἰς εἰς τὰ Δολιανὰ ἐτζάκισαν καὶ οἱ Τοῦρκοι ὁποῦ ᾿πολιορκοῦσαν τὸν Νικήτα, καὶ ἔτζι ἐβγῆκε κ' ὁ Νικήτας μὲ τοὺς ἀνθρώπους του, καὶ τοὺς ἐκατέβασαν ἕως εἰς τὸν Κάμπον κυνηγῶντας·
ἐπῆραν 2 κανόνια, 70 σκοτωμένοι, καὶ ἔτζι ἐμούδιασαν οἱ Τοῦρκο: καὶ δὲν ἐβγῆκαν ἄλλη φορὰ διὰ ἐκστρατείαν (Μάΐος). Ο Νικήτας ἔτράβιξε εἰς τὸ Ἄργος, ἐχά· λαε τὰ Τζαμιὰ, τοὺς Μιναρέδες, καὶ μᾶς ἔστειλε μολύβι γιατὶ εἴχαμεν ἔλλειψι ἀπὸ μολύβι καὶ χαρτί, καὶ ἐπήραμε τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Δημιτζάνας καὶ ἄλλων Μοναστηρίων καὶ ἐδέναμε φουσέκια· μπαροῦτι εἴχαμε, ἔκαμνε ἡ Δημιτζάνα. Τοῦ μπαρουτιοῦ τὴν ὑπόθεσι τὴν εἶχαν πάρει ἀπάνου τους τὰ ἀδέλφια Σπηλιοτόπουλοι, καὶ διὰ νὰ δουλεύσουν τὴν μπαροῦτι δὲν ἐπέρναμε πολλοὺς Δημιτζανίτες εἰς τὸ στρατόπεδο, τοὺς ἀφήναμε διὰ αὐτὴν τὴν δούλευσιν.
Σὰν ἄκουσαν ὁποῦ ἐκάμναμεν προόδους οἱ Σπετζιῶτες καὶ οἱ Ὑδραῖοι μᾶς ἔστειλαν καὶ πολεμοφόδια καὶ πετζιά· γιὰ τζαρούχια· μοῦ τὰ ἔστελναν ἐμένα καὶ ἐγὼ ἔδιδα ὅπου ἦτον ἀνάγκη. Ἐγὼ ἐσηκώθηκα μία νύκτα μὲ τοὺς Καρυτινοὺς, μετὰ τὸν πόλεμον τῶν Δολιανῶν, καὶ ἔπιασα τὰ Τρίκορφα ψηλὰ, καὶ τοὺς Τζεπχανέδες τοὺς εἴχαμεν εἰς τὴν Ζαράχοβα ὁποῦ ἦτον ἕνας δυνατὸς Πύργος, καὶ ταῖς ζωοτροφίαις καὶ λοιπά. Εἰς τὴν κορυφὴν τῶν Τρικόρφων ἔρκιασα ταμπούρια, καὶ ἦτον ἡ πρώτη φορὰ ὁποῦ ἐζυγώσαμε τόσο κοντὰ εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, μισὴ ὥρα ἦτον μακριά· τοὺς ᾿φιλοτιμοῦσα νὰ κατέβουν ὀμπρὸς, καὶ τοὺς ἀνάφερα τὸ πα- ράδιγμα τοῦ Φιδιοῦ.
Βλέποντας οἱ Τοῦρκοι τὴν αὐγὴ ὅτι ἐκάμαμε ταμπούρια κοντά τους, ἀγνάντια ς τὴν Τριπολι τζᾶ, ἐβγῆκαν καὶ᾿πολεμήσαμεν έως 2,000, καὶ ἡμεῖς τοὺς ἀντικρούσαμεν καὶ τοὺς ἐκυνηγήσαμεν, καὶ ἔτζι ἀκολού θησε πέντε, ἔξη ἡμέρας νὰ ἔχωμε πόλεμο κάθε ήμέρα. Ἡμεῖς 1800 εἴμεθα. ὁ τόπος μᾶς βοηθοῦσε πολὺ, καὶ οἱ Ἕλληνες ἄρχισαν νὰ πέρνουν θάβῥος, γιατὶ ἐκυνηγήσαμεν τοὺς Τούρκους καὶ εἰς τὸ Βαλτέτζι, καὶ εἰς τὰ Δόλιανά, καὶ εἰς διαφόρους ἀκροβολισμούς. Ὅταν ὁ πόλεμος ἐβάστας πολὺ μᾶς ἤρχετο μεντάτι ἀπὸ τὸ Βαλτέτζι.
Εἶχα ἐκτελεστικὴ δύναμι εἰς τὴν ἐπαρχία, καὶ ὅποιος ἔφευγε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τὸν ἔπιανάν, τὸν ἔδεναν καὶ τὸν ἔστελναν ὁπίσω, τοῦ ἔκαιγαν τὸ σπῆτι. Ὁ Κανέλος Δελιγιάνης ἐφρόντιζε διὰ ταῖς ζωοτροφίαις καὶ ἐγὼ διὰ τὸν πόλεμο. Τόσον ἐνθουσιασμὸν ἄρχισαν νὰ ἔχουν οἱ Ἕλληνες δποῦ μόνοι των ἄλεθαν, ἐζύμωναν ἔψαιναν τὸ ψωμί, καὶ τὰ ἔφερναν μὲ τὰ ζῶα των εἰς τὸ στρατόπεδο. Εἴ χαμε φοῦρνο ἐθνικὸν εἰς τὴν Πιάνα Αλονίσθενα, Βτίνα, Μαγούλιανα, Δημιτζάνα, Στεμνίτζα.
Πρόβατα μᾶς ἔφερναν, πότε ἀπὸ τὰ 20, πότε ἀπὸ τὰ 30, ἀπὸ τὰ 40 ἀπὸ τὰ 50 τὸ ἕνα, καὶ τὰ ἔδιδαν μὲ εὐχαρίστησί τους. Ὁ Κυριάκος Τζώλης ἐχάρισεν 120 τραγιὰ εἰς τὸ Στρατόπεδο ἀπὸ τὴν Ζαράχωβα. Εἴχαμε κόλια στελμένα καὶ τὰ ἐμάζωναν. ᾿Απὸ ἡμᾶς ἐπῆραν παράδειγμα καὶ τὰ ἄλλα στρατόπεδα καὶ ἔκαμναν τὸ ἴδιο. Μετὰ 10 ἡμέραις ἔκαμα μία διαταγὴ καὶ ἐπαρακινοῦσα τοῦ Βαλτετζιοῦ τὰ στρατεύματα νὰ ἔλθουν εἰς τὰ Τρίκορρα, καθὼς καὶ τὸ ἔκαμαν. Ἦλθαν καὶ ἔφκιασαν ταμπούρια ἀποπάνω ἀπὸ τὸν ἀπάνου μῦλο τῆς Τριπολιτζᾶς.
Ὁ ᾿Α ναγνωσταρᾶς, ὁ Ἡλίας, οἱ Μεσσήνιο: ὅλοι, οἱ Λεοντα ρίταις, οἱ Σαμπαζιώταις ἕως 1,500· τότε ἐπαρακινήσαμε τοὺς Τζάκονας καὶ ῾Αγιοπετρίταις ὁποῦ ἦταν εἰς τὰ Βέρβενα καὶ ἔπιασαν τὴν θέσιν τὸ στενό, ἐκεῖ ἔφκιασαν γράνες καὶ ταμπούρια, ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Ζαφυρόπουλος. Ἔβγαιναν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐκαμναν ἀκροβολισμούς· ὁ Γιατράκος ἦλθε μὲ τοὺς Μισθριώτας. Οἱ Καλαβρυτινοὶ ἦτον ἕως 1,200 εἰς τὸ Λεβίδι, καὶ τοὺς ἔγραψα καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Πάνω-Χρέπα, ἦτον ἐκεῖ ὁ Σωτὴρ Χαραλάμπης, ᾿Ανδρέας Ζαίμης, Πετιμεζαῖοι, Σολιώτης, Λεχουρίτης καὶ λοιποὶ Καπεταναῖοι τῶν Καλαβρυτινῶν.
Εἰς τὴν Πάτραν διέλυσαν τὴν πολιορκίαν διατί τοὺς ἐχάλασαν ἕνα δύο φοραῖς οἱ Τοῦρκοι. Εἰς τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐκάμναμεν ἡμεῖς αὐτὰ, ἔγραψαν οἱ Λαλαίοι τοῦ Γουσούχπασια διὰ νὰ τοὺς ὑπάγῃ μεντάτι· ἐπῆγε λοιπὸν ἐκεῖ· ἐπολέμησαν πολλοὶ εἰς τοῦ Λάλα, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πολέμους ἐχάθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κολοιόπουλου, ἐλαβώθη ὁ Μεταξᾶς ὁ ᾿Ανδρέας. Οἱ Λαλαῖοι ἐσηκώθηκαν μὲ ταῖς φαμελιαῖς των καὶ ἐπῆγαν ἀνέγγιαγοι εἰς τὴν Πάτρα. ᾿Αδειασε τὸ Μεσόγειο τῆς Πελοποννήσου· τότε ἡ Πάτρα ἐδυνάμωσε, καὶ τὰ Καλαβρυτινὰ στρατεύματα ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν εἰς βοήθειάν μας ς᾿ τὴν Πάνω-Χρέπα·
ἐπῆγα εἰς αὐτοὺς, τοὺς ἐπαρακίνησα νὰ φκιάσουν ταμπούρια εἰς τὸ Περθῶρι, διὰ νὰ σφίξωμεν στενὰ τὴν Τριπολιτζᾶ. Αὐτοὶ μοῦ ἔβγαλαν ἕνα ψεύτικο γράμμα, ὅτι τάχα ἦλθαν πολλοὶ Τοῦρκοι εἰς τὰ μαῦρα λιθάρια, καὶ ἔτζι ἀνεχώρησαν, καὶ ἐπῆγαν ἔξη ὥραις μακρυὰ ἀπὸ τὴν Τριπολιτζά. Ο Σωτὴρ Χαραλάμπης εἰς τοῦ Γκόζη, καὶ ὁ ᾿Ανδρέας Ζαΐμης εἰς τὸ Μπακράτι. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν στενοχωρηθῆ ἀπὸ τοὺς Ελληνας. Εἰς ταῖς Καλτεζιαῖς, Ἐπαρχία Μιστρᾶ, ἔγεινε Συνέλευσις ἀπὸ μέρος προὐχόντων τῆς Πελοποννήσου καὶ τὸ εὕρηκαν εὔλογον νὰ φέρωμεν τὸν Μαυρομιχάλην, ὁποῦ ἦτον εἰς τὴν Καλαμάταν.
Ἐπῆγε ὁ Κανέλος ὁ Δελιγιάννης καὶ ὁ Πονηρὸς, τὸν ἐπῆραν ἀπὸ τὴν Καλαμάταν, τὸν ἐπῆγαν εἰς τὴν Στεμνίτζα καὶ τὸν ἔκαμαν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας, καὶ ἔγραψαν εἰς τὴν Ὕδραν, εἰς ταῖς Σπέτζαις, εἰς τὴν Επτάνησον. Εἰς τὴν Ρούμελη ἡ Δυτική Ελλὰς εἶχε ἀποστατήσει τὸν Μάϊο, καὶ ἡμεῖς ἐκυττάζαμεν τὴν δουλειά μας, κάθε ήμέρα εἴχαμε ἀκροβολισμούς. Μέσα εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ ἦσαν 14,000 ἄρματα καὶ 8,000 Καββαλαρέοι. Τὸν Ιούνιο Μήνα ἦλθε ὁ Ὑψηλάντης εἰς τὸ Αστρος καὶ ἐσυνάχθηκαν ὅλοι οἱ Ἄρχοντες τῆς Πελοποννήσου, ᾿Ανδρέας Ζαίμης, Σωτὴρ Χαραλάμπης, Πετρόμπεης, ᾿Αναγνώστης Δελιγιαννέοι καὶ λοιποῖ, καὶ ἐγὼ, καὶ ἐπήγα - μεν νὰ προϋπαντήσωμεν τὸν Ὑψηλάντη.
Εἰς τὸ ὁρδὶ ἄφησα τὸν Πᾶνο υἱόν μου, Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, ᾿Αναγνωσταρᾶ, Γιατράκο, Μητροπέτροβα καὶ λοιπούς· τὸν ἐκαρτερέσαμεν μὲ παράταξι, καὶ ἔτυχαν καὶ οἱ Σπετζιῶτες προϋχοντες ἐκεῖ καὶ ἐπήγαμεν ὅλοι, καὶ τὸν ἐπήγαμεν εἰς τὰ Βέρβενα· ἐκεῖ ὁ Ὑψηλάντης ἐγύρευε νὰ κάμῃ πράγματα ὁποῦ δὲν ἄρεζαν τῶν ἀρχόντων καὶ ἔτζι ἐφιλονείκησαν. Ο Υψηλάντης εἶχε μαζύ του τὸν Βάμβα, ᾿Αναγνωστόπουλο, ᾿Αντωνόπουλο, καὶ μιὰ πενηνταριὰ μαθητὰς τῆς Εὐρώπης Ελληνας. Ἐκεῖ ἤθελε νὰ κάμῃ ὡς Ἐπίτροπος τοῦ γενικοῦ Ἐπιτρόπου» οἱ "Αρχοντες δὲν ἠθέλησαν καὶ ἔτζι ἐδυσαρεστήθη ὁ Υψηλάντης καὶ ἀνεχώρησε διὰ τὴν Καλαμάτα.
Ὁ ᾿Αλέξανδρος Κατακουζηνὸς εἶχε σταλθῆ εἰς τὴν πολιορ- κίαν τῆς Μονοβασίας. Εἰς τὰ Βέρβενα ἦσαν συναγμένος ,ἕως 5,000 στρατιῶτες, αὐτοὶ ἐπῆραν ὅλοι τὰ ἅρματα διὰ νὰ σκοτώσουν ὅλους τοὺς ἄρχοντας· ἦλθαν καὶ μᾶς πολιόρκισαν εἰς τὸ Κονάκι τοῦ Πετρόμπεη, ὅπου εἴμεθα ὅλοι συναγμένοι· ἤκουσα τὸν θύρυβο καὶ ἠθέλησα νὰ ἔβγω ἐξω, ὁ Κανέλος Δελιγιάννης μ᾿ ἐμπόδιζε, τοὺς εἶπα: ἀφήσετε νὰ ἔβγω μήπως γένη ἀρχὴ καὶ πέσει κανένα τουφέκι καὶ τότε μᾶς σκοτώσουν ὅλους·
ἐγὼ στρατιώτας δὲν εἶχα τότες, ἐβγῆκα ἔξω καὶ ὡμίλησα: Ἕλληνες, τί θέλετε; ἐλᾶτε ἐδῶ· καὶ εὐθὺς ἔτρεξαν καὶ μὲ σήκωσαν εἰς τὸν ἀέρα, Μοῦ λέγουν: ὅτι θέλομε νὰ σκοτώσωμε τοὺς ἄρχοντας, διότι μᾶς ἐδίωξαν τὸν ῾Υψηλάντη· ἐγὼ τοὺς εἶπα: ἐλᾶτε νὰ σᾶς εἰπῶ πρῶτον καὶ ἐγὼ, ἔπειτα εἶμαι συμβοηθός σας νὰ τοὺς, σκοτώσετε· τοὺς ἐτράβιξα τίρο τουφέκι, εἰς μία βρύσι ὅλους, καὶ ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς μία πέτρα γιὰ νὰ ἀκοῦν ὅλοι, καὶ τοὺς εἶπα: διατὶ θέλομε τὸν χαϋμό μας μονάχοιμας; ἡμεῖς ἐσηκώσαμε τὰ ἅρματα διὰ τοὺς Τούρκους καὶ ἔτζι ἀκουσθήκαμεν εἰς τὴν Ευρώπη, ὅτι ᾿σηκωθήκαμεν οἱ Ἕλληνες διὰ τοὺς Τυράννους, καὶ στέκεται ὅλη ἡ Εὐρώπη νὰ ἰδῇ τί πρᾶγμα εἶναι τοῦτο.
Οἱ Τοῦρκοι ὅλοι εἶναι ἀκόμη ἀπείραγοι εἰς τὰ Κάστρα καὶ εἰς ταῖς χώραις, καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ βουνὰ, καὶ ἂν σκοτώσωμεν τοὺς προεστοὺς θὰ εἰποῦν οἱ Βασιλεῖς, ὅτι τοῦτοι δὲν ἐσηκώθησαν διὰ τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ σκοτωθοῦν συνατοίτους, καὶ εἶναι κακοὶ ἀνθρώποι, Καρβονάροι, καὶ τότε εἰμποροῦν οἱ Βασιλεῖς νὰ βοηθήσουν τὸν Τοῦρκο καὶ νὰ λάβωμε ζυγὸν βαρύτερον ἀπὸ ἐκεῖνον ἀποῦ εἴχαμε· γράφομε καὶ ἔρχεται ὀπίσω ὁ Υψηλάντης καὶ μὴν ἐπῆρε ὁ νοῦς σας ἀέρα. Τότε τοὺς ἡσύχασα.
Οἱ ἄρχοντες καὶ ὁ Μαυρομιχάλης ἔστει λαν τὸν ᾿Αναγνωσταρᾶ καὶ ἐγύρισαν ὁπίσω τὸν Ὑψηλάντη, καὶ ἐπῆγε πᾶσα ἕνας εἰς τὴν θέσι του. Τότε ἐπροσκύνησε ἡ Μονοβασιὰ εἰς τὸν Κατακουζινό· ἐπολιορκοῦσαν ἐκεῖ οἱ Μανιᾶται καὶ οἱ Τζάκονοι διὰ ξηρᾶς, καὶ διὰ θαλάσσης Σπετζιώτικα Καράβια. Καὶ μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἐπαραδόθηκε καὶ τὸ Νιόκαστρο, έπολιορκοῦσαν Μανιάτες, ᾿Αρκαδινοὶ καὶ Μεσσήνιοι διὰ ξηρᾶς, καὶ διὰ θαλάσσης Σπετζιώτικα Καράβια. Σὰν ἐπήγαμε εἰς τὰ Τρίκορφα, εἴπαμε τοῦ Πετρόμπεη νὰ στείλη εἰς τὴν Μάνη νὰ φέρῃ βοήθεια, καὶ μᾶς ἀπεκρίθηκε: ὅτι οἱ Μανιάτες δὲν ἐβγαίνουν ἂν δὲν πληρωθοῦν· τότε ἦλθαν 500 Μανιάτες καὶ τοὺς ἐπλέρωναν ὅλαι αἱ Ἐπαρχίαι ὁποῦ ἐπολιορκοῦσαν τὴν Τριπολιτζᾶ, καὶ ἡ Καρύταινα ξεχωριστὰ ἐπλήρωνε 300 Μανιάτες τοῦ Μούρτζινου.
Ἐφέραμεν ἕνα κανόνι ἀπὸ τὸν Μιστρᾶ καὶ ἐκανονιτζάραμε τὴν Τριπολιτζᾶ ἀπὸ μακρυά. Εκείναις ταῖς ὥραις ἐκάθοντο οἱ Αρχοντές μας εἰς τὴν Ζαράκωβα, δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα: τί τοὺς ἐζήτησε ὁ Υψηλάντης καὶ οἱ ῎Ἄρχοντες δὲν τὸν ἐδέχθηκαν· τὸ στράτευμα σὰν τὸ ἤκουσε αὐτὸ, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ζαράκωβα νὰ τοὺς σκοτώσῃ· μοῦ ἔκαμε μία ἀναφορὰ καὶ μοῦ ἔλεγε, ὅτι: οἱ ᾿Αρχοντες δὲν θέλουν νὰ ὑπογράψουν ἐκεῖνο ὁποῦ ζητῆ ὁ Υψηλάντη;, καὶ μοῦ ζητοῦσαν τὴν γνώμη μου διὰ νὰ τοὺς σκοτώσουν· καὶ ἐγὼ τοὺς ἀπεκρίθηκα: μείνετε ἥσυχοι καὶ ἐγὼ τελειόνω καὶ τούτην τὴν δουλειά·
ἐσηκώθηκα λοιπὸν τὸ μεσημέρι καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζαράκωβα, ηὕρηκα τοὺς Αρχονταις, τοὺς εἶπα: τί κάνετε; κάμετε ὅ,τι κάμετε, ὑπογράψατε ὅ,τι σᾶς ζητεῖ ὁ Υψηλάντης διὰ νὰ τε λειώσῃ καὶ αὐτὸς ὁ βρασμός· καὶ ἔτζι ἐτελείωσε καὶ αὐτό. Τὴν ἡμέρα τοῦ 'Αγίου Ηλία, ταῖς 20 Ιουλίου οἱ Τοῦρκοι ἦλθαν εἰς ἡμᾶς καὶ ἐπῆγαν εἰς τοὺς 'Αγιοπετρίτας καὶ Τζακώνους· ἐκείνη ἡ ἡμέρα ἦτον δυςυχισ μένη διὰ ἡμᾶς, ἐσκοτώθηκαν 15 ‘Αγιοπετρίτες καὶ 10 Μισοριώτες· καθημερινῶς εἴχαμε πόλεμο ἀπὸ τὸ μεσημέρι ἕως εἰς τὸ βράδυ, καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐμβάζαμεν μέσα·
ἐσιμόσαμεν τόσο κοντά, ὁποῦ ἐφέραμεν κοσμῆτες διὰ νὰ φτιάσουν λαγοῦμι εἰς τὴν μεγάλη τάπια τῆς Τριπολιτζᾶς. ᾿Αρχισαν ἡ ζωοτροφίαις νὰ ὀλιγοστεύουν ς᾿ τὴν Τριπολιτζά, καὶ ἔδιωχναν ταῖς Ἑλληνικαῖς φα· μηλιαῖς ἀπὸ μέσα διὰ νὰ μὴν τρώγουν τὸν ζαερὲ, καὶ ἔτζι εἴχαμεν κάθε ἡμέραν εἴδησιν, τί ἔκαμναν καὶ δὲν ἔκαμναν μέσα οἱ Τοῦρκοι· τοὺς ἔφερναν εἰς τὸ ὁρδί μου καὶ τοὺς ἐξέταζα. Νερὸ τοὺς ἔλειψε, ἐῤῥίψαμε φλό μο εἰς τὰ τριγυρινὰ νερά· οἱ Ἕλληνες ἐπήγαιναν ἕως εἰς τὰ τείχη τῆς Τριπολιτζᾶς.
Μία ἡμέρα ἔμαθα ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα, ὅτι ὁ Κιαμίλμπεης έτοιμάζεται μὲ μιὰ τριακοσαριὰ ἢ πεντακοσαριὰ διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κόρινθο καὶ ἔμελλε ν' ἀπεράσῃ ἀπὸ τὸ Μήτικα. Ἐγὼ σὰν τὸ ἄκουσα αὐτὸ (μόλον ὅτι ἦτον ψεῦμα), ἐγνοιάσθηκα καὶ ἐπῆρα 10 Καβαλαραίους καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Μήτικα διὰ νὰ ἰδῶ τὸ στράτευμα, καὶ ἀντὶ 200 Τριπολιτζόταις ὁποῦ εἶχα διατάξει νὰ μένουν ἐκεῖ δὲν εὕρηκα παρὰ 30· τοὺς ὡμίλησα μὲ τὰ χαράματα καὶ ἦλθαν· τοὺς ἐμάλωσα διατὶ ἦτον τόσον ὀλίγοι, καὶ αὐτοὶ μοῦ εἰπαν, ὅτι: δὲν ἦτον ἄλλοι φερμένοι καὶ ἦ τον 20 ἡμέραις ὁποῦ ἐφύλαγαν ἐκεῖ.
Ο Νταγρές μὲ 200 ἀνθρώπους ἦτον εἰς τὰ Τζιπιανὰ καὶ εἰς ταῖς ῥάχαις· τότε τοὺ; ἔρῥιξαν μερικὰ τουφέκια· ἐκατέβηκαν καὶ αὐτοί, καὶ τοὺς ἐπῆρα καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Χωρίον Λουκᾶ· ἔπειτα ἐπῆρα τοὺς 200 τοῦ Νταγρὲ καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ Μήτικα ἀντίκρυ εἰς τὴν Καπνίστρα καὶ ἔφκιασαν ταμπούρια· κυττάζω τὴν γῆν, καὶ ἦτον εὔκολο νὰ σκαφθῇ ἀπὸ τοῦ Μήτικα ἕως εἰς τὴν πέρα μεριᾶ τῆς Καπνίστρας, ὅπου ἄφηκα τοὺς στρατιώτας τοῦ Νταγρέ· ἦτον μακριὰ ἕνα μίλι, καὶ τὸ μισὸ ἦτον γράνες ἀμπελιῶν· τοὺς λέγω: νὰ φτιάσωμε μία γράνα ἐδῶ· τότε ἔγραψα μία διαταγὴ εἰς τὰ Τριπολιτζότικα χωριά: νὰ μαζωχθοῦν 70 ὡς 200 καὶ νὰ σκάψουν μία γράνα (χαντάκι), καὶ νὰ ῥίχνουν τὸ χῶμα κατὰ τὴν Τρι πολιτζά, ἐπειδὴ δὲν ἤλπιζα ὅτι θὰ 'περάσουν τὴν ἄλλη μεριὰ τῆς γράνας· καὶ εἰς 3 ἡμέρας τὴν ἔφτιασαν, τὴν ἐπῆγα ἕως τὰ ταμπούρια καὶ τὴν ἄφησαν 700 βήματα ἕως τὴν ῥίζα τοῦ βουνοῦ, ὁποῦ εἴχαν τὰ ταμπούρια· τὸ ἄφημα αὐτὸ ἔγεινε πρὸς ὄφελος τῶν Ελλήνων.
Ο Κεχαϊᾶς εἰς τρεῖς τέσσαρες ἡμέραις μὲ 6,000 στράτευμα ἐβγῆκε 'καὶ ἐπῆγε κατὰ τὰ Δολιανὰ καὶ γυρίζει ἔπειτα καὶ πλακώνει τὸν Νταγρὲ, καὶ τὸ χαλᾶν αὐτὸ τὸ ὁρδί· τοῦ ἐσκότωσαν. 27 καὶ 20 λαβωμένους. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶδαν τὴν γράνα, διατὶ ἦτον νύκτα, μόνον εἶδαν τὴν ἄκρην καὶ εἶπαν: οἱ Γκιαούριδες σύνορα κάμνουν, μοιράζουν τὴν γῆν. Ο Νταγρὲς ἐκλείσθη εἰς μία Σπηλιὰ μὲ 4. Ευθὺς σὰν ἤκουσα τὰ τουφέκια, ἐκατάλαβα ὅτι ἐκτύπησαν τὸν Νταγρὲ καὶ ἐκίνησα· εἰ δοποίησα ὅλα τὰ ὁρδιὰ τὰ Καρυτινὰ νὰ τραβοῦν κοντά μου, καὶ ἐγὼ ἐβγῆκα μὲ τὸν Αϊουτάντε μου Φωτάκο, εἰς τὸ Χωματοβοῦνι, καρσὶ (ἀντίκρυ) ς᾿ τὸ Μήτικα, καὶ μιὰ τρακοσαριά, οἱ ὀγλιγορώτεροι, τοὺς ἔστειλα νὰ πιάσουν τὴν γράνα καὶ νὰ πᾶνε εἰς βοήθεια τοῦ Νταγρέ ἐπέρασαν αὐτοὶ ἀπὸ κοντᾶ, ἦλθαν ἄλλο: 200. τοὺς ἔττει λα καὶ αὐτοὺς, καὶ ἦλθαν Καρυτινοὶ 1,000.
Οἱ Τοῦρκοι ὁποῦ εἶχαν μείνει ς᾿ τὴν Τριπολιτζᾶ, ἐβγῆκαν κι ἐπολεμοῦσαν διὰ νὰ ἐμποδίσουν τοὺς Ἕλληνας νὰ ἔλθουν εἰς βοήθειαν. Οἱ στρατιῶτες ὁποῦ εἶχα στείλει ἐκτύπησαν τοὺς Τούρκους ἀποπάνω, καὶ τοὺς ἐτζάκισαν, καὶ ἐγλύτωσαν τὸν Νταγρέ το μεγαλήτερο μέρος τοῦ Τουρκικοῦ στρατεύματος, εὑρίσκετο εἰς τοῦ Λουκᾶ τὸ χωριὸ, καὶ ἐφόρτωναν 600 φορτώματα ζωοτροφίας. Ὁ Κεχαϊᾶς ἔστειλε 300 καβαλαραίους διὰ νὰ περάσουν τὴν γράνα· τοὺς ἐβάρεσαν οἱ ἐδικοίμας, καὶ ἔπειτα τοὺς ἄνοιξαν οἱ ἐδικοίμας καὶ ἐπέρασαν οἱ 300 Τοῦρκοι, ἐσκότωσαν 5, λαβωμένο: 10, 15 ἄλογα.
Ἐγὼ ἐδυνάμωσα τοὺς Ἕλληνας. Τότε ξεκινᾷ ὁ Κεχαϊας 1,000. Οἱ Ελληνες ἐδιαμοιράσθηκαν πλάτη μὲ πλάτη, καὶ ἡμεῖς ἐκτυπούσαμε τοὺς Τούρκους ὁποῦ ἦτον ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος· τοὺς ἐκτύπησαν τοὺ; 1,000· ἐσκότωσαν μιὰ πενηνταριὰ ἀπ᾿ αὐτοὺς, καὶ πολλοί λαβωμένοι, καὶ πολλὰ ἄλογα· ἔπειτα ἦλθε καὶ τὸ μεγάλο σῶμα τῶν Τουρκῶν μὲ τὰ φορτώματα ἕως 600 μουλάρια καὶ ἄλογα μὲ τοὺς πεζοὺς καὶ καβαλαραίους· τὰ φορτώματα τὰ εἶχαν εἰς τὴν ἄκρη.
Οἱ Ἕλληνες ὁποῦ εἶχα στείλει εἰς βοήθειαν τοῦ Νταγρέ, τοὺς ἔφερναν πολεμῶντας ἀποπίσω κατάκαμπα. Κάμνει γιουρούσι καὶ ἡ 'περασμένη καβαλαριὰ καὶ ἡ ἀπέραστη· σκοτώνουν 80 καβαλαραίους, καὶ ὅλα τὰ φορτώματα μένουν εἰς τὴν ἐξουσία τῶν 'Ελλήνων. Οἱ Έλληνες ἐδόθησαν εἰς τὰ λάφυρα, καὶ ἐγλύτωσαν οἱ Τοῦρκοι, διότι δὲν τοὺς ἐπῆραν κυνηγῶντας. Επάσχισα μὲ τὸ σπαθὶ, μὲ ταῖς κολακείαις διὰ νὰ τοὺς κινήσω, πλὴν 80 = δὲν ἄκουαν, καὶ ἔτζι ἐγλύτωσαν οἱ Τοῦρκοι. Εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον Τοῦρκοι ἦσαν 6,000, οἱ περισσότεροι καβαλαραῖοι, Ἕλληνες ἦσαν 1,000 ὅλοι Καρυτινοί·
ἐλαβώθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κεχαϊάμπεη, ἕλληνες 2 μόνον ἐσκοτώθησαν καὶ 2, 3 λαβωμένοι· οἱ Τοῦρκοι 120 σκοτωμένοι καὶ χωριστὰ οἱ λαβωμένοι. Οἱ Τοῦρκοι πλέον δὲν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Τριπολιτζᾶς, ἦτον ἡ ὕστερή τους φορά· ἐπολεμοῦσαν ἀπὸ τὰ τείχη, ἀπελπίσθησαν δια νὰ εὕρουν πλέον ζωοτροφίας· εἰς τὰς 10, 15 Αὐγούστου ἔγεινε' αὐτὸς ὁ πόλεμος, ἕνας μῆνας, πρὶν νὰ παρθῇ ἡ Τριπολιτζά. Βπῆγα μία νυκτιὰ καὶ ἔπιασα τοῦ Μαντζαγρᾶ· Εκάμαμε χαντάκια καὶ ἔκαμα καὶ ἦλθε ὁ Δημητράκης Δελιγιάννης μὲ τὸ σῶμά του καὶ ἔπιασε αὐτὸ τὸ χωριὸ 10 λεπτὰ μακρυκ ἀπὸ τὴν Τριπολιτζά.
Τὰ τούρκικα ἄλογα ἄρχιζαν νὰ ἀποσταίνουν, διότι δὲν εἶχον πλέον νὰ φάγουν· ἔστειλα τὸν Γενναῖον καὶ ἐμάζωξε Τζακωνίτες καὶ 'Αγιοπετρίτες καὶ τοὺς ἔσμιξε μὲ τὸν Παναγιώτη Ζαφυρόπουλο καὶ Γεωργάκη Τζάκονα κ' ἔπιασαν τὴν Βουλιμὴν, δὲν φθάνει τὸ κανόνι ἐκεῖ, παρομοίως ἔστειλα τὸν Κεφαλᾶ μὲ Μεσσηνίους κατὰ τὸν "Αγιον Σώστη καὶ ἐταμπουρώθη, καὶ ἔτζι δὲν τοὺς ἀφίναμε μὲ τελειότητα νὰ σπαράξουν πλέον. Οἱ ᾿Αρβανίτες ἄρχισαν νὰ ἔχουν ὁμιλίαις μὲ ἡμᾶς· αὐτοὶ ἦτον 3,000 καὶ ἐκείνη ἦτον ἡ δύναμις τῆς Τούρκικης φρουρᾶς, μὲ ἐπρόβαλαν νὰ τοὺς ἀφήσω ν᾿ ἀπεράσουν καὶ τοὺς ὑπεσχέθηκα, τοὺς μὲν Τούρκους ἐντοπίους νὰ τοὺς ἀφήσωμε χωρὶς τὰ ἅρματά τους καὶ τοὺς ᾿Αρβανίτας μὲ τὰ ἄρματά τους.
Ωμίλησα μὲ τοὺς ᾿Αρχοντας, μὲ τὸν Μαυ- ρομιχάλη πρῶτα καὶ ἔπειτα ἔδωσα λόγον τιμῆς εἰς τοὺς ᾿Αρβανίταις διὰ νὰ ἀναχωρήσουν. Κατὰ τὸν Ἰούνιον Μῆνα ὅταν πολιορκούσαμεν τὴν Τριπολιτζᾶ ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ Ντερβένια τὸν Μακαρίτην Πᾶνο. Ὁ Πᾶνος, ὁ Ὑψηλάντης, ὁ Γενναῖος, ὁ ᾿Αποστόλης ἦτον εἰς τὰ Βασιλικὰ, Ἐπαρχία τῆς Κορίνθου, διότι τοὺς εἶπαν ὅτι ἦλθαν Τούρκοι. Τὸ στράτευμα, 700, μὲ τὸν Ὑψηλάντην ἀπὸ τὴν ᾿Αγία Εἰρήνη ἀγνάντευαν τὸν στόλο ποῦ καίγει τὸ Γαλαξίδι.
Ὅταν 'πολιορκούσαμε στενὰ τὴν Τριπολιτζᾶ, ἔβγαιναν ἔξω οἱ πολιορκημένοι, ς τὸν πόλεμον τοὺς ἐπιάναμε, μεταξὺ αὐτῶν ἐπιάσθη ὁ Χαντζῆ Χρήστος, ὁ Κότζος· οἱ Βούλγαροι ἦτον σείζιδες· ὡς 200 ἐπιάσαμεν, ἦτον χριστιανοί. Ἐν ταυτῷ ἄρχισαν οἱ Αρβανίταις νὰ πραγματεύωνται— ἦτον ἕνας γραμματικὸς μὲ τοὺς ᾿Αρβανίταις, γραμματικὸς τοῦ Βελήμπεη καὶ Αλμάσμπεη· Αὐτὸς ἔκαμνε τὸν μεσίτη μὲ τοὺς Αρβανίταιςνὰ τοὺς ᾿βγάλωμεν· οἱ ἐπίλοιποι Τοῦρκαι μανθάνοντας τὸ τραττάτο, ἠθέλησαν νὰ πάρουν μέρος καὶ αὐτοὶ·
ἐβγαίνανε εἰς ἕνα μέρος, ἐπήγαινε ὁ Πετρόμπεης, ὁ ᾿Αναγνώστης Ντελιγιάννης, Κρεβατᾶς καὶ ἄλλοι, καὶ τοὺς ἐλέγαμε, νὰ ἀφήσουν τ᾽ ἄρματα, καὶ νὰ τοὺ; μβαρκάρωμε ὅπου θέλουν· ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὄχι, μὲ τ᾿ ἄρματά μας· στέλνουμε, ςτοὺς ᾿Αρβανίταις, διὰ νὰ ἐμπιστευθοῦν νὰ ἐβγοῦν, τὸν Κολιόπουλο ὡς ἐνέχυρον. Βλέποντες οἱ Ελληνες ὅτι θὰ πέσει ἡ Τριπολιτζᾶ, ἐμαζώχθηκαν 20,000 (22 Σεπτεμβρίου)· καθὼς ἐδοκίμασαν οἱ ᾿Αρβανίταις νὰ φύγουν, ἐπήδησαν οἱ Ἕλληνες μέσα ἀπὸ τὴν τάπια τοῦ Σαραγιοῦ.
Οἱ ᾿Αρβανίταις ἐβγῆκαν ἔξω, ἐπῆραν τὸν Κολιόπουλο, ἐτράβηξαν κατὰ τὸν Μήτικα ἕως 2,500. Μπαίνοντας τ' ἀσχέρι, ἔβαλα τελάλι νὰ μὴ σκοτώ 82 = σουμε τοὺς ᾿Αρβανίταις· ἐβγῆκαν ὡς 2,000, καὶ μέσα εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ ἔκοβαν. Τὸ ἄλογό μου ἀπὸ τὰ τείχη ἕως τὰ σαράγια δὲν ἐπάτησε γῆ. ᾿Αρβανίταις κλεισμένοι εἰς τὸν Πύργο, δὲν πείθονται εἰς τὴν φωνή μου. Ἐκεῖ ποῦ ἐβγῆκα μὲ τοὺς Ἕλληνας, τὸ πρᾶγμα τους οἱ ᾿Αρβανῖταις τὸ εἶχαν στελμένο εἰς τὸ τζατῆρί μου ἀπὸ ἡμέρας μπροστὰ τρεῖς.
Πηγαινάμενος ἐκεῖ, δοχίμασαν οἱ Ἕλληνες νὰ κτυπήσουν τοὺς ᾿Αρβανίταις, ἐγὼ τοὺς εἶπα: ἐὰν θέλετε νὰ βαρέσετε τοὺς ᾿Αρβανίταις σκοτώσετε ἐμένα πρῶτα, εἰ μὴ καὶ εἶμαι ζωντανὸς ὅποιος πρωτορίξει ἐκεῖνονε πρωτοσκοτόνω πρῶτα· κ᾽ ἐμβῆκα μπροστὰ μὲ τοὺς σωματοφύλακάς μου, καὶ ἐμίλησα τῶν ᾿Αρβανίτων καὶ ἦρθαν ὁ Λιμάμπεης καὶ ὁ Βελήμπεης οἱ δύο ᾿Αρχηγοὶ τῶν ᾿Αρβανίτων καὶ τοὺς ἐζήτησα 2 ἐνέχυρα, καὶ τοὺς ἔδοσα τὸ πρᾶγμα τους, 13 φορτώματα. Εἰς τὸ τραττάτο ἦτον οἱ πρώτιστοι τῶν Ἑλλήνων·
ἐγὼ ἔμεινα πιστὸς εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου. Ἐπῆρα τὸν Κολιόπουλο ἀπὸ τοὺς Αρβανίταις καὶ τοὺς ἔδοσα τὸν Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, Χρηστάκη καὶ Βασίλη ᾿Αλωνισθιώτη. Τὸν Κολιόπουλο τὸν ὠρδίνιασα μὲ 300 ἀνθρώπους νὰ τοὺς ξεβγάλη· ἔτζι τοὺς ἐπῆρε εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Βοστίτζα, καὶ ὁ Κολιόπουλος ἐγύρισε ὀπίσω. Τὸ ἀσκέρι ὁποῦ ἦτον μέσα τὸ Ἑλληνικὸ ἔκοβε καὶ ἐσκότωνε ἀπὸ Παρασκευή ἕως Κυριακή, γυναῖκαις, παιδιὰ καὶ ἄνδραις 32,000· μία ὥρα ὁλόγυρα τῆς Τριπολιτζᾶς. "Ένας Υδραῖος ἔσφαξε 90.
Ἕλληνες ἐσκοτώθηκαν 100: ἔτζι ἐπῆρε τέλος. Τελάλη, νὰ παύσῃ ὁ σφαγμός. 83 = Τοῦ Σεχνετζίμπεη ἡ φαμηλιὰ ἔμεινε μ᾿ ἐμὲ, 24 ἄνθρωποι· τὸν Κιαμίλπεη τὸν πῆρε ὁ Γιατράκος - ὁ Κεχαϊᾶς ἔμεινε αἰχμάλωτος μὲ τὰ χαρέμια καὶ τὰ περίλαβε ὁ Πετρόμπεης. Μετὰ τὴν νίκη τοῦ Βαλτετζιοῦ τοῦ εἶχα γράψει ἕνα γράμμα καὶ τοῦ ἔλεγα, ὅτι : σ' ἐνόμισα τακτικὸν καὶ ἦλθες κλέφτικα νὰ πολεμήσῃς, μανθάνω ὅτι κάνεις προσκυνοχάρτια εἰς τοὺς Ῥωμαίους, δὲν εἶναι τώρα καιρὸς διὰ τοὺς Τούρκους νὰ δίνῃς προσκυνοχάρτια, ἀλλὰ εἶναι τῶν Ἑλλήνων καιρὸς νὰ δίνουν εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ ἐλπίζω νὰ σοῦ δώσω ῥάγι, ἂν γλυτώσης, νὰ πᾶς εἰς τὸν τόπον σου, βάστα ὅσο ᾿μπορέσεις καὶ καλὴν ἀντάμωσιν εἰς τὸ Σαράγι σου.
Καὶ ὁ Θεὸς τὸ ἤφερε καὶ ἐσμίξαμε εἰς τὸ Σαράγι – ἤμουν σκλάβος εἰς τοὺς Ρούσσους ἔλεγε ὁ Κεχαϊᾶς, καλήτερα νὰ χαθῶ εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλοῦ θὰ μὲ στείλῃ ὁ Σουλτάνος νὰ χαθῶ — μὴν φοβᾶσαι, δὲν φονεύομε ὅσους ἐπροσκύνησαν. Τοὺς ἐπαραδώκαμεν εἰς τὴν φύλαξιν τῶν Μαυρομιχαλέων. Ὅταν ἐμβῆκα εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ μὲ ἔδειξαν εἰς τὸ παζάρι τὸν Πλάτανο ὁποῦ ἐκρέμαγαν τοὺς Ἕλληνας, ἀναστέναξα καὶ εἶπα : ἄΐτε, πόσοι ἀπὸ τὸ σόγι μου καὶ ἀπὸ τὸ ἔθνος μου ἐκρεμάσθησαν ἐκεῖ, καὶ ἐδιέταξα καὶ τὸν ἔκοψαν·
ἐπαρηγορήθηκα καὶ διὰ τὸν σκοτομὸν τῶν Τουρκῶν. Ὅταν ἐκίνησα διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Βαλτέτζι, εἰς τὸν δρόμον ἰβγῆκαν τρεῖς λαγοὶ καὶ τοὺ; ἔπιασαν ζωντανοὺς οἱ Ἕλληνες, τότε τοὺς εἶπα, ὅτι ἡ νίκη παιδιὰ εἶναι ἐδική μας. Εἶχαν πρόληψι οἱ "Έλληνες ὅταν ἔβλεπαν λαγοὺς καὶ ἐπερνοῦσαν ἀπὸ τὸ στρατόπεδο καὶ δὲν τοὺς ἐσκότωναν ἢ δὲν τοὺς ἔπιαναν ἡ καρδιὰ τῶν Ἑλλήνων έ- κρύωνε, ὅτι θὰ χάσουν τὸν πόλεμο. Ἀπὸ βουνὸ εἰς βουνὸ εἶχα τουφέκια μὲ φωτραῖς καὶ 6 εἰς ὀλίγαις ςιγμαῖς ἔδιδα εἴδησιν εἰς τὰ μακρυνὰ στρατεύματα.
Μία φορὰ εἰς τὰ τρίκορφα ὁ ᾿Αναγνώστης Ζαφυρόπουλος ἀπὸ τὸ Ζυγοβίςι, τὸν ὁποῖον εἶχα γραμματικόν τότε, μὲ ἤβλεπε ὁποῦ ἀγωνιζόμουνα εἰς τὰς 24 ὥρας. Εἰς τὰς 20 ἐπήγαινα εἰς τὴν τέντα μου καὶ ἔτρωγα όλίγο ψωμί· μοῦ εἶπε; ἄϊτε Κολοκοτρώνη παιδεύσου, παιδεύσου, καὶ ἡ πατρίς σου θέλει σὲ ἀνταμείψει· ἐγὼ τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι, ἐμένα ἡ πατρὶς θὰ πρωτοεξορίσει, καὶ ἡ τύχη τὸ ἤφερε καὶ ἀλήθευσα. Εἴχαμε σχέδιο νὰ προβάλωμεν εἰς τοὺς Τούρκους τῆς Τριπολιτζᾶς νὰ παραδοθοῦν, καὶ ἔτζι νὰ στείλωμεν ἀνθρώπους μέσα νὰ μαζευθοῦν ὅλα τὰ λάφυρα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ διαμοιράσουν κατ᾿ ἀναλογίαν εἰς διαφόρους κπαρχίας καὶ νὰ βγάλουν διὰ τὸ ἔθνος· ἀλλὰ ποιὺς ἦ κουσε.
ἩΚαρύταινα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς πολιορκίας τῆς Τριπολιτζᾶς ἕως τὴν πτῶσιν της ἔδωσε 48,000 σφαχτὰ καὶ ἐράνους ἀπὸ τοὺς εὐκαταστάτους. Ἔπειτα ἀπὸ 10 ἡμέρας ἐβγῆκαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες μὲ τὰ λάφυρα καὶ ἐπῆγαν εἰς ταῖς ἐπαρχίαις τους σκλάβους, σκλάβαις. Σὲ 10 ἡμέραις ὁποῦ ἐπείκασα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐσιγουρεύθηκαν τὰ λάφυρά τους, ἐκάμαμε συνέλευσι, ὁ ῾- ψηλάντης, ὁ Πετρόμπεης καὶ ἄλλοι, ὁποῦ εἴχαμεν ἀρχήν· τοὺς εἶπα, ὅτι, εἶναι καιρὸς νὰ ἐκστρατεύσωμε τώρα καὶ νὰ κινήσω διὰ τὴν Πάτρα, καὶ τὸ ἔκριναν εὔλογον· τότε ἐκίνησα μόνον με 40 σωματοφύλακας γιὰ τὴν Πάτρα·
ἔστειλα προσταγὴ εἰς τὴν ἐπαρχία τῆς Καρύταινας, νὰ μαζωχθοῦν τὰ στρατεύματα διὰ τὴν Πάτρα· καὶ ὅταν ἔφθασα στὰ Μαγούλγανα ἔξη ὥραις ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ ἐσυνάχθηκαν 1200 στρατιῶταις, καὶ ἕως νὰ κατεβῶ εἰς τὴν 85 = Γαστούνη ἐμάζωνα 10,000. ᾿Ακούοντας ὅτι ἐκστράτευα διὰ τὴν Πάτρα οἱ ᾿Αρχοντες, ὁ᾿Α. Ζαΐμης, Σωτήρ Χαλάμπης, Π. Πατρῶν, ποῦ πολιόρκιζαν τὴν Πάτρα, γράφουν ἕνα γράμμα τοῦ Ὑψηλάντη καὶ Πετρόμπεη καὶ ὅλης τῆς τότε Κυβερνήσεως (Γερουσίας)· ἐμάθαμε ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης ἔρχεται εἰς τὴν Πάτρα, ὁ Κολοκοτρώνης νὰ μείνη καὶ νὰ ἔλθῃ βοήθεια μιὰ τριακοσαργιὰ νωμάτοι ἢ μὲ τὸν Δελιγιάννη ἢ μ' ἕνα Μαυρομιχάλη, διατὶ σὲ ἔξη ἡμέραις πέρνομε τὴνΠάτρα,— διατὶ ἔλεγαν τῶν μικρῶν: δὲν συμφέρει, ὅτι ἂν ἔλθη ὁ Κολοκοτρώνης θὲ νὰ πάρῃ καὶ τῆς Πάτρας τὰ λάφυρα καθὼς καὶ τῆς Τριπολιτζᾶς· σκοπός τους ἦτον νὰ μὴ πάρω τὴν Πάτρα καὶ δυναμωθῶ· ἂν μὲ ἄφιναν νὰ πάγω ἀμέσως, θὰ μοῦ ἔδιδαν ἀμέσως τὰ κλειδιὰ οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸν φόβον τους. (᾿Ανάθεμα νὰ ἔχουν).
Οί Λαλαῖοι ἦτον μέσα– πρώην σχετικοὶ τοῦ Κολοκοτρώνη εἶχον ταῖς φαμηλιαῖς των εἰς τὸν Επακτο. - Μοῦ γράφουν ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ, νὰ γυρίσω ὀπίσω, διότι ἡ Πάτρα τελειόνει• νὰ γυρίσῃς ὁπίσω νὰ πᾶμε εἰς τὸ Ναύπλιο. Εγύρισα μὲ τὰ στρατεύματα ποῦ εἶχα συνάξει• παγαινάμενος εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, ἐστείλαμε ἕνα γράμμα νὰ ἰδοῦμε τί κάνουν εἰς τὸ ᾿Ανάπλι ; μᾶς ἀποκρίνονται, ὅτι εἶμεθα ἄξιοι νὰ πάρωμε τ᾿ ᾿Ανάπλι, διότι ἔχει πεῖνα· ἀρχηγοὶ εἰς τὴν πολιορκία, Τζόκρης, Στάϊκος, Σταματελόπουλος, Παππᾶ Αρσένης.
Τὴν ἴδια ὥρα ὁποῦ ἔκαναν τὸ γράμμα ἔφθασε ἕνα καράβι εἰς τὸ ᾿Ανάπλι Αουστριακό φορτω μένο σιτάρι ἕως 10,000 κοιλά. Τὴν ἴδια ὥραν μᾶς στέλνανε ἕνα γράμμα· φθάσετε, ὅτι ἦρθε ἕνα καράβι μὲ προβιζιόναις, καὶ δὲν εἰμποροῦμε μόνοι μας· ἀμέσως ἐκινήθημεν διὰ τὸ Αργος, ὁ Υψηλάντης, ὁ Πετρόμπεης, ἡ τότε Γερουσία. Κάνουν μίαν ἀναφορὰ οἱ Τριπολιτζιῶταις 86 = μοῦ γυρεύουν τὸν Πᾶνο νὰ μείνῃ φρουρὰ διὰ τὴν εὐταξίαν τῆς πόλεως. Τοὺς ἀπεφάσισα͵ καὶ τὸν ἂφηκα. Ἐκστρατεύσαμε καὶ ἐκατεβήκαμε εἰς τὸ Αργος, ἐπήραμε καὶ τὸν Κιαμίλμπεη καὶ ἕνα παιδὶ τοῦ Κιαμίλπεη.
Σὰν ἐκατεβήκαμε στὸ Ἄργος εὑρήκαμε τὴν πολιορκία πολὺ καλά. Ἡ Μποβολίνα μὲ τὸν ἀδελφόντης ἐφύλαγε τὸ μπλόκο. Εκεῖ ποῦ ἐσυνάχθημεν ἦλθαν ἀπὸ Ὑδρα, Σπέτζαις, Πελοπόννησο, νὰ κάμωμε Κυβέρνησι. Τῆς ἴδιαις ὥραις ἀπεφασίσαμε νὰ κάμωμε ῥεσάλτο εἰς τ᾿ ᾿Ανάπλι· ἐκείναις ταῖς ὥραις ἐκαβάλικα νὰ πάγω ς' τοὺς μύλους νὰ ἰδῶ τὰ καράβια, εἰς τὸν δρόμο μ' ἔβριξε τ' ἄλογο καὶ ἤμουν ἄῤῥωστος. Ἔκαναν τὸ συμβούλιο νὰ γενῇ τὸ ῥεσάλτο. Τὸ στεριανὸ στράτευμα νὰ κτυπήση τὸ Παλαμίδι καὶ τῆς Στεριᾶς τὴν πόρτα, καὶ τὰ καράβια νὰ κανονιζάρουν τὸ Καστέλι καὶ τὰ 5 ἀδέλφια, καὶ 500 μικρὰ κρα νιδιώτικα νὰ κτυπήσουν μέσα ἀπὸ τὸ γιαλό.
Η γνώμη μου δὲν ἦτον. Μοῦ εἶπαν σὰν ἦσαι ἀνείμπορος κάτζε· οἱ ἀδελφοί μου πᾶνε νὰ σκοτωθοῦν καὶ ἐγὼ νὰ κάτζω; Ἐμαζώχθηκαν τ᾿ ἀσκέρια σ᾽ τὴν ᾿Αρια. Ὁ Ἰωσαφὰτ ἔβαλε λόγο εἰς τ᾿ ἀσκέρια: ὅποιος σκοτωθῇ, λαβωθῆ, ἡ Πατρίς θέλει τούς βραβεύσει. Εἴμασθε ὡς 4,000· χωρίζουν, 'ς τὸ Παλαμίδι μὲ 1,000 νὰ πάγω ἐγὼ, καὶ ὁ Νικήτας, καὶ Γρατράκος καὶ ἄλλοι, νὰ κτυπήσουν τοῦ γραλοῦ τὴν πόρτα. Ὁ Ταρέλας φιλέλλην εἶχεν ἕως 100. Τοὺς εἶπα, νὰ κτυπήσουν τὰ καράβια πρῶτα ἕως ἔχουν καιρὸν, καὶ ἂν δὲν ἔχουν καιρὸ νὰ μὴ δοκιμάσωμεν. αὐτοὶ ἀποκρίθηκαν: τὰ καράβια εἶναι ποῦ εἶναι, νὰ τοὺς κτυπήσωμεν πρῶτα ἡμεῖς· νὰ κτυπήτω νύκτα τὴν αὐγή εἰς τὸ Παλαμῆδι, διὰ νὰ τραβίξουν ἀπὸ τὴν χώρα δύ- ναμιν εἰς τὸ Παλαμίδι, καὶ τότε νὰ κτυπήσουν τῆς Στεριᾶς τὴν πόρτα.
Ἐμένα μὲ ἀποφάσισαν μὲ 1,000 μὲ ἀκολούθησαν, οἱ ἄλλοι νομίζοντες νὰ ἐμβοῦν εἰς τὴν γώρα. Μ᾿ ἐκείνους ποῦ ἐπῆγα ἐγὼ τὴν αὐγὴ, ἄνοιξα τουφέκι καὶ εὐγάλαμε ταῖς σκάλαις ἀπὸ τὴν Πρόνοια, ἐκτύπησαν καὶ ἐπῆγαν ἴσια μὲ τὸ Λεῦκο. Τὰ καράβια ἀπὸ τὸν γιαλὸ δὲν τοὺς ἔκανε ἀέρας, ἐφυσοῦσε ἀπὸ τὴν στεργιά, εἴχαν κατάμπροστα τὸν ἀέρα, δὲν μπουκάριζαν· Οἱ Τοῦρκοι ἐδυνάμωσαν στὰ μπετένια, οἱ Ἕλληνες ἐ χ ώθησαν στὰ Τουρκουνήματα· 2 ὥραις ἐβάσταξε ὁ πόλεμος. Βλέπωντας ἐγὼ ὅτι τὰ καράβια δὲν ἔκαναν δουλεγὰ, ἔστειλα τὸν Φωτάκο νὰ εἰπῇ νὰ ῥιτιράρουν μὲ μιᾶς· καὶ ἔτζι ῥιτιράρησαν ὅλοι μιὰ κοπανιὰ, καὶ ἐσκοτώθησαν ὀλίγοι, -καὶ ἐπαληκαρεύσαμε τοὺς Τούρκους -Εγυρίσαμε 'πίσω εἰς τὸ ᾿Αργος ἄπρακτοι.
Οἱ Ἕλληνες δὲν ἦτον καλοὶ τέτοια Κάστρα νὰ πέρνουν μὲ ῥεσάλτο, ἦτον μία τρέλα. Εστείλαμε εἰς ταῖς ᾿Επαρχίαις νὰ κάμωμε Συνέλευσι· ἦλθε ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Ζαΐμης διὰ νὰ κάμουν Συνέλευσι, νὰ κάμωμε Κυβέρνησι. ‘Ο Μαυροκορδάτος μὲ τὸν υἱὸν τοῦ Καρατζᾶ ἦλθον εἰς τὴν Πάτρα, ἐστάθηκαν ἐκεῖ μερικὸν καιρό, ἔπειτα ὁ Μαυροκορδάτος ἦλθε, καὶ πρωτοανταμώσαμεν εἰς τὸ Αργος. ᾿Αφοῦ ἐπεστρέψαμεν εἰς τὸ ᾿Αργος, ἐμαζεύθησαν ὅλοι οἱ Αρχοντες καὶ ἀπὸ διαφόρους ἐπαρχίαις καὶ νησιᾶ τῆς Ελλάδος.
Ὑψηλάντης – ἦτον ἕνας ἄνθρωπος σταθερὸς, τίμιος, ἀνδρεῖος, μικρόνους, κοῦφος, εὐκολοαπάτητος, μικρὸς εἰς τὸ ἀνάστημα, λιγνός, τὸ ὄνομά του ἐχρησίμευσε πολὺ εἰς τὴν ἀρχὴν, εἶχε τὴν φαντασία νὰ ἦναι ἀρχηγός (κεφαλή), πλὴν τὸ μυαλότου δὲν τοῦ ἔσωνε ἀναλόγως μὲ τὰς πε ριστάσεις ὁποῦ εὑρέθηκε. ἂν ἤθελε ἔλθει ὁ Αλέξανδρος ὁ ἀδελφός του ἠθέλαμεν κάμει δουλιά, διατὶ ἤθελα τὸν ὑποστηρίξει· ἐγὼ δὲν ἐγύρευα παρὰ ἕναν ν᾿ ἀκουμβήσω ταῖς πλάταις μου, ἐγὼ δὲν ἔκαμνα καποῦλι τοὺς ᾿Αρχοντας, ἐκεῖνοι ἐμένα, καὶ ἔτζι κανένας τρίτος· — δὲν ἐγίνοντο διχόνοιαις. ᾿Αναγνωσταρᾶς ἦτον μὲ πολὺ νοῦ ἄνθρωπος, ἀλλὰ φθονερός, βαρυκίνητος, παχύς.
Ο Κρεβατᾶς ἦτον ἄνθρωπος μὲ νοῦ καὶ πολλὰ ὠφέλιμος γιὰ τὴν Πατρίδα. Ἐσυμβουλευθήκαμε νὰ κάμωμε Κυβέρνησι· ἐφιλονεικήσαμε κάμποσο, ποῦ νὰ γένῃ ἡ Συνέλευσις. Τότε ἔκαμαν τὰ στρατεύματα ὁποῦ ἦταν ἐκεῖ μιὰ ἀναφορὰ, καὶ μοῦ ἐζητοῦσαν νὰ τοὺ; δώσω τὴν ἄδεια νὰ σκοτώσουν τοὺς προύχοντας· κἄποιος τοὺς εἶχε ἐρεθίσει λέγωντάς τους, ὅτι δὲν θέλουν νὰ κάμουν Συνέλευσι, καὶ ἔτζι γελοῦν τὸν Κόσμο· ἐσηκώθηκα τὸ μεσημέρι καὶ ἐπῆγα καὶ τοὺς εἶπα· τί κάμνετε αὐτοῦ; κάμετε τὸν ὅρκο, διότι τοῦτο ἔχουν νὰ σᾶς κάμουν, καὶ ἔπειτα πηγαίνετε εἰς ἕνα μέρος διὰ νὰ ἀρχί σετε τὴν Συνέλευσι· τοὺς ἐπῆρα εἰς τὴν ἐκκλησία τοῦ ῾Αγίου ἱωάννη, ἔκαμαν τὸν ὅρκον, καὶ ἔτζι ἔπαυσε αὐτὸς ὁ χόχλος τοῦ λαοῦ. -Ὁ Λαὸς εἶχε πάντοτε σκοπὸ νὰ σκοτώση τοὺς ᾿Αρχοντας καὶ κάθε παραμικρὰ αἰτία ἐρεθίζοντο- 'Ετζι οἱ πολιτικοὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Πιάδα (Επίδαυρον), καὶ ἀρχίνησαν νὰ κάμουν τοὺς Νόμους, καὶ οἱ Στρατιωτικοί ἐπήγαμεν εἰς τὴν Κόρινθον.
Ο Π. Γιατράκος ἐπῆρε τὸν Κιαμίλπεη καὶ 20 ζορμπάδαις Λεονταρίταις καὶ Τριπολιτζῶταις. Ο Υψηλάντης, ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς, ἦτον ὅλοι ἐκεῖ, καὶ ὁ Γιατράκος μὲ τοὺς Τούρκους ἐπῆγε εἰς τὰ Εξαμίλια, καὶ τ᾿ ἄλλα στρατεύματα ἐπῆγαν μέσα εἰς τὴν χώρα στὴν Κόρινθο, καὶ ἐπολιορκοῦσαν τὸ Κάστρο. Μιὰ ἡμέρα 89 = σηκώθηκα καὶ ἐπῆγα εἰς τὰ ‘Εξαμίλια καὶ ηὕρηκα τὸν Κιαμίλπεη, διὰ νὰ γράψη ἕνα γράμμα εἰς τὸν Επίτροπόν του καὶ εἰς τὴν γυναϊκά του νὰ παραδώσῃ τὸ Κάστρο ἢ ἐκεῖνος δὲν ἔγραφε καθὼς ἔπρεπε, ἢ ἐκεῖνοι δὲν τὸν ἤκουσαν, δὲν ἐπαράδωσαν τὸ Κάστρο·
ἐγὼ τοῦ ἔκαμα χί λιους φόβους, πλὴν ἐστάθη ἀδύνατο. Στὴν Κόρινθο ἐσκότωσε τὸ στράτευμα 20 Τούρκους. Ἦτον μερικοὶ Λαλαῖοι μέσα καὶ ᾿Αρβανίταις, καὶ ἔβαλα τὸν Καραχάλιο καὶ τοὺς ὡμίλησε μιὰ καὶ δυὸ διὰ νὰ παραδοθοῦν, καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν, σήμερον καὶ αὔριο, καὶ ἐπέρασαν 20 ἡμέραις, διατὶ ἐκαρτέρευαν μεντάτι ἀπὸ τὸν ῾Ομὲρ-Βριόνι, ὑποῦ ἦτον εἰς τὴν ἀνατολικὴν ἑλλάδα· ἐπήγαιναν ἀπὸ τοὺς Κορινθινοὺς καὶ τοὺς ἔλεγαν, μὴν παραδίδεσθε εἰς τὸν Κολοκοτρώνη διατὶ σᾶς ἔρχεται μεντάτι, καὶ ὁ σκοπός τους ἦτον νὰ φύγωμεν ἡμεῖς, καὶ τότε νὰ μείνουν μονάχοι, νὰ πάρουν τὰ λάφυρα, καὶ ὁ φθόνος ἦτον ἀκόμη.
Μετὰ 20 ἡμέρας ἔστειλα τὸν Καραχάλιο καὶ ἐμίλησε τῶν Λα· λαίων καὶ ἦλθαν 2 εἰς τὸ κονάκιμου, καὶ τοὺς ὡμέλησα νὰ ἐβγοῦν ἐκεῖνοι, καὶ ἂς μείνουν οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι· καὶ αὐτὸ ἦτον διὰ νὰ κάμω ἀρχὴν, καὶ ἔτζι ἐπῆραν τὰ ἄρματά τους 16, καὶ ἦλθαν εἰς τὸ σπῆτι, καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ ὀρδί μου. ἐτραττάραμε καὶ ἔστειλαν, περάσοντας 5, 6 ἡμέραις ἕνα Λαλαίο, καὶ ἔκραξαν τὸν Κεχαῖᾶ τοῦ Κιαμίλπεη καὶ τὸν Κατῆ καὶ ἄλλους δύο ἀξιωματικοὺς Τούρκους, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματά τους·
ἐβγῆκαν καὶ ὡμιλήσαμεν, τοὺς εἶπα νὰ παραδώσουν τὸ Κάστρο καὶ τὰ ἅρματά τους, καὶ νὰ πάοουν 2 φορεσιαῖς (σκουτιάὰ), καὶ νὰ τοὺς βαρκάρουμε, νὰ τοὺς περάσωμε εἰς τὴν Ρούμελη, ἄλλοι εἰς τὸ Γαλαξίδι καὶ ἄλλοι κατὰ τὸν Σάλωνα· καὶ μ' ἀποκρίθησαν, ὅτι νὰ πάμε ἀπάνω νὰ εἰποῦμε καὶ τῶν ἄλλων καὶ σᾶς στέλνουμε ἀπόκρισι-τὴν ἄλλην ἡμέραν μᾶς ὡμίλησαν πάλι, νὰ κουβεντιάσωμε μὲ αὐτούς· ἐκινήσαμε νὰ πᾶμε, καὶ τὸ στράτευμα ἀπὸ τὴν ἀταξίαν του ἐκίνησε ὅλο σιμὰ· βλέπωντας τὴν ἀταξίαν αὐτὴ ἐπείσμωσα καὶ δὲν ἠθέλησα κανένα κοντάμου·
ἐκαβάλικα καὶ ἐπῆρα τὸν Καπετὰν ᾿Αναγνώστη Πετιμεζᾶ μονάχον, καὶ ἐκίνησα καὶ ἐπῆγα κοντὰ εἰς τὸ Κάστρο εἰς κάτι Τουρκομνήματα, καὶ εἶπα οἱ ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν 30 νομάτοι, νὰ ἔλθουν κοντά μου, καὶ ἔτζι τοὺς ἔστειλα. Πηγαινάμενος ἐκεῖ, ὁποῦ εἴμεθα οἱ δυό, ὡμίλησα διὰ νὰ καταιβοῦν ἀπὸ τὸ Κάστρο νὰ τοὺς εἰπῶ, διατὶ οἱ Τοῦρκοι ἔστρεξαν καὶ τὴνσυνθήκη ὁποῦ τοὺς εἶχα κάμει ταῖς περα - σμέναις ἡμέραις· ἐκατέβηκαν οἱ 4 καὶ ἐκάτζαμεν ἀντάμα, τότε ἔστειλα εἰς τὸν Κατὴ (σὰν τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ χέρι τούτους) μὲ τοὺς30 ἀνθρώπους μέσα εἰς τὸ Κάστροδιὰ νὰ παραδώσουν τὰ ἄρματά τους ὅλοι οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς ἕνα σπῆτι.
Ὁ Κατῆς ἕκαμε λόγον καὶ τοὺς ὥρκως σε εἰς τὴν πίστιν τους νὰ μὴν κρύψουν κανένα ἄρμα, ἀλλὰ νὰ τὰ δώσουν ὅλα, καὶ ἔτζι ἐξαρματώθηκαν ὅλοι καὶ τὰ ἔβαλαν εἰς ἕνα σπῆτι. Στὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ἤκουσαν θὅτι ζητοῦν νὰ παραδοθοῦν οἱ Τοῦρκοι, ἐστείλαμε νὰ ἐλοῦν καὶ 5, 6 πολιτικοὶ, νὰ ἔλθουν νὰ παρασταθοῦν, εἰς τὰ λάφυρα, καὶ νὰ βγάλουμε καὶ τοῦ Εθνους. Αὐτοὶ ἦσαν ὁ Σωτὴρ Νοταρᾶς, ὁ Κορίνθου καὶ ἄλλοι· ἦτον καὶ ὁ Πρω τοσύγκελλος τῆς Αρκαδίας ἐκεῖ, ὁποῦ εἶχε ἔλθει ἐκεῖ ἀπε σταλμένος ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ ὑπογράψουμε τοὺς Νόμους, καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελα, ἐξ αἰτίας ὁποῦ ἦτον ἕνα Κεφάλαιο ὁποῦ ἔλεγε, ὅτι: τὸ ἐκτελεστικὸ νὰ τελειώ νη μία ὑπόθεσι, καὶ ἔπειτα ἀπὸ 6 ἡμέραις νὰ δίδουν τὴν εἴδησι εἰς τὸ Βουλευτικό·
ὅλοι τὸ ὑπέγραψαν ἔξω ἀπὸ ἐγὼ, τότε 91 ἐπῆγαν πίσω, ἔκαμαν ἐξαίρεσι (παράρτημα) ἀπὸ τοῦτο τὸ Κεφάλαιο καὶ ἔτζι ὑπόγραψα· σὰν ἔβαλα τοὺς 30 ἀν - θρώπους μέσα καὶ ἐξαρμάτωσαν τοὺς Τούρκους, μοῦ ὡμίλησαν, ὅτι, τὰ ἔκαμαν ὅλα· τότε ἔδωκα εἴδησιν εἰς τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐπῆρα 300 ἀπὸ τὰ διάφορα σώματα, καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν πόρτα, καὶ ἐσταύρωσα μὲ μία σημαία Ἑλληνικὴ τὴν πόρτα καὶ ἔπειτα τοὺς ἔμβασα μέσα καὶ ἔβαλα αὐτὴν τὴν σημαία ἀπάνου εἰς τὸ Κάστρο.
Τὰ στρατεύματα καὶ ἐγὼ ἐκατεβήκαμε εἰς τὴν χώρα, εἴμεθα 6,000· οἱ Τοῦρκοι ἦσαν 300: εἰς τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου. Εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κορίνθου ἦσαν, Υψηλάντης, Μαυρομιχάλιδες, Πετμεζαίοι, Γιαννάκης Κολοκοτρώνης, ᾿Αποστόλης Κολοκοτρώνης, υἱός μου ὁ Γενναῖος, ᾿Αντώνης Κολοτρώνη;, Αναγνωσταρᾶς, Γιατράκος, Κεφάλας, Κολιόπουλος. Τότε ἦλθε εἴδησις ὅτι ἡ ἁρμάδα τοῦ Καπετὰν Πασᾶ μὲ 9,000, ἐτράβας διὰ τὴν Πάτρα· ἀκούωντας αὐτὸ ἔλαβα διαταγὴ καὶ ἐκίνησα εὐθὺς διὰ τὴν Πάτρα, ἐπέρασα ἀπὸ τὸ ῎Ἄργος, τὴν Τριπολιτζᾶ, καὶ εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ διέταξα ταῖς ἐπαρχίαις Τριπολιτζᾶς, Καρύταινας, Φαναριοῦ, ᾿Αρκαδιᾶς, νὰ τραβίξουν διὰ ταῖς Πάτραις.
Εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ ὁποῦ ἔφθασα, ἐμάθαμε ὅτι ὁ Αλῆ Πασᾶς ἐχάθη, καὶ ἔλεγαν μερικοὶ Γερουσιασταὶ, ὅτι, τώρα ὁποῦ ἐχάθη ὁ ᾿Αλη Πασᾶς οἱ 80,000 ὁποῦ τὸν ἐπολιορκοῦσαν θὰ πέσουν εἰς ἡμᾶς· ἐγὼ εἶπα; ἔχει ὁ Θεός. Ένας Νικολός Τζανέτος ἀπὸ τὸ φανάρι εἶπε: ἀξιωθήκαμεν καὶ ἐκάμαμε Γερουσία καὶ Βουλὴ, καθὼς λέγουν τὰ παλιὰ χαρτιὰ, ἃς χαθοῦμεν τώρα: - Εύγε σου Κύριε. Διέταξα τὸν Γενναῖο νὰ πάρῃ τοὺς μισοὺς Τριπολιτζότας, Φαναριώτας καὶ ἄλλους καὶ νὰ τραβίξῃ κοντά.
Βίς 92 - τὴν Βυτίνα, ἔλαβα τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ὁποῦ ἐπρωτοσυστήθηκε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔλαβα τὸ δίπλωμα τοῦ Στρατηγοῦ. Εἰς τὴν 1 Μαρτίου ἔφθασα εἰς τὴν Πάτρα, ἐπέρασα ἀπὸ Καρύταινα, Πύργο, Γαστούνη καὶ Πάτρα· ἐσύναξα 6,000. ᾿Αρχηγοί ᾿Α. Ζαίμης, Κανέλλος Δελιγάννης, Πετιμεζαῖοι, Σέκερης Τριπολιτζώτης, Λόντος μὲ τοὺς Βοστιτζάνους. 2 Μαρτίου διηγήθηκα ὡς τὰ τώρα 1822. Ἐναντίον τοῦ Ὁμὲρ Βριόνη ἐπῆγε ὁ Νικηταρᾶς, καὶ ὁ Άχολος. Ὁ Χάντζος καὶ ὁ Ἰβραίμης Λαλαῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι ὅποῦ ἐδόξαζαν τοὺς Λαλαίους.
Φθάνοντας εἰς τὴν Πάτραν ἐπήγαμε μὲ Καρυτινοὺς καὶ Πυργιώταις ἕως 4,000 καὶ Καλαβρυτινοὺς, ὁ Ζαίμης, ὁ Λεχουρίτης ἕως 1, 000, κ' ἀπὸ τὴν Πάτραν οἱ ντοπικοὶ ὡς 500, καὶ ἦτον οἱ Κουμανιωταῖοι ἐπὶ κεφαλῆς, ἦτον καὶ μὲ 300 Βοστιτσάνους ὁ Στρατης γὸς Λόντος ς' τὰ Σελὰ κατὰ τὸ Καστέλι τῆς Πάτρας. ᾿ἐγὼ πηγαινάμενος δὲν ἤξευρα τὸν τόπον τῆς Πάτρας, 28 Φευρουαρίου, καὶ ἐρχόμενοι ἡμεῖς ἐβγῆκαν οἱ Τοῦρκοι ἕως 5,000, ἐβγῆκαν νὰ λαφυραγωγήσουν εἰς τὴν ᾿Αχαΐαν καὶ ἔντεσε ἡ ἐμπραστινέλα τοῦ Γενναίου, ἔφθασε καὶ ὁ Κολιόπουλος καὶ τοὺς ἐκυνήγησαν ἕως ἐξω τῆς Πάτρας, καὶ ἀπὸ πίσω ἠρχόμουν ἐγὼ καὶ ἐμαζωχθήκαμε ὅλοι εἰς τὸ Σαραβάλι, καὶ εὐθὺς ἔστειλα 100 νομάτους καὶ ἔπιασαν τὸ μοναστῆρι τοῦ Γεροκομιοῦ, τίρο κανονιοῦ ἀπὸ τὴν Πάτραν· καὶ βλέποντας οἱ Τοῦρκοι ὅτι ἐπιάσθηκε τὸ μοναστῆρι ἐβγῆκαν εἰς πόλεμον, νομίζοντες ὅτι εἶναι καθὼς πρῶτα· καὶ τὰ στρατεύματα κινήθηκαν τὰ ἐδικάμας καὶ ἔγεινε ὁ πόλεμος σφοδρὸς καὶ ἐπήραμε κεφάλια καμιὰ ὀγδοηνταριά·
ἐμβῆκαν οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν μισὴ χώρα (1 Μαρτίου 1822)· μου ἐπαράγγειλαν νὰ μείνουν εἰς τὴν χώρα, τοὺς εἰπα νὰ τραβιχθοῦν εἰς τὰ πόστα τους· τὸ μὲν Καλαβρυτινό ςράτευμα οἱ 100 ἔμειναν εἰς τὸ Γεροκομιὸ στοῦ Σαΐταγα τὸν λινὸ, οἱ Τροπολιτσιῶταις 400, Ὁ Κανέλος Δελιγιάνης μὲ 600 ἔπιασε τὸ Πουρναρόκαστρο ἀποκάτω. Τὸν Γενναῖον μὲ τοὺς Φαναρίτας 300 ς' τὸ Παλιόπυργο, τοὺς Γαστουναίους τοὺς εἶχα στὴν Ὀβριά· τὸ μὲν δυνατώτερο λοιπὸ στράτευμα τὸ εἶχα εἰς τὸ Σαραβάλι νὰ δίδῃ μεντάτι.
Τὸ Σαραβάλι μακρὰν ἀπὸ τὰ ταμπούρια μισὴ ὥρα, ἀπὸ τὴν Πάτρα τρία κάρτα. Εἶδανοἱ Τοῦρκοι τὰ ὀρδιὰ,καὶ ἀκούοντας ὅτι ἦλθε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης, ἔστειλαν τοῦ ΓιουσούρΠασᾶ, ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ Καστέλι, ὅτι ἦλθαν πολλὰ σρατεύματα καὶ ὁ Κολοκοτρώνης. Πρὶν κάμωμεν τὸν πόλεμον εἶχε ἔλθη ὁ Μιαούλης καὶ ἔκαμε μεγάλη χαλάςρα εἰς τὰ καράβια, καὶ ἔφυγαν καὶ ἐπῆγαν κατὰ τὴν Κωςαντινούπουλι, καὶ τὰ ἐδικάμας ἔμειναν ἐκεῖ ἕως ὑποῦ ἐπήγαμεν καὶ ἡμεῖς κ᾿ ἐκάμαμε τὸν πόλεμο. ᾿Αναχώρησαν τὰ καράβια, ὁ Γιουσούφ Πασᾶς ἔστειλε εἰς τὸν Ἔπακτο καὶ εἰς τὸ Καστέλι τῆς Πάτρας καὶ τοὺς ἐσήκωσε ὅλους τοὺς Τούρκους καὶ ἐκίνησε καὶ ἦλθε εἰς τὴν Πάτρα.
Οἱ Τοῦρκοι ἐσυνάχθησαν ἕως 12,000, 9,000 Ανατολίταις καὶ 3,000, καὶ εἰς τὰς 9 Μαρτίου ὅλοι ἐκινήθησαν εἰς πόλεμον, καὶ ἐγὼ βλέπωντας ἀπὸ τὸ Σαραβαλι ὅτι ἐκινήθηκε ἀσκέρι πολὺ, ἐτεμπίχιασα ὅλα τὰ στρατεύματα νὰ κινηθοῦν· οἱ Καλαβρυτινοὶ ὁποῦ ἦταν εἰς τὸ Γεροκομιό, καὶ οἱ Τροπολιτσιῶταις εἰς τὸ Σαΐταγα. Εκινήθηκαν νὰ πιάσουν τὸν πόλεμον ἔξω ταῖς ῥάχαις, καὶ ἀνοίγωντας τὸν πόλεμο ἔστειλα τὸν Γενναῖο μὲ τοὺς Φαναριώτας, καὶ οἱ Γαστουναῖοι ἔστειλαν, καὶ ἀπὸ τὸ ὀρδί τὸ δικόμου.
Ὅσο νὰ πάγῃ τὸ μεντάτι νὰ τοὺς κάμη βοήθεια ἐτσακίσθησαν ἐκεῖνοι καὶ ὁ Γενναῖος μὲ 600 ἐκλείσθη εἰς τοῦ Σαΐταγα τὸ λινὸ, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἦτον πολλοὶ καὶ τοὺς ἔκλεισαν καὶ ἐπροσπέρασαν οἱ Τοῦρκοι κυνηγῶντας. ὁ μὲν Κολιόπουλος μὲ τὸ λοιπὸ στράτευμα ἔπεσε κατὰ τὴν σταφίδα ποῦ ἦτον λινοί, καὶ ἔπιασαν μὲ τοὺς Γαστουναίους, τοῦ Κανέλου τὸ ςράτευμα καὶ τῶν Πατραίων ἐκόλλησαν εἰς τὸ Πουρναρόκαςρο, ὁ δὲ Ζαίμης ἔντεσε ἐκεῖ μὲ τὰ στρατεύματα, ῾καὶ τὸν ἐκυνήγησαν ἕως μισὴ ὥρα, καὶ ἐτράβιξε μὲ ὀλίγους κατὰ τὴν ποταμιὰ κατὰ τοὺς μύλους, καὶ ἐγὼ ἤμουν μοναχός μου, διατὶ τὸ στράτευμα τὸ ἔστειλα ὅλο, καὶ ἔντεσε νὰ ἦναι καὶ ὁ Δεσπότης ᾿Αρτης ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ Καλαμογδάρτης ὁ ᾿Ανδρέας καὶ ὁ Γραμματικός ὁ Μιχαλάκης.
Βλέπωντας ὅτι τὰ στρατεύματα τὰ Τούρκικα ἐκινήθησαν καὶ ἔπιασαν τὸ Λιν ὁ καὶ τὸ Μοναστῆρι λέγω, ἀφίνω τὰ μουλάρια μὲ τὸν Τσεπχανὲ ἐδῶ, ἂν τσακίσωμε τοὺς Τούρκους ἐλᾶτε, ἂν μᾶς τσακίσουν, φύγετε μὲ τὰ μουλάρια, καὶ ἐγὼ μὲ τοῦ θεοῦ τὴν βοήθεια καὶ τὴν ἐδική σας πηγαίνω· καὶ ἐπῆγα μόνος μου χωρὶς νὰ ἔχω οὔτε ψυχογιὸν κοντά μου, καὶ ἐκίνησα· εἰς ἕνα κάρτο ἀπήντησα τὸν γέρο ᾿Αναγνώστη Δεχορίτην, τὸν ἔστελνε ὁ Ζαίμης • τρέξε ἀδελφὲ διατὶ τὴν ἐχάσαμε τὴν μπατάλια » καὶ ἕκαμα σύντροφον τὸν γέρο ἀναγνώστην εἰς τὸν δρόμο ποῦ ἐπήγαινα εἰς τὸν Παλιόπυργον.
Απάνω ἀπὸ τὸν Παλιόπυργο βλέπω ἕνα Μπαίράκη μικρὸ, ἦτον ὁ Εὐαγγέλης ὁ Κουμανιώτης μὲ 15, καὶ ἐκάθοντο καὶ ἔκανε σείρι· τοὺς ὡμίλησα καὶ τοὺς εἶπα, τί ἄνθρωποι εἴσασθε ἐσεῖς; καὶ μοῦ ἀποκρίθηκαν-Ἕλληνες· ἐγὼ τοὺς εἶπα –μὲ γνωρίζετε; εἶμαι ὁ Κολοκοτρώνης, ἐλᾶτε ἐδῶ· καὶ τότενες ἐφοροῦσα φορέματα κόκκινα καὶ φουστανέλα κόκκινη, καὶ ἐκατέβηκαν καὶ τοὺς ἔβαλα ὀμπροστὰ, καὶ ἐπήγαινα ἴσια εἰς τὸ κέντρο τῶν Τουρκῶν, καὶ ξετρουπόνοντας Ελληνας, ποῦ μὲ ἄκουαν ποῦ ἐπήγαινα, καὶ τοὺς ἔκαμα κἀμιὰ πενηνταριὰ, καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς ἕνα πόστο εἰς τὸ κέντρο τῶν Τουρκῶν ἐμπρός· τοὺς εἶπα· μπῆχτε τὸ μπαϊράκι ἐδῶ-χανόμεθα—σᾶς ςέλνω μεντάτι ἐγὼ, καὶ ἐγὼ ἐγύρισα καβαλάρης κατὰ τὴν σταφίδα τοῦ Κόλ. καὶ τοὺς εἶπα νὰ πάρουν τὸ μπαϊράκι τους καὶ νὰ πᾶνε εἰς τὸ ἄλλο τὸ μπαῖράκι, Ὁ Γενναῖος καὶ οἱ καλαβρύτινοὶ ἦτον ἀποκλεισμένοι.
Τηράω ὀμπρὸς ἀπὸ τὰ μπαϊράκια καὶ ἦτον ἕνα χοριγοκάμινο, καὶ στέλνω τὸν Παρασκευᾶ, τοῦ Κολιόπουλου τὸν ἀδελφὸ, μὲ 20 νομάτους νὰ τὸ πιάσουν ποῦ ἦταν κἀμιὰ ἑξηνταριὰ καβαλαρέοι Τοῦρκοι νὰ τοὺς ἐμποδίσουν· μοῦ λέγουν χανόμεθα-σύρτε καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἔγνοιά σας· ὅσο ποῦ δυνάμωσαν τὸ κέντρον καλὰ ἔντεσε ἐκεῖ καὶ ὁ Καραχάλιος καὶ ὁ ᾿Αγιουτάντες μου Φωτάκος, διατὶ ἐπαρατήνησα τὸν πόλεμο καὶ ἀπὸ τὸ κέντρο δὲν ἠμπορούσαμε ρὰ τοὺς τσακίσουμε τούς Τούρκους, ὅμως ἂν τοὺς χαλάσωμε θὰ τοὺς χαλάσωμε ἀπὸ τὰς πτέρυγας·
Τότε ἐπῆρα τὸν Καραχάλιο καὶ τὸν Φωτάκο, καὶ ἐπῆγα ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁποῦ οἱ Τοῦρκοι ἐκρατοῦσαν ἕως εἰς τὴν μάνα τοῦ νεροῦ (τοὺς δύο μόνον). Έμπηξα τὴν φωνήν, ποῦ εἷστε μωρὲ "Ελληνες; κάτω, κάτω· ἀκούοντας τὴν φωνήν μου οἱ φευγάτοι κατέβαιναν, ἀφοῦ ἐκατέβηκαν κάτω· βάνω τὸ κιάλι, δὲν εἶδα,καὶ ἐφώναζα(σρατήγημα) ἐτσάκισαν οἱ Τοῦρκοι· χουμοῦν οἱ Ἕλληνες, ἐτσάκισε τὸ πρῶτο τζογ κάρι, ὅπου ἦτον οἱ Τοῦρκοι ποῦ εἶχαν ἀποκλεισμένον τὸν Γενναῖον εἰς τοὺς λινούς.
Καβαλάρης ἤμουν, ἡ τύχη ἦτον καλὴ, ὄχι τὸ ἄλογο, ζωντανοὺς νὰ τοὺς πιάσωμε· Ετσάκισε ἡ πτέρυγα τῶν Τουρκῶν ποῦ ἦτον εἰς τὴν μάνα τοῦ νεροῦ, τοὺς πήραμε μπλαστούς. Εἰς τοὺς Τριπολιτσώταις ὁ Σέκερης ἦτον κουμάντο. Τὸ κέντρο τὸ δικόμου ἐκτύπησε τὸ κέντρον τῶν Τουρκῶν, ἐσκότωσε ἕνα πίμπασι· οἱ Κουμανιῶταις τοὺς κτυποῦν, ἐπήραμε κεφάλια 250, τί ἔγειναν οἱ λαβωμένοι δὲν ἠξεύρω· καὶ ἐγυρήσαμε ὀπίσω εἰς τὸ καρτέρι τους. Απὸ τότε δὲν ἐξεμάκρυναν πίσω νὰ πολεμήσουν, ἔλεγαν ὅτι ἡφευγούλαμας ἦτον στρατήγημα.
Τοὺς πήραμε ἀπὸ κοντά· ὁλημέρα ἐγίνοντο ἀκροβολισμοί μὲ ζημία τῶν Τουρκῶν. Ὁ Καραχάλιος ἐλαβώθη εἰς τὴν κε φαλὴν, ἔδωσε τὸ μπαϊράκι : πηγαίνετε ὀμπρὸς, μοῦ ἦλθε σκοτοῦρα. Η τροφὴ ὅλου τοῦ στρατεύματος ἤρχετο ἀπὸ Γαστούνη· τόσον τακτικὴ ἦτον ἡ ζωοτροφία, 4,000 σφαχτά, 80 κεφάλια γελάδια, ψωμὶ ἀπὸ τὴν Γαστούνη. ‘Η Γαστούνη ἦτον μελίσσι ἄτρυγο, καὶ μᾶς τὰ ἔστελνε ὅλα ὁ Σισίνης. Ὅσα ἐτρώγαμε τὴν ἑβδομάδα, μᾶς τὰ ἐμβαζαν ὀπίσω καὶ ἦτον πάντοτε οἱ 4,000.
Τότε εἶχα γραμμένο εἰς τὴν ᾿Αρκαδιὰ νὰ ἔλθουν. Οἱ ᾿Αρκαδιανοί βάνουν ᾿Αρχηγό τὸν Μῆτρο ᾿Αναστασόπουλο, ἐκίνησαν 1,200. Ἐκίνησε καὶ ὁ Πονηρός, καὶ ἤθελε νὰ πάρῃ τὰ ἅρματα τῆς ᾿Αρκαδίας, καὶ ἤθελε νὰ τὰ πάρῃ ἐκεῖνος, καὶ ἀνακάτωνε τὸ στρατό· ἐν πρώτοις ἐρχάμενοι οἱ ᾿Αρκαδιανοὶ εἰς τὸ Σαραβάλι ποῦ εἶχα τὸ ὀρδὶ ἐγώ· μὲ εἶπε ὁ Πονηρὸς νὰ τὸν κάμω ἐπικεφαλῆς· δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάμω, νὰ ἐρωτήσω· ἐρώτησα καὶ δὲν τὸν ἐδέχθηκαν – τί νὰ σοῦ 97 κάμω; ἐπῆγαν οἱ ᾿Ἀρκαδιανοὶ μόνοι τους καὶ ἔκαμαν ἕνα πόλεμον καλὸν, καὶ ἐπολέμησαν ἀνδρειωμένα, καὶ ἐσκότωσαν καμμιὰ δεκαριὰ Τούρκους. 1,200 ἦτον ᾿Αρκαδιανοί.
Ἦτον Παπατζοραίοι, Γρίτζαλης, καὶ ἄλλοι. Εἰς 15 ἡμέρας ἔφυγαν ὅλοι κρυφίως μπουλούκια μπουλούκια ἔμειναν οἱ Καπεταναῖοιἔπιασα μερικούς, τοὺς ἐντρόπιασα Οἱ ᾿Αρκαδιανοὶ ἀνεχώρησαν,ἔμειναν μόνον οἱ Καπετανέοι, καὶ τοὺς ἔδιωξα καὶ αὐτούς· ἔλαβα μίαν διαταγὴν ἀπὸ τὸν Μινίστρο τοῦ πολέμου διὰ νὰ περάσω εἰς τὴν Δυτικὴν Ελ - λάδα μὲ τὰ στρατεύματα, καὶ ἐγὼ τοῦ ἀποκρίθηκα, ὅτε δὲνἠμπορῶ νὰ ἀφήσω 12,000 Τούρκους εἰς τὴν Πάτρα, καὶ νὰ ὑπάγω ἐμπροστὰ· πρέπει πρῶτον νὰ σβύσουμε τὴν φωτιὰ ποῦ εἶναι μέσα, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγῃς καὶ εἰς βοήθειαν τοῦ γειτόνου σου· καὶ αὐτὸς μοῦ δευτεροαποκρίθηκε ὅτι, τὸ γράμμα ὁποῦ μοῦ ἔστειλες δὲν τὸ ἔδειξα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤθελες κακοπέσει, ὅμως τώρα ἅμα λάβης τὴν παροῦσα διαταγὴν νὰ ἐκστρατεύσῃς· καὶ ἐγὼ ἄφηκα τὸν Καλιόπουλο εἰς τὰ σρτατεύματα ἐπὶ κεφαλῆς, καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Κόρινθον διὰ τρεῖς ἡμέρας· πηγαινάμενος,5 ὥρας μακρυὰ, ἔστειλα εἴδησαις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πηγαίνω, καὶ ἀπόκρισι δὲν ἔλαβα·
ἐγὼ ἐκίνησα· ἕνα τέταρτο μακρὰν ἔλαβα μία διαταγὴ καὶ μοῦ ἔλεγε ὅτι νὰ ἀφήσω τοὺς 80 ἀνθρώπους ὁποῦ εἶχα μαζὺ καὶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν Κόρινθο μὲ 5 ἀνθρώπους· ἐγὼ ἐμβῆκα μέσα, μοῦ ἔδωκαν ἕνα κονάκι χωρὶς πάτωμα· τὸ βράδυ μᾶς ἄφηκαν ἀπεριποίητους καὶ ἔτσι ἀνεχώρησα, καὶ ἐπῆγα εἰς ἕνα χωριό τὴν νύκτα· σὰν μὲ ἄκουσαν ὁποῦ ἀνεχώρησα, τὸ Βουλευτικὸ μὲ τὸ Ἐκτελεστικὸ ἄρχησαν νὰ τρώγονται καὶ νὰ λένε ὅτι ; ὄχι σεῖς φταῖτε, ὄχι σεῖς, 7 καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φερθοῦμε ἔτσι·
ἔστειλαν μίαν Ἐπι τροπὴν ἀπὸ τὸν Κωλέττην, ἀπὸ τὸν Κορίνθου, τὸν Σωτήρ Νοταρᾶ καὶ μέρος Υδραίων· ἐρχάμενοι ἐκεῖ τοὺς ἀπεκρίθηκα ὅτι; σὰν δὲν δέχεσθε ἕναν Στρατηγὸν ὁποῦ ἔρχεται νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ, ἐγὼ ἀναχωρῶ καὶ πηγαίνω εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ὅ,τι ἔχω νὰ εἰπῶ, θέλει τὸ εἰπῶ εἰς αὐτήν· ὄχι, μὲ λέγουν, νὰ γυρίσης ὀπίσω, νὰ προβάλῃς ὅ,τι θέλεις διατὶ ἐστάθη ἕνα λάθος καὶ ἦτον ἔλλειψις κονακιῶν· ἐγὼ ἀποκρίθηκα τοῦ Κωλέττη ὁποῦ μοῦ ὡμιλοῦσε ὅτι : νὰ πᾷς νὰ γίνῃς Μινί στρος στὰ Γιάννινα καὶ ὄχι ἐδῶ· μοῦ ἔπεσε ὁ Δεσπότης ὁ Κορίνθου καὶ οἱ λοιποὶ καὶ ἐπῆγα μέσα, ἔκαμα τὰς προτάσεις μου καὶ τὰς ἐδέχθηκε ἡ Κυβέρνησις.
Τοὺς ἐπαράστησα ὅτι ἂν περάσω εἰς τὴν Ρούμελη, οἱ Τοῦρκοι τῆς Πάτρας ὁποῦ ἦτον 12,000 θέλει σκορπισθοῦν εἰς ὅλην τὴν Πελοπόννησον καὶ θὰ τὴν χαλάσουν· ἔτσι ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκην καὶ μὲ ἔδωσε νέαν διαταγὴν διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὰς Πάτρας. Επέρασα ἀπὸ τὸ ᾿Αργος, Τριπολιτζᾶ καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Πάτρα ἀρχὰς Μαΐου. Εἰς τὴν Κόρινθο ἀντάμωσα τὸν Μάρκο Μπότσαρη, ὁ ὁποῖος ἐπρόσμενε ἐκεῖ διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς φαμηλιᾶς του· αὐτὸς μοῦ εἶπε νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα καί νὰ μὲ κάμουν ἀρχηγὸν ὅλων τῶν στρατευμάτων, ἐγὼ τοῦ ἔκαμα ταῖς ἴδιαις παρατηρήσεις, ἐπρόβαλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπάγη ὁ Μαυροκορδάτος ὁποῦ ἦτον τότε πρόεδρος τοῦ ἐκτελεστικοῦ, νὰ πάρη 1,000 τακτικοὺς Φιλέλληνας καὶ νὰ ὑπάγη εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα·
ἔτσι ὁ Μαυροκορδάτος ἐπῆρε τοὺς τακτικοὺς καὶ Μάρκο Μπότσαρη καὶ ἀπέρασε ἀπὸ τὸ ςρατόπεδο τῆς Πάτρας ὁποῦ εὑρισκόμουν ἐκεῖ• ἀφοῦ ἀπέρασαν εἰς τὴν Δυτικὴν 'Ἑλλάδα, μὲ ἔγραψαν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅτι ἔχουν ἀνάγκη καὶ νὰ τοὺς στείλω βοήθεια, καὶ ἀπεφάσισα καὶ ἔστειλα τὸν υἱόν μου Γενναῖον μὲ 200 στρατιώτας διαλεκτούς· τότε ὁ Γιατράκος εἶχε ἔλθει ἐκεῖ καὶ τὸν ἔστειλα καὶ ἐκεῖνον μὲ μιᾶ 40, τοῦ εἶχαν φύγει οἱ ἄλλοι, καὶ τὸν Κανέλο Δελιγιάννη μὲ 200· «ἐγὼ ἔμεινα ὀπίσω καὶ ἔφερα στρατιώτας διὰ νὰ ἀναπληρώσουν ὅσους εἶχα στείλει εἰς τὴν 'Ρούμελη 6,000 εἶχα᾽ ἔβαλα ἁλώνια διὰ ταῖς σταμίδαις, καὶ εἶπα τῶν Ἑλλήνων νὰ τρυγοῦν τὴν σταφίδα, νὰ πάρουν τοὺς κόπους τους, καὶ νὰ ἐβγάλωμε καὶ τὸ ἐθνικὸν δικαίωμα· καὶ ἤρχησαν οἱ Ἕλληνες νὰ τὸ βάλλουν εἰς πρᾶξιν.
Οἱ Τοῦρκοι ἐστενοχωρήθησαν πολὺ εἰς τὸ Κάστρο καὶ ἀπὸ νερὸ, καὶ κατὰ τὸν τρό πο ὁποῦ τοὺς ἐστενοχώρησα εἰς ἕνα μῆνα ἤθελε παρα- δωθοῦν. Σκοτωμένοι Τουρκοι εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς καὶ πολέμους ἦτον 1,000, καὶ ἄλλοι τόσοι λαβωμένοι καὶ ἄξρωστοι ( τὸν Κανέλο τὸν εἶχαν κρυφίως ἀφήσει ςρατηγόν τὸ ἐκτελεστικό. ἢ 8 Μαρτίου ἦτον ὁ πόλεμος ὁ μεγάλος τοῦ Σαραβαλιοῦ )· ἔστειλα τὸν Κολιόπουλο εἰς τὴν Καρύταινα διὰ νὰ κάμῳ νέα στρατολογία. Τότε τὸ Βουλευτικὸ καὶ τὸ Ἐκτελεστικὸ, ἀφοῦ ἀκούσθη ὁ Δράμαλις εἰς τὰ Τρίκαλα τῆς Ρούμελης, ἐσυνάχθηκαν καὶ ἀπεφάσισαν νὰ πάγῃ ὁ Κρεβατᾶς εἰς τὸ Μιστρᾶ νὰ πάρη 1,000 στρατιώτας καὶ νὰ ἐκστρατεύσῃ διὰ τὴν Ανατολικὴν ῾Ἑλλάδα·
Ο Σωτὴρ Νοταρᾶς νὰ πάρη τοὺς Κορινθίους καὶ νὰ ἐκστρατεύσῃ καὶ ἐκεῖνος διὰ τὴν Ανατολικὴν Ἑλλάδα· ὁ Ζαίμης, ὁ Σωτὴρ Χαραλάμπης μὲ τοὺς Καλαβρυτινοὺς νὰ ὑπάγουν καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὴν Δνατολικὴν ·Ελλάδα, καὶ τὸν Αναγνώστην Δελιγιάνγη μὲ 200 Καρυτινούς· ἡ διαταγὴ λέγει ὅτι : ὅπιοος παρακούσῃ καὶ δὲν κινήσῃ μὲ τοὺς ᾿Αρχοντας νὰ ἦναι τὸ ἕνα τρίτο τῆς περιουσίας του ἐθνικό· ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς Αρκαδίας μὲ 1,000 Αρκαδιανοὺς καὶ Φαναρίτας νὰ περάσῃ εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, καθώς καὶ ὁ Σισσίνης μὲ ἄλλους 1,000 Γαστουνέους κα Πυργιώτας. ἀφοῦ ἔλαβαν τὴν διαταγὴν οἱ Αρχοντες, ἔστειλαν εἰς διαφόρους Καπετανέους ποῦ εὑρίσκοντο μὲ ἐμὲ εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Πάτρας νὰ ἀναχωρήσουν καὶ νὰ ὑπάγουν μὲ αὐτοὺς· οἱ Καπετανέοι μὲ ἔδειξαν ταῖς διαταγαῖς τους, καὶ ἐγὼ τοὺς εἶπα ὅτι, δὲν συμφέρει νὰ διαλύσωμε τὴν πολιορκίαν, διότι οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔβγουν καὶ θα χαλάσουν ταῖς ἐπαρχίαις, νὰ ποῦ κοντεύει νὰ πέση ἡ Πάτρα· αὐτοὶ μὲ ἀποκρίθηκαν ὅτι : δὲν ἠμποροῦμε νὰ μείνωμε, διατὶ ἡ διαταγὴ λέγει ὅτι, ἂν δὲν πᾶμε, θὰ μᾶς κυριεύσουν τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἰδιοκτησίας μας: τότε ἐγὼ τοὺς ἀποκρίθηκα, · σάν εἶναι ἔτσι, δόσετέμουτο διαγράφως, ὅτι ἐγὼ δὲν σᾶς διαλύω, παρὰ φεύγετε σεῖς, καὶ πηγαίνετε στὸ καλό.
Καὶ ἔτσι μὲ τὸ ἔκαμαν διαγράφως. Αὐτὸ ἦτον εἰς τὰ μέσα τοῦ Ἰουνίου· τὰ στρατεύματα ἀνεχώρησαν καὶ ἔμεινα μὲ μόνον 600· οἱ Τοῦρκοι ἐβγῆκαν καὶ ἔκαψαν τὰ καρτέριάμας· ἐγὼ τοὺς ἐκτύπησα ὀλίγο· ἔπειτα τὸ μεσημέρι ἐκίνησα διὰ τὸ Γαστοῦνι· ὁ σκο πός τους ἦτον νὰ μὴ πάρω τὴν Πάτρα καὶ νὰ μοῦ σηκώσουν τὴν δύναμι τὴν Στρατιωτική. Εἰς τὴν Γαστούνη, ὁποῦ ἐπῆγα, ἐφοβήθηκε ὁ Σισσίνης καὶ ἐκλείσθηκε εἰς τὰ σπίτιά του μὲ 300· τοῦ ἔστειλα ἕναν ἄνθρωπον καί ἦλθε: τοῦ εἶπα·
Σισσίνη τοῦτος εἶναι ὁ σκοπός μου, νὰ μαζευθοῦμε ὅλο τὸ Σρατιωτικὸ εἰς τὴν Κόρινθο, ἂν ἦναι ἀλήθεια πῶς ἔρχεται ὁ Δράμαλης, νὰ τὸν καρτερέσωμε εἰς τὰΔερβένια καὶ νὰ κυττάζωμε καὶ τὰ πράγματα τοῦ Έθνους. Ο Σισσίνηςἐσυμφώνησε μαζὶ καὶ μοῦ εἶπε, ὅτι εἶμαι ἔτοιμος, καὶ μὲ δευτέραν σου διαταγὴν ξεκινάω· ἔστειλα ἐγκύκλιον διαταγὴν εἰς ὅλαις ταῖς Ἐπαρχίαις Αρκαδιᾶς, Φενάρι, Λεοντάρι, Μεσσηνία, νὰ συνάξουν τοὺς στρατιώτας καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Τριπολιτζά.
Εκίνησα διὰ τὴν Καρύταινα· ἡμέρα καὶ νύκτα ἐπεριπάτησα καὶ ἔφθασα εἰς τὴν Δημιτζάνα μαζώνοντας στρατιώτας· φθάνοντας εἰς τὴν Δημιτζάνα ἔρχεται ἕνας ταχυδρόμος μὲ μία διαταγῆ τοῦ Μινίστρου τοῦ πολέμου καὶ μοῦ κγραφε · Γενναιότατε Στρατηγέ Θ. Κολοκοτρώνη. λαμβάνωντας τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κτυπήσῃς τὴν σιδηροῦν ῥάβδον τὴν συνηθισμένην, νὰ συνάξῃς τοὺς στρατιώτας καὶ νὰ ὑπάγῃς εἰς τὴν Πάτρα. Η Κυβέρνησις τῆς ἐκακοφάνη πολὺ διατὶ διέλυσες τὴν πολιορκίαν τῆς Πάτρας, καὶ ὅσο διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν Δερβενίων ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
Εἰς τὸν ἴδιον καιρὸ, ὁ ἴδιος Ταχυδρόμος ἔφερνε ἕνα γράμμα τοῦ Κύρ ᾿Αναγνώστη καὶ τοῦ ἔλεγε· φιλογενέστατε Κύρ Αναγνώστη νὰ πάρῃς τὰ στρατεύματά σου καὶ νὰ ὑπάγῃς εἰς τὰ μεγάλα Δερβένια, διατὶ ὁ Δράμαλης ἔφθασε εἰς τὰς Θήβας· καὶ ὁ Κύρ ᾿Αναγνώστης ἦτον εἰς τὰ Λαγκάδια μὲ τὸν δοῦλο του. Ἡ Κυβέρνησις ἔστειλε τὸν Ῥήγα Παλαμήδη εἰς τὰ μεγάλα Δερβένια μὲ 1800 Κορινθίους καὶ Τριπολιτζότας, (καὶ εἰς τὸ ῎Αργος ἐμοίραζαν 8,000 ταΐνια) καὶ 1000 Μανιάταις νεοφερμένοι.
Ὁ Λουκόπουλος ἔδωσε 1000 μαχμουντιέδες καὶ τοὺς ἔδώσαν εἰς τοὺς Μανιάταις ὁποῦ δὲν ἐξεκινοῦσαν χωρὶς χρήματα. Μὲ 2,000 ἔφθασα εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ· ἡ Γερουσία εὐρίσκετο ἐκεῖ· μέρος ἀπὸ τοὺς Γερουσιαστὰς φο- βούμενοι τὸν ἐρχομόν μου ἔφυγαν· ἀφοῦ ἐμβῆκα εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, ἔβαλα ἄλλους ἀπὸ ταῖς ἴδιαις ἐπαρχίαις καὶ ἐδυνάμωσα τὴν Γερουσίαν: ἡ Γερουσία δεν ἤξευρε παρὰ ἐκ φήμης τὸν ἐρχομόν τοῦ Δράμαλη· ἔβγαλα πεζοὺς εἰς ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις νὰ ἐτοιμασθοῦν·
ἔμεινα 4 ἡμέρας εἰς τὴν Τριπολιτζᾶν· ἤρχοντο ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ᾿Αργος καὶ μᾶς ἔλεγαν, ὅτι ὁ Δράμαλης ἔρχεται, καὶ εἰς ἐμένα ὁποῦ· μὲ ἄκουαν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ δὲν μοῦ ἔγραφεν τίποτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἔστειλε ταῖς 6,000 στὰ Δερβένια· ἐπειδὴ καὶ δὲν εἶχα εἴδησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔστελναν καὶ τὰ στρατεύματα, ἐνόμιζα ὅτι ἦτον ψεύματα ὅλα· ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν μου στέλνω δύο καβαλαρέους νὰ πᾶν εἰν τὸν Αγιογιώργη καὶ τὸ ὅ,τι μάθουν νὰ μοῦ στείλουν· νὰ πάνε στὴν Κόνινθον, στὰ Δερβένια ἕως εἰς τὰς Θήβας νὰ εὕρουν τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα, καὶ νὰ μοῦ στείλουν καθαρὰ εἶδησι τί τρέχει. (Εἰς τὸν μῆνα Ιαννουάριον 1822 ἐβγῆκε ὁ Νικήτας καὶ Π.
Ζαφειρόπουλος.) Ὅσο νὰ πᾶν εἰς τὴν Κόρινθο, ἀπάντησαν τοὺς Τούρχους καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τοὺς πιάσουν ζωντανοὺς, καὶ ἐγύρισαν πίσω. Ο 'Ῥήγας ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ Δερβένι, κινῶντας οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ἄφηκαν δύο τρεῖς σημαίας καὶ ἔφυγαν χωρὶς νὰ δίξουν τουφέκι. Οἱ Τοῦρκοι ἐνόμιζαν, ἀφοῦ εἶδον τὰς σημαίας ἀνοικτὰς, ὅτι ἦτον στράτευμα καὶ ἄρχησαν νὰ προχωρήσουν εἰς τὸν ᾿Αέρα· ἀφοῦ εἶδαν ὅτι δὲν ἦτον στράτευμα, οἱ Καβαλαραῖοι Τορκοι ἐπῆραν ἀπὸ κοντὰ τοὺς Ἕλληνας. ἄλλοι ἔφυγαν κατὰ τὴν Αἴγινα καὶ ἄλλοι κατὰ τὸ Σοφικό. οἱ Τοῦρκοι ἐσκότωσαν Ελληνας. ..
Ὁ Ῥήγας ἐπῆρε τὸ φύσημα εἰς τὸ ῎Αργος καὶ ἔδωσε τὴν εἴδησι ὅτι ὁ Δράμαλης ἐμβῆκε εἰς τὸ Δερβένι με 60,000 ὡσὰν νὰ τοὺς εἶχε μετρήσει· τὸν ἐρώτησαν τί ἔγεινε τὸ στρά- τευμα ; καὶ τοὺς ἀποκρίθηκε, ὅτι ὅλοι ἐχάθηκαν, μόνον ἐγὼ ἐγλύτωσα. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε Φρούραρχον εἰς τὴν Κόρινθον ἕνα Καλόγηρον λεγόμενον ᾿Αχιλλέα, Διδάσκαλος τῆς Αλληλοδιδακτικῆς, καὶ βλέποντας τοὺς Τούρκους ἔφυγε μὲ τοὺς στρατιώτας, ἀφοῦ ἐσκότωσε τὸν Κιαμίλμπεϊ. Ὁ Δράμαλης ἔστειλε καὶ ἔπασε τὸ Κάστρο τότε ἔστειλε 49 Καβαλαρέους νὰ φέρουν τὰ συγχαρίκια εἰς τὸ ᾿Ανάπλι· τὸ Ανάπλι, πρὶν ἕνα μῆνα, εἶχε κάμει συνθήκη μὲ τὴν Κυβέρνησι νὰ δώσουν οἱ Τοῦρκοι τὸ Καστέλι καὶ δέκα Τούρκους ἀξιωματικοὺς ἐνέχυρον καὶ ἐδικούς μας 30, καὶ νὰ τοὺς στέλνουν ζωοτροφίας ἕως ὅτου νὰ ἔλθουν τὰ Βλληνικὰ καράβια νὰ τούς πάρουν καὶ νὰ βάλουν εἰς τάξιν τὰ λάφυρα.
Ἡ Κυβέρνησις βλέποντας τοὺς Τούρκους ὁποῦ ἔφερναν τὰ συγχαρίκια ἔφυγαν καὶ ἐμβῆκαν εἰς τὰ και Ράβια (τὸ Βουλευτικό), καὶ τὸ στράτευμα ὁποῦ ἦτον ἐκεῖ συναγμένον διελύθηκε. Οἱ δύο καβαλαραῖοι μὲ ἔδωσαν εἴδησιν ὅτι ὁ Δράμαλης ἐμβῆκεν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἦλθε στὴν Κόρινθον· δὲν ἤξευραν ἀκόμη ὅτι τὸ Κάστρο ἦτον εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ ἐλπίζαμε νὰ τοῦ πᾶμε βοήθεια. Ὁ πεζὸς ἦλθε 1 ὥρα πρὶν νὰ βασιλεύσῃ ὁ ἥλιος. λαμβάνωντας τὸ γράμμα ἐπῆγα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ τοὺς εἶπα ὅτι, νὰ ἔλθουν ὅσοι ἠξεύρουν γράμματα, καὶ ἔτζι ἐγράψαμε ὅλη τὴν νύκτα καὶ ἐστείλαμεν εἰς ὅλας τὰς Επαρχίας διὰ νὰ προφθάσουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα, διότι ὁ Δράκαλης ἐμβῆκε εἰς τὴν Πελοποννησον.
Εἶπα τῆς Γερουσίας, νὰ σταθῆς ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς βοηθᾷς ἀπὸ τροφὰς καὶ πολεμοφόδια, καὶ ἐγὼ πέρνω τὰ στρατεύματα καὶ πηγαίνω ἐμπρὸς, καὶ ἂν ἰδῶ ὅτι δὲν ἡμπορῶ νὰ βαστάξω, τότε σᾶς στέλνω εἰδησι καὶ ἀναχωρεῖτε· καὶ ἔτζι ἐβάσταξαν τὴν θέσι. Τὴν αὐγὴν ἔβαλα λόγο εἰς τοὺς στρα- τιώτας καὶ τοὺς εἶπα· Ελληνες μὴ φοβεῖσθε ! ἐμεῖς ἐσκοτώσαμε τόσους Τούρκους ἐντόπιους, καὶ τούτους ἔτζι θὰ τοὺς κάμωμε· δὲν εἶναι πολλοὶ οἱ Τοῦρκοι ὅσους τοὺς λέγουν νὰ ὑπάγωμε νὰ σκοτωθοῦμε μακρὰν ἀπὸ τὰ παιδιάμας καὶ ταῖς φαμελιαῖς μας· μὴν πέρνετε μαζύ σας οὔτε μου λάρια, καπόταις, ὅλα μᾶς τὰ φέρνουν ἐκεῖνοι.
Εδιώρισα τὸν Κολογόπουλο καὶ ᾿Αντώνη Κολοκοτρώνη μὲ 1700 νὰ τραβίξουν εἰς τὸν ῞Αγιον Γεώργιον καὶ νὰ ὑπάγουν ἀντίκρυ νὰ ῥίξουν δύο τρεῖς μπαταριαῖς, νὰ ἀκούσουν οἱ Ἕλληνες ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ Κάστρο τῆς Κορίνθου καὶ νὰ ἐνθαῤῥυνθοῦν· ἔλπιζα ὅτι τὸ Κάστρο ἐβάσταγε ἀκόμη ἰβάσταξα μόνον 300 και ἐκίνησα διὰ τὸ ῎Αργος όπου ἤξευρα ὅτι ἦτον ἐκεῖ 5, 6 χιλιάδες στρατιῶτες καὶ νὰ τοὺς πάρω καὶ νὰ ὑπάγω ἐμπρὸς εἰς τοὺς Τούρκους εἰς τὰ Δερβένια. Ερχοντας εἰς τὸ Παρθένι ἀπάντησα τὸν Ῥίγα μὲ τὸν Κολιὸ τὸν Δαρειώτην· τοὺς ἐρώτησα τί ἠξεύρουν καὶ αὐτοὶ μοῦ ἀπεκρίθηκαν ὅτι ἐμβῆκαν 60,000 Τοῦρκοι μέσα, ὅτι μόνον αὐτὸς ἐγλύτωσε· τὸν ἐμάλωσα, καὶ τοῦ εἶπα· νὰ μὴ ματαειπῇς τέτοια λόγια εἰς τῆν Τριπολιτζᾶ αὐτὸς μόλις ἐπῆγε στὴν Τριπολιτζᾶ ἔδωσε τὴν εἴδησι καὶ ἔφυγε ὅλος ὁ Κόσμος ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ, μόνονΓερουσία ἡ ἔμεινε.
Οἱ στρατιώταις ὁποῦ εἶχα μαζί, ὡσὰν ἤκουσαν· αὐτὰς τὰς εἰδήσεις, ἐδείλιασαν, καὶ διὰ νὰ τοὺς ἐνθαῤρύνω ἄρχισα καὶ ἐτραγούδαγα· παρακάτω ἀπάντησα τὸν Λυκοῦργον Κρεστενίτη μὲ 15 καὶ τοὺς εἶπα· ποῦ πηγαίνουν, κα αὐτοὶ : πηγαίνουν εἰς τὸν Πύργον καὶ πάλιν ἔρχονται Οἱ Μανιάταις ἔγδυσαν τὸ ᾿Ἄργος καὶ ἔφυγαν· τοὺς ἀπαντάω εἰς τὸν δρόμοι τοὺς ἐρωτάω ποῦ πηγαίνουν, καὶ αὐτοὶ μοῦ ἔλεγαν: ὅτι ἔχομεν ἄῤῥωστο, καὶ πᾶμε καὶ γυρίζομε τοὺς ἔλεγα: τὸν ἄῤῤρωστο τὸν πάει ἕνας δύο» ὄχι τόσοι· εἰς τὸ Ταβοῦλι ἁπάντησα τὸν Ὑψηλάντη, τὸν Κρεβατά, τὸν υἱόν μου Πᾶνο ὁποῦ ἦτον μὲ τὴν Γερουσία, τὸν Μαυρομιχάλη τοὺς ἐρωτῶ ποῦ πᾶτε; τοὺς εἴδατε μὲ τὰ μάτια σας τοὺς Τούρκους; ὄχι· μᾶς εἶπαν πῶς ἐμβῆκαν 50 Καβαλαραῖοι εἰς τὸ Ναύπλιον·
ἐσεῖς ποῦ κᾶτε ; ἔχομε κανένα Κάστρο νὰ ἐμβοῦμε; ἔχομε καμμίαν δύναμιν νὰ τραβιχθοῦμε καὶ ἡμεῖς, καὶ οἱ Τοῦρκοι νὰ σκλαβώσουν τὸν Κόσμον; καὶ ἔτζι τοὺς ἐκράτησα. Ἔκραξα τότε τὸν Πέτρο Μπαρμπιτζιότη καὶ τὸν Θεοδωρῆ Ζαχαρόπουλο καὶ τὸν Αντώνη Κουμουστιώτη, καὶ τοὺς λέγω: νὰ πάτε νὰ μοῦ πράσετε τὸ Κάστρα τοῦ Ἄργους μὲ 100 ἀνθρώπους διαλεκτοὺς, καὶ πιάνοντας τὸ Κάστρο, νὰ κάμετε φανὸ, ὅτι ἔπλασαν τὸ Κάστρο· μὲ ἀπεκρίθησαν ὅτι πᾶμε, μὰ χανόμεθα· τοὺς εἶπα : πηγαίνετε κι ἐγὼ σᾶς πέρνω εἰς τὸν λαιμόμου, καὶ ἔτζι ἐπῆγαν καὶ ἔκαμαν τὸν φανό.
Εὐθὺς στέλνω τὸν Πᾶνο μὲ 150 στρατιώτας νὰ ὑπάγῃ νὰ πιάσῃ τοὺς Μύλους καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὰ καράβια τῆς πεθερᾶς του νὰ πλησιάσουν κοντά, κι᾿ ἂν τὸν εὕρῃ πόλεμος νὰ τὸν βοηθίσουν μὲ τὰ Κανόνια· Τρεῖς ἡμέραις ἐκαθίσαμεν εἰς τὸν ᾿Αχλαδόκαμπον, καὶ ἐγράψαμεν νὰ ἔλθουν στρατεύματα· ἦλθαν οἱ Αγιοπετρίται μὲ τὸν Ζαφειρόπουλον καὶ Μιστριώταις κ᾿ ἐγινήκαμε ὡς 1, 000. τότεε ἰπα τοῦ Πετρόμπρη καὶ τοῦ Ὑψηλάντη νὰ πᾶκ νὰ πιάσουν τοὺς Μύλους καὶ νὰ στείλουν βοήθεια εἰς τὸ Ἄργος, καὶ ἐγὼ νὰ τραβίζω κατὰ τὴν Κόρινθο, νὰ ἰδῶ πόθεν πηγαίνουν οἱ Τοῦρκοι, καὶ ἔγειναν 2 κολόναις, ἡ μία νὰ ὑπάγη κατὰ τὰ Βασιλικα καὶ ἡ ἄλλη κατὰ τὸ ᾿Αργος.
Επῆγαν εἰς τοὺς Μύλους· ὁ Πᾶνος, ὁ Μπεϊ ζαντὰ Γεωργάκης, ἐπῆγαν καὶ ἐκλείσθηκαν εἰς τὸ Αργος· ἐγὼ ἐτράβιξα διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Κόρινθο· ηύρηκα τὸν Κολιόπουλο εἰς τὸ Σκηνοχῶρι' ὁ ᾿Αντώνης ἦτον εἰς τὸν Αγιο-Γεώργη· οἱ Τοῦρκοι ἄρχησαν νὰ καταιβαίνουν εἰς τὸ Ἄργος. Οἱ Τοῦρκοι μὴν εὑρίσκοντας ἐναντιότητα έξαπλώνονται. Ὁ Κολιόπουλος ἀπαντᾶται εἰς τὸ Χαρβάτι μὲ τοὺς Τούρκους, ἐσκότωσαν 20, Ὁ Κολιόπουλος μονομαχεῖ μ ἕναν καβαλάρη καὶ τὸν φονεύει· τότε ἐγύρισε εἰς τὸ Σκηνοχῶρι, ἐκατέβηκαν καὶ ἀπὸ τὸ Κάστρο τοῦ Αργους μερικοὶ, καὶ ἐπολέμησαν μὲ τοὺς Τούρκους ποῦ ἤρχοντο ἀπὸ τὴν Κόρινθο καὶ ἐσκοτώθηκαν καμιὰ δεκαριά, Μανγάταις καὶ Πελοποννήσιοι. - Οἱ Κουμουντουρέοι, ὁ Σισίννης, ἔμειναν ὅσοι ἦτον μὲ τὸν Μπέη.
ὁ ᾿ Αντώνης ἐκαρτέρεψε εἰς τὸν "Αγιο Γεώργιο τοὺς Τούρκους στὴν Κόρινθο καὶ ἐσκότωσε 17. Τὴν ἄλλην ἡμέράν ἐπῆγαν 2,000 καὶ τὸν ἐπολέμησαν καὶ τὸν ἔδιωξαν καὶ ἔκα - ψαν σπήτια. Ἐγὼ, σὰν ἔστειλα τοὺς ἄλλους νὰ πᾶνε ς᾿ τοῦς Μύλους, ἐγώ ἐτράβηξα κατὰ τὴν Κόρινθο καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Σκηνοχῶρι, καὶ ἐπῆγα καὶ γύρα τὸν Κολιόπουλο, καὶ μοῦ εἶπε τὸν ἀναχωρισμὸν τοῦ ᾿Αντώνη ἀπὸ τὸν ῞Αγιον Γεώργιον· καὶ ἐκίνησα νὰ πάγω στὸν ῞Αγιον Γεώργιον καὶ πηγαινάμαινος εἰς τὸ Μαλανδρῖνο, ηὗρα δέκα Καβαλαραίους Τούρκους, καὶ βλέποντάς μας ἐκλείσθηκαν εἰς ἕνα σπῆτι· δὲν ἠθέλησαν νὰ παραδοθοῦν, τοὺς ἐκάψαμεν. Ένας στρατιώτης ἔπιασε τὸ τουφέκι ἑνὸς Τούρκου ἀπὸ τὴν θύραν, τοῦ τὸ πῆρε.
Τραβάω καὶ πάγω εἰς τὸν Αγιον Γεώργιον, τὸ χωριὸ ἦτον γεμάτο ἀπὸ λάδι κτλ. Τὸ ἔπιασα, ἀγνάντευσα καὶ εἶδα, ὅτι ἀπὸ τὴν Κόρινθο ἐκίνησαν τὰ Τούρκικα στρατεύματα διὰ τὸ ῎Αργος καὶ ᾿Ανάπλι· ὅταν ἐκατέβηκαν οἱ Τοῦρκοι, ἐπῆγαν καὶ ἐπολιόρκησαν τὸ παλιόκαστρο τοῦ Ἄργους, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἦτον δύο Πασάδες. Οἱ Πασάδες ἔλεγαν τῶν στρατιωτῶν, ὅτι ἐδῶ εἶναι τὸ βιὸς τοῦ Κόσμου, τὸ ᾿Ανάπλι τὸ ἔχομε, τἄλλα τὰ πέρνομε ὅλα· τὸ πολιόρκησαν. Ἦτον συναγμένα στρατεύματα εἰς τοὺς Μύλους. έως 5,000.
Ὁ Κολιόπουλος ἦτον κλειστὸς εἰς τὸ παλιόκαστρο μὲ Φαναρίτας καὶ Καρυτινούς, μὲ τὸν Δημητράκη τὸν Δελιγιάννη. Μοῦ γράφουν ἕνα γράμμα· ὅτι νὰ φθάσω, διατὶ ἔκλεισαν τὸ κάστρο καὶ δὲν ἔχουν προβεζιό· τὴν ἄλλην ἡμέρα ἔκαμαν ἀρχηγὸ τοῦ στρατεύματος τὸν ᾿Αντωνάκη Μαυρομιχάλη, τοῦ στρατεύ ματος ᾿ποῦ εἶναι ς᾽ τοὺς Μύλους· Σὰν τὸν ἔκαμαν ᾿Αρχη γὸν, ἠθέλησαν νὰ κάμουν ἕνα πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους, καὶ τὸν Κολιόπουλον δὲν τὸν ἐτεμπίχρασαν ποῦ ἦτον εἰς τὸ πλευρό τους, καὶ ὁ πόλεμος ἐπιάσθη σὴν ἄκρην τὰ ἀμπέλια, καὶ ἐβγῆκαν Τοῦρκοι 10,000 Καβαλαραῖοι και ἐτζάκισαν τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐχάθηκαν 150 Ελληνες.
Σὰν ἔχασαν τὴν μπατάλια, μοῦ στέλνουν ἕνα γράμμα καὶ μοῦ λένε· ἂν τρώγω ψωμὶ νὰ τὸ ἀφήσω, νὰ τοὺς βοηθήσω – Ἤμουν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον-διατὶ ἡ πατρὶς ἐχάθη. Δὲν ἔλειψα εὐθὺς νὰ κινήσω μὲ 100 στρατιώτας καὶ τὸν ᾿Αντώνη Κολοκοτρώνη