1805 πηγαίνω εἰς τὴν Ζάκυνθον· ὁ Αὐτοκράτωρ ᾿Αλέξανδρος κάμνει πρόσκλησιν διὰ νὰ γραφθοῦν οἱ Ἕλληνες εἰς τὰ στρατεύματα. Κάμνομεν ὅλοι μία ἀναφαρά, Σουλιῶται, Ρουμελιῶται καὶ Πελοπονήσιοι εἰς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ τοῦ ζητοῦμεν βοήθειαν διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν τόπον μας· ὁ ᾿Αναγνωστᾶς ἐνήργησε νὰ γίνη ἡ ἀναφορὰ οἱ Σουλιῶται, Ρουμελιῶτες ἦταν στην Πάργαν. Ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς ἦλθεν εἰς ..... καὶ ἐγράφθησαν 5000 ςρατιῶται Πελοποννήσιοι εἰς τὰ ἅρματα· ἦλθε ἡ ἀπάντησις, τότε ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθον εἰς τὰ 1805 τὸν Αὔγουστο ὁμιλῶ μὲ τὸν ᾿Αρχηγὸν τῶν Ῥωσσικῶν σρατευμάτων καὶ μὲ λέγει, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ τὸν διέταξε νὰ παραδεχθῇ εἰς τὴν δούλευσιν ὅσους θέλουν νὰ ἔμβουν καὶ νὰ ὑπάγουν νὰ κτυπήσουν τὸν Ναπολέοντα.
Τοῦ ἀποκρίνομαι ὅσον διὰ τὸ μέρος μου δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν δούλευσιν. Τί ἔχω νὰ κάμω μὲ τὸν Να πολέοντα; Αν θέλετε ὁ μως στρατιώτας διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας σὲ ὑπόσχομαι καὶ 5 καὶ 10 χιλιάδας στρατιώτας· μία φορὰ ἐβαπτισθήκαμεν μὲ τὸ λάδι, βαπτιζόμεθα καὶ μίαν μὲ τὸ αἷμα καὶ ἄλλη μίαν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος μας. μένω 15 ἡμέρας εἰς τὴν Ζάκυνθον, δὲν συμφωνῶ, ἀφίνω 28 ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου καὶ τὸν Νικήτα ἀνεψιό μου καὶ τοῦ Γιάννη Κολοκοτρώνη αὐτοῦ.
Τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ στρατεύματα γράφονται καὶ πηγαίνουν εἰς τὴν Νεάπολι. Οἱ Τοῦρκοι βλέπουν αὐτὰ τὰ κινήματα καὶ γράφουν ἀναφορὰς εἰς τὸν Σουλτάνον καὶ τοῦ ἐξηγοῦν τὰς ὑποψίας των. Ὁ Σουλτάνος λαμβάνει τήν ἰδέαν νὰ κόψῃ τὸν λαόν. Ὁ Πατριάρχης κάμνει παρατηρήσεις καὶ λέγει τί πταίει ὁ λαὸς ; νὰ σκοτώσωμεν τοὺς πρωταιτίους, τοὺς κακοὺς, καὶ τὸν ἀντισκόβη. Η ἀναφορὰ τῶν Τούρκων συμφωνεῖ μὲ τὰς πληροφομίας τοῦ Καμπινέτου τῆς Γαλλίας, ὅτι νὰ χαλάσουν τοὺς Καπεταναίους τοὺς λεγομένους κλέφτας καὶ τοὺς Καπεταναίου τῶν καραβιῶν, διὰ τί μία ἡμέρα εἰμποροῦν νὰ κάμουν ἐπανάστασιν.
Τότε κάμνει ἕνα φερμάνι ὁ Σουλτάνος νὰ σκοτώσουν τοὺς κλέφτας. Ἀφοριστικό ἔρχεται τοῦ Πατριάρχου διὰ νὰ σηκωθῇ ὅλος ὁ λαὸς, καὶ ἔτζι ἐκινήθηκεν ὅλη ἡ Πελοπόννησος Τοῦρκοι, καὶ Ρωμαῖοι κατὰ τῶν Κολοκοτρωναίων. Τὸν Αὔγουστον ὑπῆγα εἰς Ζάκυν θον· τὸν Σεπτέμβρι ἐβγῆκα ἐξω, καὶ Ἰαννουάριον 1806 ἦλθε τὸ διάταγμα καὶ μᾶς ἐκυνήγησαν, ὁ Πετιμεζᾶς, δ Γιαννιᾶς καὶ ὁ Ζαχαριᾶς ἦτον χαϊμένοι προτήτερα, καὶ εὑρέθηκα μὲ μόνον 150. Ἐπήγαμεν εἰς τὸ Μοναστῆρι, Βελανιδιὰ, πλησίον τῆς Καλαμάτας, καὶ ἀπεκεῖ ἔστειλα ἕνα γράμμα τοῦ Ἡγού μενου διὰ νὰ μοῦ στείλουν ζωοτροφίας· τὸ γράμμα τὸ ἔπιασαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ὁ Δελιαχμέτης ἦλθε καὶ μᾶς ἐπολιόρκησε μὲ 1000, ἐτραβίξαμεν τὰ σπαθιὰ καὶ τοὺς ἐχαλάσαμεν· τοὺς ἐπήραμε κυνηγῶντας ἕως εἰς τὴν Κα- λαμάτα, ἐπήραμε τὰς σημαίας τους καὶ ἐσκοτώσαμεν πολλούς.
Αὐτὸς ὁ Δελιαχμέτης ἦτον περίφημος εἰς τὴν Ῥούμελη, ἐκατατρέχθη ἀπὸ τὸν ᾿Αλῆ-Πασᾶ κ᾿ ἐκατέφυγε εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ὁ Πασᾶς τοῦ τόπου τὸν ἔδωκε 500 χάρτζια (μισθοὺς) διὰ νὰ κυνηγάῃ τοὺς κλέφτας· ἐγὼ σὰν τὸ ἔμαθα εἶχα 80, καὶ ἐπῆγα ἐπίτηδες διὰ νὰ δοκιμάσω τὴν δύναμίν του εἰς τὸν Ακοβο (Σαμπάζικα), καὶ ἐφοβήθηκε νὰ πολεμήσῃ μὲ ἡμᾶς. Ἐπήγαμε εἰς τὴν Βλαχοκεραστὰ καὶ τὴν ἐχαλάσαμε ὡς ἰδιοκτησία τοῦ Χασεκῆ, ὁποῦ ἔκαψε τὰ σπήτιά μας. ᾿Αλλη μία φορὰ ἐπήγαμεν εἰς τοῦ Τζεφερεμίνη καὶ μᾶς ἔμαθαν οἱ Τοῦρκοι τῆς ᾿Ανδρού σας καὶ ἐκίνησαν μία ἑκατοστὴ διὰ νὰ μᾶς κτυπήσουν, καὶ ἐβγήκαμεν, τοὺς ἐκυνηγήσαμεν καὶ ἐτρόμαξαν νὰ γλυτώσουν· τὸ ἴδιον ἐστάθη καὶ εἰς τοῦ Μήλια, τὸ παλιόκαστρο, ἀνάμεσα Μήλια καὶ Μποῦτζα (τῆς Μεσσηνίας).
Ολ᾽ ἡμέρα ἐπολεμήσαμεν καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐφύγαμε. Αλλη μία φορὰ ἐφάνηκαν εἰς τοῦ Μαρμαριᾶ (Βρουστοχω- ριά). Ἦλθαν μᾶς πλάκωσαν ἀπὸ ὅλαις ταῖς κοντιναῖς ἐπαρχίαις ὅλοι οἱ Τοῦρκοι, μᾶς ἔκλεισαν εἰς ἕνα βουνὸ, ἐπο- λεμήσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὸ βράδυ τοὺς ἐφύγαμεν. Εἰς τὸν ᾿Ακοβο, ὅπου δὲν ἠθέλησαν νὰ πολεμήσουν, ἦτον ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ντελί-Αχμέτη, καὶ ἀφοῦ ἐγύρισεν εἰς τὸν μπάρμπα του τὸν ἔρτυσε γιατὶ δὲν ἐπολέμησε, καὶ αὐτὸς τοῦ ἀπεκρίθης νὰ σὲ κάμη ὁ Θεὸς κιαμέτι νὰ πολεμήσετε μὲ αὐτοὺς καὶ τότε βλέπεις. ᾿Αφότου τὸν 2 18 = ἐχαλάσαμεν ἐπῆγεν ὁ Ντελί- Αχμέτης εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ ἐκάθησε τρεῖς μῆνας.
Ἐκεῖ φοβούμενος μήπως 'πάγωμε καὶ τοὺς χαλάσωμε, ἐγραφοφορισθήκαμεν μετ᾿ αὐτὸν, καὶ ἔπειτα ἐπῆγεν ὁ Ντελι-αχμέτης εἰς τὸν Πασᾶ καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἰμποροῦμεν νὰ τοὺς κάμωμε τίποτες, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσετε τὸ ἁρματωλίκι διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος, καὶ ἔτζι ἀπέρασε ἐκεῖνος ὁ χρόνος. Ἐμάθαμεν ὅτι ἦλθε τὸ Συνοδικὸ καὶ τὸ Φερμάνι· ἐμάζωξα ὅλους ἕως 150 καὶ τοὺς εἶπα, νὰ ἀναχωρήσωμεν νὰ πᾶμεν εἰς τὴν Ζάκυνθον· αὐτοὶ ἀφοῦ ἤκουσαν ὅτι οἱ Ροῦσσοι εἶχαν πάρει ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς ἐπῆγαν εἰς τὴν Νεάπολι, μὲ ἀπεκρίθηκαν ὅλοι μὲ ἕνα στόμα: ὅτι ἡμεῖς δὲν πηγαίνομεν εἰς τὴν Φραγκλὰ καὶ θέλομε ν᾿ ἀποθάνωμεν ἐπάνω εἰς τὴν πατρίδα μας.
Ὁ ἀδελφός μου ὁ Γιάννης μὲ εἶπε ὅτι θέλω νὰ μὲ φάγουν τὰ ὄρνεα τοῦ τόπου μας. Τοὺς ἔδωκα ἄλλη μία γνώμη, νὰ χωρισθοῦμε εἰς μπουλούκια ἀπὸ 5, ἀπὸ 6, νὰ κρυφθοῦμεν καὶ ἔτζι ν' ἀπεράσῃ ὁ Γεννάρης, ὁ Φλεβάρης καὶ ὁ Μάρτης ὅσον νὰ λυώσουν τὰ χιόνια, καὶ τότε συναζόμεθα καὶ περπατοῦμε καθὼς καὶ προτή τερα· καὶ αὐτὸ τὸ πρόβαλα, διότι εἰς τρεῖς μῆνες ἤθελον σκορπισθοῦν τὰ ὁρδιὰ καὶ ἐγλυτώναμεν ἀπ᾿ ἐκεῖνον τὸν κίνδυνον· αὐτοὶ μ᾿ ἀπεκρίθησαν: ὅτι δὲν πᾶμε νὰ ἐξοδεύσωμε τὰ λίγα γρόσια ὁποῦ ἔχομε, διατὶ οἱ καπεταναῖοι ἐσεῖς πέρνετε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας· καὶ ἐγὼ τοὺς εἶπα, ὅτι: κάμετε τοῦτο καὶ ὅταν τὸν Μάρτη σμίξωμεν τοὺς ἀποζημιώνω εἰς ὅσα ἐξόδευσαν.
Αὐτοὶ δὲν ἄκουσαν καὶ ἔτζι ἐκηρυχθήκαμεν μὲ τὴν σημαίαν ἀνοικτὴν εἰς ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ Μωρέως. - Ἡ σημαία εἶχε ἕνα Χ, εἶχε καὶ ἄστρα καὶ ρεγγάρι - Τοὺς Κοντσαμπασίδες τοῦ Μω ρέως τοὺς εἶχαν ἐνέχειρον εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ· τοὺς φίλους μας ὁποῦ εἰχαμεν εἰς τὴν Μάνη καθώς Κουμουντουράκιδες, Μούρτζινους καὶ λοιποὺς, τοὺς εἶχεν ὁ Ἀντωνόμπεης ἐξορίσει εἰς τὴν Ζάκυνθον, καὶ δὲν εἶχαμε πλέον καταφύγιον εἰς τὴν Μάνη. Καὶ τὰ βουνὰ ἦταν γεμάτα χιόνια καὶ δὲν εἰμπορούσαμε νὰ πᾶμε, ἀμὴ 30 ἐχωρίσθηκαν κατὰ τὰ Πηγάδια καὶ οἱ ἄλλοι ἀνοίξαμεν μπαϊράκι καὶ ἐτραβήξαμεν κατὰ τὸν "Αγιον Πέτρο·
ἐστείλαμεν εἰς τὰ Βέρβενα νὰ μᾶς στείλῃ ψωμὶ καὶ ζωοτροφίας, καὶ αὐτοὶ μᾶς ἀποκρίθησαν: ἔχομε βόλια καὶ μπαροῦτι, καὶ ἐπήγαμε καὶ τοὺς 'χαλάσαμε. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἀπεράσαμεν πίσω εἰς τὰ Σαμπάτζικα· τότε ἐπρόσταξε ὁ Πασσᾶς ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις διὰ νὰ ἔβγουν Τοῦρκοι καὶ Ρωμαῖοι νὰ μᾶς βαρέσουν. ᾿Απὸ Σαμπάζικα ἐκατεβήκαμεν εἰς τὸ Μοναστῆρι τῆς Βελανιδιᾶς, καὶ ἐστείλαμεν εἰς τὴν Καλαμάτα νὰ μᾶς στείλη ψωμί καὶ ρουσέκια, καὶ οἱ Καλαματιανοί ἐροβοῦντο νὰ μᾶς στείλουν·
ἡμεῖς ἐκινήσαμεν τότε νὰ πάγωμεν μέσα εἰς τὴν Καλαμάτα διὰ νὰ κτυπήσωμεν τοὺς Τούρκους· τότε οἱ προεστοὶ μᾶς ἔφερον οἱ ἴδιοι ζαερὲ καὶ μπαρουτόβολο καὶ στουρνάργα εἰς τὸν Αγιον Ἡλία πλησίον τῆς Βαλανιδιᾶς· ἀπὸ ἐκεῖ ἐτραβίξαμε τὴν ἡμέραν καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Πήδημα, σύνορο Καλαμάτας, καὶ τὸ βράδυ ἐπήγαμεν εἰς τὸ Τζεφερεμίνι· Μία ὥρα μακρυὰ ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ εἴ μαστε ἡμεῖς, εἰς τὴν σκάλα ἦλθε ὁ Κεχαϊὰ-μπεης μέ 2000 Τούρκους, μὲ τὰ παλούκια. Τὸ βράδυ ἐπήγαμεν εἰς τὸ ᾿Αλιτοῦρι, καὶ ἐκεῖ μᾶς ἐπλάκωσαν ᾿Ανδρουσανοὶ, Λεονταρῖτες καὶ λοιποὶ ἕως 700·
ἦλθαν τὴν αὐγὴν, ἀρχίσαμε τὸν πόλεμο, ἡμεῖς ἐβγήκαμε ἀπὸ τὸ χωριὸ, τοὺς 'πήραμε κυνηγῶντας ἕως μίαν ὥραν μακρυά, τοὺς ἐπήραμε 2* 4 ἄτια, πολλοὶ ἐπνίγηκαν εἰς τὸ ποτάμι, καὶ ἄλλους ἐσκοτώσαμε, καὶ ἐπήραμεν πολλὰς ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια. Ἤκουσαν τὸν πόλεμον τὰ στρατεύματα ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Σκάλα καὶ ἦλθαν εἰς βοήθειαν τῶν ἐδικῶν των. Ἡμεῖς ὀπισωγυρίσαμεν καὶ ἐκλεισθήκαμεν εἰς τὸ χωριό ᾿Αλιτοῦρι, καὶ ἐπολεμήσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τὸ βράδυ ἐτραβήξαμε τὰ σπαθιὰ καὶ ἐπήγαμε κατὰ τῆς ᾿Αρκαδιᾶς τὰ χωριά·
ἐπήγαμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ χωριάὰ, καὶ εὑρήκαμε 300 Τούρκους μέσα καὶ δὲν εἰμπορέσαμε νὰ πάρωμε ψωμί. Οἱ Τοῦρκοι ἀφοῦ ἐπῆγαν εἰς τὸ ᾿Αλιτοῦρι βλέποντες τὸν τορόν μας ἐγύρισαν καὶ ἦλθαν ἀπὸ κοντᾶ γυρεύωντάς μας. Ὁ Κεχαγιᾶς ἄρχησε νὰ παλουκώνῃ τοὺς Χριστιανοὺς (γιατάκηδες), διὰ νὰ δώσῃ φόβον εἰς τὸν Κόσμον. Ἦλθαν οἱ Τοῦρκοι ἐπάνω μας, ἡμεῖς ἐρκιάσαμεν ταμπούρια γιὰ νὰ τοὺς πολεμήσωμε. Οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἐντόπιοι καὶ μᾶς ἔστειλαν νὰ ρύγωμε, διότ: μᾶς ἐφοβοῦντο ἀκόμη.
Ἐφύγαμεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπήγαμεν εἰς τὰ Κοντοβούνια διὰ ψωμὶ καὶ ἔπειτα ἐπήγαμεν εἰς ἕνα βουνὸ νὰ λημεριάσωμεν· ἐστείλαμεν εἰς τοὺς φίλους μας διὰ νὰ εὕρουν καΐκια νὰ ἔμβουμε νὰ φύγωμε, καὶ μᾶς ἀπεκρίθηκαν ὅτι τὰ καίκια ἀπὸ τὸν Πύργον ἕως τὸ Νεόκαστρον τὰ ἔχουν ἐμποδισμένα ὅλα διὰ νὰ μὴν περάσωμεν εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἐγυρίσαμε τότε εἰς τὰ Μεσόγεια τῆς Πελοποννήσου· μᾶς ἐπῆραν ἀπὸ κοντὰ οἱ Τοῦρκοι, ἐπέρναμε ψωμὶ ἁρπακτά. Εἰς τοῦ Ψάρι μᾶς ἔφθασαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐπολεμήσαμεν ὅλην τὴν ἡμέραν.
Οἱ συντρόφοι μου ἄρχισαν νὰ φεύγουν· ἀποστᾶνε, ἐπειδὴ καὶ ὅλαις ταῖς ἡμέραις ἐπολεμούσανε καὶ τὴν νύκτα ἐπεριπατούσανε· καὶ μᾶς ἔφυγαν ἕως 40, καὶ ἀπὸ 100 ἐμείναμε 60. Τὴ, ἄλλην ἡμέραν ἐπήγαμεν εἰς τὸ 21 Λεοντάρι ἀποπάνου, καὶ μᾶς εὕρηκαν πάλιν ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐφύγαμεν διὰ τὰ Σαμπάζικα, εὑρήκαμεν ἐκεὶ μία τατρακοσαριὰ τούρκους, ἐνῷ ἐνομίζαμε ὅτι δὲν θὰ εὕρωμε. Ἐπολεμήσαμε καὶ ἐκεῖ μὲ τοὺς Τούρκους. Εσώσαμε τὰ φουσέκια, τὸ ψωμὶ ὀλίγο. Τὸ βράδυ τοὺς εἶπα: ὅτι δὲν εἰμπορούσαμε νὰ ζοῦμε ὅλοι μαζί, ἀλλὰ νὰ διαμοιρασθοῦμε· καὶ ἔτζι ἐχωρισθήκαμε λέγοντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον: καλὴ ἀντάμωσι εἰς τὸν Κόσμον τὸν ἄλλον·
ἐκράτησα μόνον 19 συγγενεῖς μου καὶ ἕνα Καπετὰν Γιώργο ὁποῦ δὲν εἶχε ποῦ νὰ ὑπάγῃ. Εἰς 15 ἡμέραις δὲν ἔμεινε κἀνένας ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ ἐχώρισαν ἀπὸ ἐμένα· ἀπὸ τοὺς 19 διό μου πρῶτα ἐξαδέλφια μὴν ἠμπορῶντας πλέον νὰ βαστάξουν τὴν πεῖναν καὶ τοὺς κόπους (ἀποστασίλα) ἐκρύφθησαν, καὶ εἰς ὀλίγας ἡμέρας τοὺς εὑρήκανε καὶ τοὺς ἐσκότωσαν καὶ ἐμείναμε 17. Μὴν ἠξεύροντας, ἐπήγαμεν κ᾿ ἐλημεριάσαμεν ἀνάμεσα εἰς τρεῖς παγανιαῖς. Η τύχη μᾶς ἔκαμε καὶ δὲν μᾶς εἶδαν παρὰ τὸ βράδυ καὶ ἐξανασάναμεν ὀλίγο.
Μᾶς εὑρῆκαν, ἐσταθήκαμεν ὑποχρεωμένοι νὰ περάσωμε ἀνάμεσόν των πολεμῶντας καὶ νὰ γλυτώσωμε κι᾿ ἀπ' αὐτὸν τὸν κίνδυνον. Τὴν νύκτα ἐτραβήξαμε κατὰ τὸν κάμπον τοῦ Λεονταρίοῦ, ἀκούσαμε πολλαῖς μπαταριαῖς καὶ ἔπεφταν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη καὶ δὲν ἠξεύραμε τί ἦτον. Ἡ μπαταριὰ ἦτον σημεῖον ὅτι ἐδῶθεν ὑπάγουν οἱ κλέφται. Τὴν νύκτα ἐπήγαμεν εἰς τὸ ᾿Ανεμοδοῦρι διὰ ψωμί, εὑρήκαμε μόνον ταῖς γυναίκαις καὶ οἱ ἄνδρες ἤτανε εἰς τὰ Διά συλα, καὶ ἐφύλαγαν μὲ τοὺς Τούρκους.
Τὰ σκυλιὰ ὁποῦ ἁλίκτααν ἔδωσαν ὑποψίαν, ἦλθαν οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς πολιόρκησαν· Ὅταν ἐζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι, ἄρχησαν τὰ σκυλιὰ νὰ γαυγίζουν, ἐκατάλαβα καὶ ἐγὼ ὅτι ἦλθαν Τοῦρκος, τότε ἐπῆρα ταῖς φαμή- λίαις μαζὶ ἕως ὅτου ὁποῦ ηῦρα ἀνοικτὸν τὸν δρόμον, ταῖς ἀφήκαμε καὶ ἐπήραμε τὴν Δημοσιὰ τῆς Τριπολιτζᾶς καὶ ἐπήγαμε εἰς τὸ Βαλτέτζι ἀποπάνω νὰ λημεριάσωμε. Ἡ γυνακες τοῦ χωριοῦ μᾶς ἐγνώρισαν καὶ εὐθὺς ἔδωκαν παντοῦ τὴν εἴδησιν ὅτι: ἐδῶθε πάγει ὁ Κολοκοτρώνης, καὶ μᾶς ἐπῆραν κυνηγῶντας.
Τὸ δειλινὸ ἐφύγαμε καὶ ἔστρεψα κατὰ τὴν Καρύταινα, καὶ, διὰ νὰ μὴν γνωρίσουν τὸν τορὸ, ἀπὸ πέτρα εἰς πέτρα ἐπήγαμεν εἰς μίαν στάνη, καὶ μᾶς εἶπαν πῶς ἦτον γεμάτη Τοῦρκοι. Τότε ἀπεφάσισα νὰ γίνωμε εἰς 4 μπουλούκια καὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς φίλους νὰ κρυρθοῦμε. Ὁ ᾿Αντώνιος ὁ Κολοκοτρώνης μὲ ἄλλον ἕναν ἐκρύφθηκε εἰς τοὺς συγγενεῖς μας, τὸν Δημητράκη Κολοκοτρώνη μὲ ἄλλους 3 νὰ πᾶνε νὰ κροφθοῦν εἰς τὴν Βυτίνα, ὅπου εἴχαμε συγγενεῖς, καὶ τὸν ἀδελφόν μου Γιάννη μὲ ἄλλους 4, νὰ ὑπάγῃ ἀποκάτω εἰς τὴν Δημητζάνα ὁποῦ εἶν᾿ ἕνα χωργιὸ διὰ νὰ τοὺς κρύψῃ ἕνας πιστὸς φίλος ὁποῦ εἴχαμε.
Ὁ ᾿Αντώνης ἐγλύτωσε καὶ σώζεται ἕως τὴν σήμερον. Ο Δημητράκης ἐκάθησε δύο ἡμέραις εἰς τὴν Βιτίνα, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ. Τοῦ Δημητράκη τοῦ ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ τὸ χέρι, τ παῤῥησίασαν ὡς ᾿δικό μου,ἐπειδὴ εἶχε γράμματα. Ο Γάννης δὲν εὗρε τὸν φίλον του, ἐπῆγε εἰς τοὺς Αἰμυαλοὺς, μο ναστῆρι, τοῦ ἔδωκε ἕνας καλόγερος φαγὶ καὶ ἔπειτα ἐπῆγε, ἔδωσε εἴδησιν εἰς τοὺς Τούρκους, ἐπῆγαν, τὸν ᾿πολιόρκησαν εἰς τὸν ληνὸν καὶ τὸν ἐσκότωσαν. Ἐγὼ ἔμεινα μὲ ἄλλου τέσσαρους, ἐπῆγα εἰς ἑνὸς φίλου μου προεστοῦ εἰς τὸ Πυργάκι, ὀνομαζόμενον Κύρ Παρασκευᾶ, εὕρηκα τὸ παιδί του, ἐπειδὴ αὐτὸν τὸν εἶχαν εἰς τὴν Καρύταιναν, διὰ νὰ κρυφθῶ.
Ἐγὼ σᾶς ἐφύλαγα τόσον καιρὸ, τώρα πρέπει νὰ μὲ φυλάξετε καὶ σεῖς. Μὲ ἐπῆγε εἰς μία τρύπα καὶ τὸν ἔστει- λα ἕως τὴν Βυτίνα διὰ νὰ μάθῃ τί γίνεται. Ὁ μῆνας ἦτον Γεννάρης. Εἴκοσι ἡμέραις ἐμείναμε ζωντανοὶ ἀφότου μᾶς κατέτρεξαν. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἔδωσε εἴδησι τοῦ Πατρός του. Καὶ αὐτὸς ἐπῆγε εἰς τὴν Βυτίνα καὶ ἐπῆρε τοὺς Τούρκους διὰ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν τρύπα, νὰ μᾶς πιάσουν, ἀλλὰ ἦλθε ἐμπροστὰ διὰ νὰ εἰδὴ ἂν εἴμεθα ἐκεῖ ἀκόμη· ἦτον ἁρματωμένος, τὸν ἐρώτησα: κάτι ἁρματωμένος Ζαχαριά; τοῦ εἶπα, καὶ ἔβαλα εὐθὺς ὑποψία· τοῦ εἶπα: βρὲ νὰ μὴ μᾶς ἐπρόδωσες; αὐτὸς μοῦ ἀπεκρίθη, δὲν γίνεται αὐτό.
Ἐνῷ ἐπήγαινε αὐτὸς νὰ τοὺς μιλήσῃ ἐγὼ μὲ τοῦς ἄλλους 4, ἐπῆρα τὸ βουνὸ, καὶ μᾶς ἐκυνήγησαν ὅλην τὴν ἡμέραν. Η τύχη μας ἔκαμε καὶ δὲν ἦτον πολὺ χιόνι εἰς τὸ βουνό, καὶ ἐμπορούσαμε νὰ περπατοῦμε· μᾶς ἐκυνηγοῦσαν ὅλην τὴν ἡμέραν ἕως τὸ Ζυγοβίστι. Ἐκείνην τὴν ἡμέρα ἐσκότωσαν τὸν ἀδελφόν μου καὶ ἔκαμαν χαραῖς οἱ Τοῦρκοι· εὐθὺς ἐκατάλαβα, ὅτι τοὺς ἐσκότωσαν, ἀφοῦ ἤκουσα ταῖς μπαταριαῖς, τὸ σημεῖον τῆς χαρᾶς των. Ἐτράβιξα λοιπὸν διὰ τὴν Λειοδώρα εἰς τὸν γερο-Κόλια καὶ Δημήτρην γαμβρόν μου, τοὺς εἶχαν ἐνέχειρον εἰς τὴν Καρύταινα καὶ δὲν εὔρηκα παρὰ μόνον τὸν ἀδελφόν του τὸν Γεωργάχη εἰς τὴν Στάνη·
ὡμίλησα τοῦ Γεωργάκη, μᾶς ἔφερε ψωμί, καὶ τὸν εἶπα: νὰ ὑπάγη ἕως εἰς τὴν Ζάττουνα· ἔμαθε, ὅτι ἐσκότωσαν ὅλους τοὺς ἐδικούς μας. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ ἔδωκαν μία διαταγὴ εἰς τοὺς Ψαραίους, Παλουμπαίους καὶ λοιπὰ χωριὰ, ὅτι ἂν σκοτώσετε τὸν Κολοκοτρώνη, νὰ ἢ ναι τὰ χωριά σας τόσους χρόνους ἀσίδοτα, καὶ ἂν δὲ τοὺς σκοτώσετε, ἀπὸ 7 χρόνους καὶ ἀπάνου θέλει τοὺς περάσωμεν ὅλους ἀπὸ τὸ σπαθί. Οἱ Τοῦρκοι ἀφοῦ μ' ἐ κυνηγοῦσαν ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη, ἐστοχάσθηκαν ὅτι ἀλλοῦ βέβαια δὲν εἰμπορεῖ νὰ καταφύγῃ, εἰμὴ εἰς τοὺς Κολλαίους, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμαν αὐτὴν τὴν διαταγήν.
Ο Γεωργάκης μὲ ἔσμιξε καὶ μ' ἐδιηγήθηκε τὰ πάντα καὶ ἔτζι ἔφυγα, καὶ ἀκούσθηκα εἰς τὴν Λαγκάδα. Επήγαμεν εἰς τοῦ Χρυσοβίτζι, Καλύβια, ἐσφάξαμε ἕνα ἀρνὶ, ἐκεῖ μᾶς ἐπρόδωσαν· ἐπήγαμεν ἔπειτα εἰς τοὺς ᾿Αραχαμίτες, εὑρήκαμε τοὺς Τούρκους, ἐφύγαμε, ἐπήγαμε εἰς τὸ Μοναστῆρι τῆς Καλτεζιᾶς, βροντοῦμε τὴν πόρταν καὶ μέσα ἦταν 200 Τοῦρ κοι. Μᾶς ἐκατάλαβαν, μᾶς ἐπῆραν κυνηγῶντας, καὶ ἐφθάσαμεν κατὰ τὴν Καλαμάτα, τὰ Γιάννιτζα, ὅπου ἕνας σύντροφός μου ὀνομαζόμενος Μακρυγιάννης ἀπὸ τὴν πεῖ ναν τῶν τεσσάρων ἡμερῶν, ἀπόστασε καὶ δὲν εἰμποροῦσε πλέον νὰ περπατήσῃ· εὑρήκαμεν παντοῦ Τούρκους καὶ δὲν εἴχαμε ποῦ νὰ σταθοῦμε, νὰ πάρωμε καὶ τρόφημα.
Εἰς τὴν Γγάνιτζα ἦτον ὁ Ῥουμπῆς μὲ μιὰ τετρακοσαργὰ Μπαρδουνιώτας· ἐμβῆκα μέσα εἰς ἕνα σπῆτι, καὶ εὑρίσχω Τούρκους· ἀγάλια ἀγάλια σηκωμένο τὸ τουφέκι ἐγύρισα ὀπίσω χωρὶς νὰ μ᾿ ἐννοήτουν, διότι ἐκοιμοῦνταν, ἐπῆγα εἰς ἄλλα σπήτια, πλὴν εὕρηκα Τούρκους παντοῦ· εἰς τὴν ἄκραν τοῦ χωριοῦ, ἐπῆγα εἰς μιᾶς Κουμπάρας μου σπῆτι καὶ μᾶς ἔδωσε τρεῖς ὀκάδες ψωμὶ, καὶ τῆς ἔδωκα ἕνα φλωρὶ βενέτικο. Ἐτραβήξαμε τότε εἰς τὴν Σέλιτζα. Τὸ ψωμὶ μᾶς ἔπιασε εἰς τὴν καρδιὰ, καὶ δὲν ἠμπορούσαμε νὰ περπατήσωμε. ᾿Απὸ τὴν Σέλιτζα ἐπήγαμε εἰς τὴν μεγάλην Καστανίτζαν, στοῦ Καπετὰν Κωνσταντῆ Δουράκη ὁποῦ ἦτον ἐμπιστευμένος μου, ἐπειδὴ ἐκεῖ προτήτερα εἶχα τὴν φαμίλιάν μου, καὶ τὸν εἶχα συμπέθερο.
Εἶχα ἀῤραβωνιάσει μία θυγατέρα μου μὲ ἕνα παιδὶ τοῦ Δουράκη. Ὁ ᾿Αντωνόμπεης τῆς Μάνης μᾶς ἐκυνηγοῦσε καὶ ἐκεῖνος. ᾿Απὸ τοὺς 5 ὁποῦ εἰμεθα, ἦταν οἱ δύο Μανιάτες, καὶ ἔφυγαν εἰς τὰ σπήτια τους, καὶ ἔμεινα ἐγὼ καὶ ἄλλοι δύο Ρου- μελιῶται. Ἐκάθησα κρυμμένος ἕνα μῆνα εἰς τὸ σπῆτι τοῦ Δουράκη. Ἦλθε ἕνας Νικήτας ἀπὸ τοῦ Τουρκολέκα καὶ μὲ ηὗρε μὲ μία εἰκοσιπενταριὰ, καὶ τοῦ εἶπα: νὰ εὑροῦμε καίκι καὶ ν᾿ ἀπεράσωμε εἰς τὴν Ζάκυνθο. Αὐτὸς ἐνόμιζε ὅτι δὲν εἶναι πλέον φόβος διὰ νὰ ὑπάγη εἰς τὸ Μεσόγειον τοῦ Μωρέως, καὶ ἐγύρισε ὀπίσω.
Οἱ Τούρκοι τοὺς ἐσκότωσαν ὅλους, μόνον ἔνας ἐπιάσθη ζωντανός, ὁ ὁποῖος ἐπῆγεν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶν· τὸν ἐζήτησε ἐκεῖ ὁ Πασᾶς: ἂν ἐσκοτώθηκαν ὅλοι, καὶ αὐτὸς τοῦ ἀπεκρίθη ὅτι ὅλοι ἐχάθηκαν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεοδωράκη τὸν Κολοκοτρώνη. Τότε ὁ Πασᾶς ἐθύμωσε καὶ ἔκοψε καμπόσους Τούρκους καὶ Ῥωμαίους ὁ ποῦ ἐβεβαίωναν ὅτι ὁ Θεοδωράκης ἦτον χαμ ένος. Αὐτὴ ἡ φήμη τοῦ χαμοῦ μου ἔκαμε νὰ ἡσυχάσουν τοὺς Τούρκους. ᾿Αροῦ τὸ ἔμαθεν ὁ Πασᾶς, ὅτι ἐγὼ ζῶ ἀκόμη καὶ εἶ μαι εἰς τὴν Μάνη, ἔστειλε τὸν Παπά-ζογλου ἀπὸ τὸν Αγιον Πέτρο μὲ 50,000 γρόσια εἰς τὸν Μπέη τῆς Μάνης. ᾿Αφοῦ ἦλθε ὁ Παπά-ζογλους εἰς τὴν Μάνη, ἔκραξε τὸν Καπετὰν Κωνσταντῆ Δουράκη εἰς ταῖς Κυτριαῖς·
ἐκεῖ τοῦ εἶπε ὁ Μπέης, σοῦ δίδω τόσαις χιλιάδες διὰ νὰ δώσῃς τὸν Κολοκοτρώνη: Ἐλαβα μία σφικτὴ διαταγὴ καὶ μοῦ λέγει, ὅτι ἂν δὲν πράσω τὸν Κολοκοτρώνη θέλει γράᾧω εἰς τὸν Καπετάν-Πασα νὰ σ᾽ ἐβγάλῃ ἀπὸ τὸ Μπεῖλίκι. Ὁ Δουράκης σὰν εἶδε τὰ γρόσια ἔστρεξε νὰ μὲ παραδώση. Οἱ Μανιάται λησμονοῦν ὅλα διὰ τὰ γρόσια προτήτερα ὁ Δουράκης εἶχε τὴν εἰδησι τοῦ Μπέη, ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὸ σπῆτι του κρυμμένος, καὶ τοῦ εἶχε εἰπεῖ ὅτι κρύψετον, διατὶ δὲν συμφέρει νὰ μὴ γλυτώσῃ κἀνένας ἀπὸ αὐτὴν τὴν φαμήλια, ἀλλ᾽ ἀφοῦ εἶδαν τὰ γρόσία τ᾿ ἀλησμόνησαν· κἀνένας δὲν μὲ ἤξευρε, παρὰ ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ Δουράκης, καὶ ἐκαθό μουν εἰς τὸν Πύργον ἀπάνου.
Ἔστειλε καὶ ἐπῆρε δ Δουράκης τὸ παιδί του τὸ μεγάλο καὶ τὸν Ἡγούμενον καὶ τοὺς ἐπῆρε εἰς ταῖς Κυτριαῖς. Μάρτης ἦτον τότε. Τὸν Φευρουάριον εἶχα πάγει ἐκεῖ. Τοῦ Ήγούμενου τοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τὸν κάμουν Δεσπότη καὶ ἄλλα ταξίματα διὰ νὰ μὲ παραδώσῃ ζωντανόν. Ὁ Μπέης μὲ ἔγραψε ἕνα γράμμα καὶ μοῦ ἔλεγε, ὅτι νὰ ἔλθης νὰ ῾μιλήσωμεν καὶ ἐγὼ θέλει γράψω εἰς τὸν Καπετάνπασα διὰ νὰ λάβῃς τὸ προσκυνοχάρτι καὶ νὰ ἔλθῃς μὲ τὸν Συμπέθερόν σου τὸν Δουράκη, καὶ ὁ σκοπός του ἦτον νὰ μὲ πιάσῃ ζωντανόν.
Ὅταν ἐπροσκάλεσαν τὸν Ηγούμενον καὶ τὸ παιδὶ τοῦ Δουράκη ὑπωπτεύθηκα ὅτι κάτι τεχνεύονται διὰ ἐμένα, καὶ δὲν ἤξευρα τί ἔτρεχε· ἔστειλα λοιπὸν ἕνα παιδὶ εἰς τὴν μικρή Καστάνιτζα, ἕξη ὥραις μακρυὰ ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ ἤμουν, (ἐκεῖ ἦτον κλεισμένος ὁ πατέρας μου). Ἔστειλα εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Παναγιώταρου, Βασίλη Βενετζανάκου, καὶ ἦλθε διὰ νυκτὸς μὲ ἄλλους τρεῖς εἰς τὸ Μοναστῆρι ὅπου εὑρισκόμουνα, τοῦ εἶπα τὰ διατρέχοντα καὶ ὅλας μου τὰς ὑποψίας, τοῦ ἐπρόβαλα νὰ ἀναχωρήσωμεν, μοῦ εἶπε, ὅτι : νὰ ὑπάγω ὀπίσω νὰ πωλήσω κάτι λάδι καὶ τὸ βράδυ ἔρχομαι· τὸ βράδυ δὲν ἦλθε· τὸ πρωὶ ἦλθε ὁ συμπέθερός μου μὲ τὸν Ἡγούμενον, ἐπῆγα νὰ τὸν χαιρετήσω τὸν Ἡγούμενον, τὸν εἶπα: καλῶς ὥρισε, κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, νὰ μὴ μὲ εἶχε εὕρει· τὸν ἐρώτησα νὰ μοῦ εἰπῇ τίποτε ἄλλο, καὶ δὲν ἠθέλησε.
Τὸ βράδυ ἦλθε ὁ συμπέθερός μου μὲ τὸν ἀδελφόν του, δύο συγγενεῖς του, καὶ μοῦ ἔδωκε καὶ τὸ γράμμα τοῦ Μπέη. Ὁ ἀδελφός του ὑπωπτεύθηκε, καὶ δὲν ἦτον μὲ τὴν γνώμην του. Ἔλαβα τὸ γράμμα τὸ ἐδιάβασα καὶ ἐκατάλαβα, 27 = ὅτι θέλουν νὰ μὲ πάρουν ζωντανὸν· τοὺς εἶπα: πῶς θὰ ὑπάγομεν τὴν ἡμέραν, ὁποῦ θὰ μᾶς ἰδοῦν ὅλος ὁ Κόσμας; αὐτὸς μοῦ εἶπε, ὅτι ἐνδύνεσαι Μανιάτικα καὶ δὲν σὲ γνωρίζουν· ὁ ἀδελφός του μοῦ ἔκαμε νόημα νὰ ἦμαι προσεκτικὸς· τοὺς ἀπεκρίθηκα ὅτι νὰ συλλογισθῶ ἕως τὸ βράδυ ἔκαμα τὸ μεσημέρι τὴν ἀπόκρισιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐδικός σας καὶ ἄλλη φορὰ θέλει ἔλθω νὰ σᾶς προσκυνήσω, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐδικός σου καὶ νὰ μὲ ἔχῃς τὴν ἔγνοιά μου.
Τὸ γράμμα τὸ ἔδωκα εἰς τὸν Δουράκη· αὐτὸς τὸ ἐπῆρε τὸ γράμμα, τὸ ἄνοιξε, καὶ εἶδε ὅτι δὲν ἤθελα νὰ ὑπάγω, καὶ τότε ἀποφάσισε νὰ βάλῃ εἰς τὸ κρασὶ ἀφιόνι. Ἡ γυναῖκά του καὶ ἡ ἀδελφή του τὸ εἶδαν, καὶ τὸν ἐπῆραν ἀπὸ κοντὰ ἕως τὸν Πύργον· ἕνας ἄνθρωπός μου ἤκουσε τὴν γυναῖκα τοῦ Δουράκη νὰ τοῦ λέγῃ τοῦ ἀνδρός της: τί εἶναι αὐτὸ ὁποῦ θὰ κάμῃς, δὲν ἐνθυμᾶσαι τὰ καλὰ τοῦ Θεοδοωράκη; καὶ αὐτὸς τὴν ἔβριζε. Ἐπῆγε μέσα, μὲ ἐπρόσφερε τὸ κρασὶ, ἐγὼ, μὲ ἔδωσεν εἴδησιν δ ἄνθρωπός μου, καὶ, ὅταν μοῦ ἔφερε τὸ κρασὶ, ἐγὼ ἐκλότζισα τὸ κανάτι ὁποῦ εἶχε τὸ κρασὶ, καὶ τὸ ἔχυσα, καὶ τοῦ εἶπα, τί θέλω ἐγὼ τώρα κρασὶ, καὶ τοῦ εἶπα καὶ ὅτι θὰ φύγω.
Μὲ ἐπαρακίνησε νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ σπῆτι του νὰ προῦμε πρῶτα κρασὶ καὶ ἔπειτα νὰ φύγω, αὐτὸς ἐπῆγε ὀμπρὸς, εἰδοποίησε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἦναι ἔτοιμαι νὰ τραβίξουν ἀπάνω μας ἐνῷ ἐμεῖς ἐπίναμεν τὸ κρασί. Ὁ ἀδελοός του δὲν μᾶς ἄφηκε νὰ πᾶμε, ἐμπόδισε τὰ σκυλιὰ νὰ φωνάξουν, καὶ ἐρύγαμε. Αφοῦ τὸ ἔμαθς ὁ Δουράκης αὐτὸ, ἔκραξε τοὺς χωριανούς, καὶ τοὺς ἐπρόσταξε νὰ ἐβγοῦν μγὰ ἑκατοστὴ νὰ πιάσουν τοὺς δρόμους. Εγὼ ἤξευρα τὸν τόπον καὶ ἔφυγα ἀπὸ ἄλλο μέρος, καὶ ἐτῆγα εἰς τὴν μικρὰν Καστάνιτσα διὰ νὰ εὕρω τὸν Βα- σίλη, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχα συμφωνήσει νὰ φύγουμε· ἀπὸ ἐκεῖ ἐτραβίξαμεν εἰς τὰ χωριὰ τοῦ Πασαβᾶ, εἰς ἑνὸς ἀδελφοπητοῦ μου τὸ σπῆτι·
ἐκεῖ μᾶς ἐβάσταξε 2 ἡμέρας· τὸν ἐστείλαμε καὶ ἐπῆγε νὰ εὕρῃ τοῦ Τζιανετάκη τὴν μάνα, ἡ ὁποία ἦτον θυγατέρα τοῦ Παναγιώταρου. Τῆς εἴπαμεν, νὰ ὑπάγῃ ἡ ἴδια νὰ εὗρῃ καίκα εἰς τὸ Μαραθωνῆσι διὰ νὰ βαρκαρισθοῦμε διὰ τὸ Τζηρίγο. Εἰς 3 ἡμέρας ἐπήγαμεν μαζὺ μὲ τὴν Μαρία, Μάνα τοῦ Τζανετάκη, καὶ ἐβαρκαρισθήκαμε, ἀνάμεσα Μαυροβοῦνι καὶ Μαραθωνῆσι· μόλις ἐκάμαμε πανιά, καὶ ἐφύσηξε ἕνας βοριᾶς, ὁποῦ δὲν μᾶς ἄφησε νὰ προχωρήσωμε· ἦτον ξημερόνωντας τῶν Βαίων. Ἐπιάσαμε εἰς τὴν Ξυλὴν, ἐτ κάμαμε πάλι πανρὰ, καὶ μᾶς ἐμπόδισε ὁ ἐνάντιος ἄνεμος, καὶ ἀράξαμεν εἰς τὸ Ἐλαφονῆσι.
Ἐπήγαμε τέλος πάντων εἰς τὸ Τζηρίγο μὲ μιὰ μεγάλη φουρτοῦνα καὶ ἀράξαμε εἰς ἕνα χωριό, Ποταμό λεγόμενον, ἐκεῖ εὑρήκαμεν ἕναν ἀπὸ τοὺς Γιατρακαίους καὶ μᾶς εἶπε, ὅτι δὲν κάμνει νὰ φανερωθῆτε μέσα εἰς τὴν χώραν ὡς Κολοκοτρώνης· ἐπήγαμεν εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ Τζηρίγου ᾿Αρβανητάκην λεγόμενον· ἕνα παιδὶ μᾶς ἐγνώρισε ἀπὸ τὸν Πύργο καὶ ἐκαθήσαμε ἐκεῖ· τὴν μεγάλην πέματην ἐφθάσαμεν. Ὁ Πρύτανις μᾶς ἐμάλωσε, διατί εἴμεθα ἁρματωμένο:. Ἐπῆγα εἰς τὸν κομαντάντε τὸν Ῥώσσο, τοῦ ἐδιηγήθηκα μὲ τὴν ἀλήθεια ποῖοι εἴμεθα, πῶς ἐκαταντήσαμεν, καὶ ἔτζι διέταξε νὰ μᾶς περιποιηθοῦν καὶ νὰ μᾶς δώσουν ἀπ᾿ ὅλα.
Μιὰ φορὰ ἐπῆγα εἰς τὸ πανηγύρι τῆς ῾Αγίας Μονῆς, αὐτὸ τὸ Μοναστῆρ: ἦτον μεγάλο καὶ ἐχαλάσθη εἰς τὴν πρώτην Τουρκιά· ὅταν ἐπέρασα, ἦτον μία μάνδρα χαλασμένη καὶ σκεπασμένη ἐκκλησιὰ μὲ κλάδους δένδρων· τότε ἔταξα, ὅτι : Παναγία μου βοήθησε μας νὰ ἐλευθερώ σωμεν τὴν Πατρίδα μας ἀπὸ τὸν Τύραννο, καὶ νὰ σὲ φκιάσω καθὼς καὶ ἤσουν πρῶτα (1803). Μὲ ἐβοήθησε, καὶ εἰς τὸν δεύτερον χρόνον τῆς ἐπαναστάσεώς μας ἐπλήρωσα τὸ τάμα μου καὶ τὴν ἔφκιασα. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ζωῆς ὁποῦ ἐκάμναμε μᾶς βόηθησε πολὺ εἰς τὴν ἐπανάστασι, διότι ἠξεύραμεν τὰ κατατόπια, τοὺς δρόμους, τὰς θέσεις, τοὺς ἀνθρώπους·
ἐσυνηθίσαμεν νὰ καταφρονοῦμεν τοὺς Τούρκους, νὰ ὑποφέρωμεν τὴν πεῖναν, τὴν δίψαν, τὴν κακοπάθιαν, τὴν λέρα, καὶ καθεξῆς. Ζάκυνθος 1806. Ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθον τὸν Μάϊ. Μετὰ ἕνα μῆνα διατριβῆς ἔμαθα ὅτι ἦρθε εἰς τὸ νησὶ δ Στρατηγὸς τῶν 'Ρώσσων Παπαδόπουλος, καὶ μὲ ἔκραξε ς' τοὺς Κορφοὺς γιὰ νὰ μοῦ προβάλλη νὰ ἔμβω εἰς τὴν δούλευσιν, καὶ τοῦ εἶπα, ὅτι: δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν δούλευσιν, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ὑπάγω πάλιν εἰς τὸν Μωρέα, γιὰ νὰ ἐκδικηθῶ διὰ τὸν θάνατον τῶν συγγενῶν μου καὶ διὰ τὰς ζημίας ὁποῦ ἔλαβα, καὶ δὲν εἰμπορῶ νὰ κάμω ὅρκον καὶ ἔπειτα νὰ γίνω ἐπίορκος μὲ τὸ νὰ φύγω κρυφίως· καὶ ἔτζι ἐπέστρεψα εἰς τὸ Κάστρο, καὶ ἐκάθησα 10 μῆνας χωρὶς δούλευσι· εἶχα δώσῃ γράμμα εἰς τὴν φαμηλιά μου μὲ ἕνα Μαγουλιανίτη .Ρόντικα, γιὰ νὰ μοῦ φέρῃ ὅσο βιὸ εἶχα εἰς διαφόρους ἀνθρώπους, καὶ ἐκεῖνος ἐπῆγε, τὸ ἐμαρτύρησε τοῦ Ντελι-γιάνη ὁ Ντελιγιάνης τοῦ Βόβοντα, καὶ ἔτζι ἐχάθηκαν ὅλα μου τὰ πράγματα, 1807. Όλα τὰ στρατεύματα, τὰ Καπετανάτα, τὰ κλέφτικα τῆς Ῥούμελης εἶχαν καταφύγει εἰς τὴν Ἑπτάννησον ἀπὸ τὸν ἴδιον κατατρεγμὸν τὸν ἐδικόν μου.
Η Ρωσσία ἑκήρυξε τὸν πόλεμον τῆς Τουρκιᾶς, καὶ διετάχθησαν ὅλα τὰ στρατεύματα νὰ ἐβγοῦν εἰς τὴν Ρούμελην διὰ νὰ κτοπήσουν τοὺς Τούρκους. Ἐδοκίμασα καὶ ἐγὼ νὰ ὑπαγω εἰς τὴν Αγιὰ Μαῦρα ὅπου εὑρίσκοντο ὅλοι αὐτοὶ, νὰ πάρω μερικοὺς καὶ νὰ ἔβγω εἰς τὴν Πελοπόννησον. Εἰς τὴν δούλευσιν τῆς 'Ῥωσσίας ἦσαν δύω τάγματα, ἕνα μανγάτικο ἐπὶ κεφαλῆς Πρεράκης Ζανέτμπέης, ὁ υἱὸς, καὶ τὸ ἄλλο Πελοποννησιακό, ἐπὶ κεφαλῆς ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς. Αὐτοὶ ἦσαν εἰς τὴν Ζάκυνθο. Ὁ Παπαδόπουλος τοὺς ἐπρόσταξε νὰ φκιάσουν ἕνα πλοῖο πολεμικό.
Ὅταν ἑτοιμαζόμουν διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ῾Αγια-Μαῦρα μὲ ἔπεσαν ἐπάνω ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς, οἱ Πετιμεζαῖοι, ὁ Γιανάκης Κολοκοτρώνης, ὁ Μέλιος, καὶ λοιποὶ ὀφφικιαλέοι καὶ μὲ εἶπαν ὅτι: μὴν πηγαίνῃς καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἄδειαν νὰ ἔχωμε ἕνα πλοῖο καὶ ἂν θέλης ἐμβαίνεις εἰς αὐτὸ· καὶ ἔτζι εὕρηκαν ἕνα Σαμπέκο Τούρκικο μὲ 10 κανόνια, τὸ ἀγοράσαμεν, καὶ ἐμβῆκα Καπετάνιος εἰς αὐτό. Ἐπῆρα διαβατήριο, ἐπῆγα εἰς τὴν Καθέδρα τῆς ‘Ρεπούμπλικας εἰς τοὺς Κορφοὺς, ἐκεῖ μὲ ἔδοσαν τὴν ἄδειαν διὰ νὰ κτυπῶ στεριᾶς καὶ θαλάσσης τοὺς Τούρκους, ὅθεν μὲ ἐβόλιε.
Ἐπῆρα καὶ μιὰ ὀγδοηνταριὰ στρατιώταις τῆς ξηρᾶς καὶ ἐπῆγα πλησίον τῆς Πάτρας, ᾿Αχαϊαῖς λεγόμενο καὶ ἔκαψα τὰ σπήτια, ταῖς ἰδιοκτησίαις, τὰ μαγαζιὰ τοῦ Σαίταγα, καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψα εἰς τὴν Ζάκυνθον. Οἱ Ζακύνθιοι ἐπειδὴ καὶ εξχαν ἀνάγκην ἀπὸ τροφὰς φερμένας ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, ἔκαμαν μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Διοίκησιν, καὶ ἔλεγαν ὅτι νὰ μὴ κτυπήσουν πλέον τὸν Μωριὰ, διότι οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐδέχοντο τοὺς πηγαίνοντας ἐκεῖ διὰ ἐμπόριο· ἔτζι ἡ Κυβέρνησις μ᾿ ἐμπόδισε νὰ κτυπήσω τὴν ξηρὰ καὶ διετάχθηκα μόνον νὰ περιορισθῶ εἰς τὸν πόλεμον τῆς ‘Αγίας Μαύρας.
Εἰς τοὺς Κορφοὺς εὕρηκα τὸν Παπαδόπουλο καὶ τὸν Συνέβη, ὅστις ἑτοιμάζετο μαζύ με τὰ ᾿Αγγλικὰ νὰ κτυπήσουν τὴν Κωνσταντινούπολι, τοῦ ἔδωκα μίαν γνώμην· ὅτι εἰς τὴν ἑπτάννησον εὑρίσκονται 1,200 'Ροῦσσοι καὶ 5,000 Ελληνες εἰς τὴν δούλευσιν τῆς ἑπταννήσου, καὶ εἶχαν καὶ 12 κομμάτια Ντελίνια τῆς Βαλτικῆς καὶ τῆς μαύρης θαλάσσης· ἦσαν 40 Ντελίνια φρεγάδες καὶ μπρίκια, τὰ ὁποῖα εἶχε βγάλει διὰ νὰ κτυπήσῃ τὸν Βονοπάρτη καὶ μὲ ἄλλους 10,000 νησιώτας, νὰ γίνωμε χιλιάδες 25, καὶ ἔξη καράβια, διὰ τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, καὶ τὰ ἄλλα διὰ τῆς Αἰγίνης, νὰ ἀποβιβασθῶμεν ἔξω, καὶ τοὺς ὑποσχόμουν εἰς 2 μῆνας νὰ ἐλευθερώσω τὴν Πελοπόννησον.
Ὁ στρατηγός Παπαδόπουλος ἐδέχθηκε τὴν πρότασίν μου, ἔγεινε συμβούλιον ἀπὸ τὸν Συνέβη Μοτζενίγο (γενικός διοικητής), Μπενάκη, καὶ ἀντιναύαρχον Λέλη, καὶ στρατηγὸν Ατρέμ. Ο Παπαδόπουλος τὸ ἀνάφερε εἰς τὸ συμβούλιο, καὶ ὁ Μπενάκης ἐναντιώθη, λέγων, ὅτι: τὴν Πατρίδα μου ἐγὼ δὲν τὴν χαλάω ἄλλη μία φορὰ σὰν τὸν Πατέρα μου· ὁ Μοτζενίγος εἶπε ὅτι: πρέπει νὰ ὑπάγουν νὰ κτυπήσουν μὲ τὰ Αγγλικὰ τὸ κεφάλι ὁποῦ εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολις, καὶ ἔπειτα, ὅταν κτυπήσωμεν τὸ κεφάλι, τὸ ἐπίλοιπον εἶναι ἐδικόν μας.
Ἐτζι ἐδέχθηκαν τὴν γνώμην του καὶ ἀπέρῥιψαν τὴν ἐδικήν μου. Ο Συνέβης ἐπῆγε εἰς τὴν Τένεδο τὰ Αγγλικὰ ἐμβῆκαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολι διὰ βίζιτα περισσότερο παρὰ διὰ πόλεμο, καὶ ἔπειτα ἐβγῆκαν τὰ Τούρκικα, ἀπαντήθηκαν μὲ τὰ ᾿Ρώσσικα εἰς τὴν Τένεδο, καὶ μετὰ ἕνα πόλεμο ἐχαλάσθη ὁ στόλος ὁ Τούρκικος. Μετὰ τὴν μάχην τοῦ Οστερλίτζι, ἡ Ῥωσσία παρέδωσε τὰ νησιὰ τοῦ Ναπολέοντος, καὶ ἔ τζι διατάχθη ὁ μὲν Συνέβης, νὰ ὑπάγῃ διὰ θαλάσσης, καὶ τὰ Ῥωστικά στρατεύματα νὰ ὑπάγουν διὰ ξηρᾶς·
Τότε ἔπαυσε ὁ πόλεμος καὶ ὅσα καράβια πολεμικὰ ἦσαν εἰς τὴν δούλευσιν τῆς Ῥεπούμπλικας τότε ἐσήκωσαν τὰ χαρτιὰ καὶ ἔτζι ἐπῆγα τὸν Αὔγουστο εἰς τὴν Ζάκυνθο. 27 Ιουλίου 1807 ἦλθε ἡ διαταγὴ νὰ παραδώσουν τὰ φρούρια οἱ Ῥῶσσοι εἰς τοὺς Φραντζέζους. Ἐπῆγα μὲ τὸν Καπετὰν ᾿Αλεξανδρῆ εἰς τὸν Λεβάντε 10 μῆνας ἐναντίον τῶν Τουρκῶν· ἐκεῖ ἐπῆγα εἰς τὸ ἄγιον ὅρος· μᾶς ἐπολιόρκησαν 3 καράβια Τούρκικα πολεμικά, 2 κορβέτα καὶ μία φεργάδα εἰς τὴν Σκιάθο ἐδώκαμεν εἴδησι μιᾶς φεργάδας ᾿Αγγλικῆς, καὶ ἦλθε εἰς βοήθειάν μας.
Τὰ 2 κορβέτα τὰ ἐβούλιαξε καὶ τὴν φεργάδα τὴν ἐπῆρε ζωντανὴν· εἴμεθα ἡμεῖς οἱ Έλληνες 1,400, ὅλοι οἱ Καπετανέοι τοῦ Ὀλύμπου, καθὼς Παπαμπλαχάβας, Λιόλιος, Λαζόπουλα, τοῦ Τζάρα οἱ Καπετανέοι. Αὐτοὶ εὑρέθηκαν εἰς τὴν Σκιάθο κατατρεγμένοι ἀπὸ τὸν Μουχτάρπασα καὶ λοιποὺς Τούρκους τῆς ξηρᾶς. Μᾶς ἐπῆρε ὁ χειμώνας, ἐπήγαμεν εἰς τὴν Μάνη, ἀπὸ κεῖ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο. Εἰς τὰ 1808 τὴν ἄνοιξι ὁ Βελήπασας ἐφοβέριζε τὸν ᾿Αλιφαρμάκη, ἢ τὸν πύργο νὰ τοῦ δώσῃ, ἡ ὁ ἴδιος νὰ ὑπάγῃ, ἢ τὸ παιδί του ἐνέχυρο νὰ δώση.
Ἐρεθίζετο ὁ Βελη-πασᾶς ἀπὸ τὸν Δελι-γιάννη· ὁ Δελη-γιάν νης μὴ θέλων νὰ ὑπάρχῃ ὁ ᾿Αλῆ-φαρμάκης ἔλεγε εἰς τὸν Βελη-πασᾶ, ὅτι πρέπει νὰ κρεμισθῇ ὁ πύργος διὰ νὰ τοῦ κρεμίσῃ τὴν δύναμιν· καὶ τοῦ ᾿Αλη-φαρμάκη: μὴν πηγαίνεις, διότι ὁ Βελη-πασᾶς ἔχει σκοπὸν νὰ σὲ σκοτώσῃ. Ὁ ᾿Αλη-φαρμάκης λοιπὸν ἑτοιμάζετο νὰ ἀντιπαραταχθῇ εἰς τὸν Βελη-πασᾶ. Ὁ Πάππος τοῦ ᾿Αλη-φαρμάκη, καὶ ὁ Πάππος ὁ ἐδικός μου Γιάννης Κολοκοτρώνης ἦταν ρίλοι καὶ ἀδελφοπητοί. Ἐσκοτώθηκε ὁ Παπού- dns nou, ἐπέθανε καὶ ὁ Παππούλης τοῦ ᾿Αλη- Φαρμάκη καὶ ἔμεινε ἡ φιλία ἡ ἰδια εἰς τὸν Πατέρα μου καὶ εἰς τὸν Πατέρα τοῦ ᾿Αλη-Φαρμάκη·
ὡς φίλοι πατρικοὶ ἐλάβαμεν καὶ ἡμεῖς ἀνταπόκρισι, δὲν τὸν εἶχα ἰδεῖ προ σωπικῶς· ἐπιστηριζόμενος λοιπὸν εἰς τὴν φιλίαν μὲ ἐγραψε ένα γράμμα, μοῦ ἔλεγε, φίλε πατρικέ, ὁ ΒεληΠασᾶς ἑτοιμάζεται νὰ μὲ βαρέσῃ, καὶ ἂν ἦσαι φίλος νὰ ἔλθῃς νὰ μὲ βοηθήσῃς, καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπεκρίθηκα, ὅτι: δὲν ἔρχομαι τώρα, διότι θὰ σὲ βλάψω, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ σκοπὸ νὰ ἔλθῃ ὁ Βελη-Πασᾶς, τόμου μάθει ὅτι ἦλθα ἐγὼ, θὰ ἔλθει τότε, ἀλλὰ νὰ κυττάξῃς μὲ κανένα μέσον νὰ μὴν κηρύξης τὸν πόλεμο, ἂν ὅμως καὶ κινήσῃ τὸ στράτευμα ἐναντίον σου, τότε ἔρχομαι.
Ὁ Βελη-Πασᾶς ἰσχυρογνώμων ἐκίνησε μὲ τὸ στράτευμα. Τότε μὲ ἔγραψε, ὅτι τὰ στρατεύματα ἐκίνησαν, καὶ ἂν ἦσαι φίλος, τώρα φαίνεσαι. Λαμβάνωντας τὸ δεύτερό του γράμμα, ἑτοιμάσθηκα μὲ 100· οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ ἐμπόδιζαν, ἐγὼ ὅμως τοὺς εἶπα ὅτι δὲν εἰμπορῶ νὰ κάμῳ ἀλλέως, διότι ἔδωσα τὸν λόγον μου, καὶ ἔτζι μοῦ ἐμπόδισαν οἱ Φραντζέζοι τοὺς στρατιώτας, καὶ ἐπῆρα μόνον 16 καὶ ἐγὼ 17, ἐβγῆκα κοντὰ εἰς τὴν Γλαρέντζα εἰς τὸ Κοτίχι, καὶ διευθύνθηκα διὰ τὸ Μοναστηράκι.
Τὴν ἴδια ἡμέρα ὁποῦ ἔφθασα ἐγὼ εἰς τὸ Μοναστηράκι, ἔφθασαν καὶ 8000 τούρκικα ἐναντίον, καὶ ἐστάθηκα ὑποχρεωμένος νὰ περάσω ἀπὸ τὴν μέσην τὴν νύκτα. Ὁ ᾿Αλη Φαρμάκης εἶχε 400 καὶ ἀπὸ τὸν φόβον τους ἔφυγαν, καὶ ἔμειναν 90. Τὴν αὐγὴν ἀνοίχθη ὁ πόλεμος, ἄρχησαν νὰ κάμουν λαγοῦμι, καὶ εἰς 30 ἡμέρας ἐγίνετο νύκτα ἡμέρα πόλεμος, εἶχαν καὶ 4 κανόνια. εἰς τὰς 30 ἡμέρας ἐπρότεινε συμβιβασμό καὶ ἐπρόβαλε εἰς τὸν ᾿Αλη-Φαρμάκη νὰ 3 παραδώσῃ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ νὰ τοῦ χαρίσῃ τὰ πταισίματά του, τὸν πύργον του, ὅλα· τοῦ ἀπεκρίθηκε ὅτι: ἂν ἦναι τῆς τιμῆς καὶ τῆς παληκαριᾶς νὰ δώσῳ ἕνα φίλο μου ὁποῦ ἦλθε νὰ μὲ βοηθήσῃ ἀπὸ τὰ νησιά, καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμῳ.
Απεκρίθησαν, ὅτι ἀληθινά εἶναι αὐτὸ, πλὴν Νεντελί, μέγα πρᾶγμα μὲ ἕνα ῥωμαῖο, νὰ χαθῇ τόση Τουρκιὰ διὰ ἕναν ἄνθρωπο. Ὁ Αλη-Φαρμάκης ἀπεκρίθη, ὅτι ἂν ἤμουν Πασᾶς ἐγινόμην καὶ ἐγὼ ἄπιστος, πλὴν δὲν τὸ κάμνω, κάμετε λαγοῦμι, καὶ ἂν ἠμπορέσετε ἀναποδογυρίστε μας, καὶ ὁ Θεὸς ἔχει, καὶ πάλιν ἐπιάσθη ὁ πόλεμος. Τὸ βράδυ ἔκαμε συμβούλιο, συνθεμένο ἀπὸ ὅλους τοὺς ᾿Αγάδες, Μπουλουμπασίδες, καὶ τοὺς εἶπε, τί τοῦ προβάλλουν οἱ Τοῦρκοι, νὰ παραδώση τὸν Κολοκοτρώνη·
ὅλοι ἀπεκρίθηκαν μ᾿ ἕνα στόμα: χάσια, ὅλοι νὰ χαθοῦμε, μὰ αὐτὸ δὲν εἰμποροῦμε νὰ τὸ κάμωμε· ἐγὼ τοὺς εἶπα, ὅτι ἔρχεσθε νὰ μὲ δώσετε νὰ ξεμπερδεύσουμε; ἐγὼ τὸ ψωμί μου· τὸ ἔφαγα. Ὁ ᾿Αλη-Φαρμάκης μοῦ εἶπε! δὲν εἶ ναι ἐδικήσου δουλιά, εἶναι ἐδική μας· ἀπεφάσισαν ὅλοι λοιπὸν νὰ ἀποθάνουν· εἰς 64 ἡμέραις ἔβαλαν φωτρὰ εἰς τὸ λαγοῦμι, καὶ τὸ λαγοῦμι εἶχε 1,000 ὁκάδες μπαρούτη μέσα· ἐμεῖς ἐσκάφταμε 12 βήματα ἐκτὸς τοῦ [πύργου καὶ 3 12 πῆχες τοῦ βάθους καὶ ἐσκάρταμε με σκοπὸ νὰ πιάσωμε τοὺς λαγουμτζίδες· τὸ λαγοῦμι εὑρέθηκε ξεθυμασμένο ἀπὸ τὸ κόψημο τῆς γῆς ὁποῦ εἰ χαμε κάμει, καὶ ἔτζι ἀφοῦ ἔτρεμε ἡ γῆ ἕνα τέταρτο, ἔπεσε τὸ χῶμα ἐπάνου του, καὶ ὁ πύργος δὲν ἔπαθε τίποτε.
Οἱ Τοῦρκοι ἐλπίζοντες ὅτι θέλει ἀπογυρισθῆ δ πύργος καὶ διὰ νὰ μὴν τοὺς πλακώσουν ᾗ πέτραις, ἀλἐτελείωσε λάργεψαν· ἡμεῖς ἀφοῦ τὸ λαγοῦμι, ἐῤρίξαμε μία μπαταριὰ εἰς εἶδος χαρᾶς, ὅτι δὲν μᾶς ἔκαμαν τίποτε. Τότε ἔπεσαν εἰς συμβιβασμό 3734 κανονιαῖς μᾶς ἔῤριξαν εἰς τὸ διάστημα 65 ἡμερῶν· ἀφοῦ εἶδαν ὅτι οὔτε τὰ κανόνιά τους δὲν μᾶς ἔκαμναν τίποτε, οὔτε τὸ λαγοῦμι, μᾶς ἐζήτησαν συμβιβασμόν, τοῦ ἐπρόβαλαν· τί ζητεῖ διὰ νὰ παύσῃ ὁ πόλεμος; καὶ αὐτὸς τοὺς ἐζήτησε νὰ μὴ χαλάσουν τὸν πύργο, ὁ Κολοκοτρώνης νὰ ὑπάγῃ ἀπείραγος μὲ ἐνέχυρα, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ζάκυνθον, ὁ ᾿Αλη-Φαρμάκης νὰ μείνη εἰς τὸν πύργο, ἕως ὅτου νὰ λάβη γράμμα ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνη, ὅτι ἐμβαρκαρίσθη, καὶ τότε ἐβγαίνω ἀπὸ τὸν πύργο, καὶ πηγαίνω εἰς τὸν Βελῆ-Πασᾶ διὰ νὰ τὸν προσκυνήσω.
Αὐτὸς ὁ συμβιβασμὸς ἐγίνετο μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ μὲ τὸ στράτευμα, καὶ ὄχι μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βελη-Πασᾶ καὶ ἐπάνω εἰς αὐτὸ ἔστρεξαν· ἔκαμαν ἔγγραφον καὶ ὑπογράφθησαν ὁ Πασόμπεης, ᾿Αγάδες, Μμουλουμπασίδες καὶ ἔκαμαν καὶ ὅρκον· τὴν αὔριον ἀνεχώρησα μὲ ὅλους τοὺς ἐδικούς μου μὲ τοὺς Λαλέους, καὶ ἐπήραμε ἐνέχυρο τρεῖς ἀπὸ τοὺς καλήτερους, μὲ συμφωνία ὅτι ἂν μᾶς κτυπήσουν νὰ τοὺς σκοτώνωμεν ἡμεῖς αὐτούς· ἔτζι εὐγήκαμε, ἐπήγαμε εἰς τοῦ Λάλα, ἄφησα τὸ παιδὶ τοῦ Αληφαρμάκη εἰς τὰ σπήτια καὶ ἐπῆγα ἐγὼ εἰς τὸν Πύργο τῆς Γαστούνης ἡ συνθήκη ἐπῆγε εἰς τὸν Βελῆ πασᾶ, αὐτὸς ἐθύμωσε καὶ ἔδωσε διαταγὴ νὰ πιάσουν ὅλαις ταῖς σκάλαις καὶ νὰ μὲ πιάσουν· τὸ μπουγιουρτὶ ἦλθεν εἰς τὸν Ἰβραίμ-αγα τὸν ἐξάδελφον τοῦ ᾿Αλῆ-φαρμάκη, ὁ ὁποῖος ἦτον Βόϊβοδας· διαβάζωντας τὸ μπουγιουρτὶ ὁποῦ, ἔλεγε, ὅτι νὰ πιάσουν τὸν Κολοκοτρώνη, τὸν ἐγέλασε τὸν Τάταρη, καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι·
ἡμεῖς δὲν γνωρίζομε Τούρκικα, παρὰ νὰ πᾶς εἰς τὴν Γαστούνη, ὅπου εἶναι Κατὴς καὶ 3 36 Βόϊβοδας νὰ τὸ διαβάσουν, καὶ ὅ,τι προστάζει μὲ τὸ Μπους γιουρτί του ὁ Βεζύρης εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ κάμωμε· ἔτζι τὸν ἐγέλασε τὸν Τάταρη, καὶ εὐθὺς ἐσηκώθηκα μαζὺ μὲ τὰ ἐνέχυρα καὶ συντροφευμένος ἀπὸ τὸν Ἐβραίμαγα ἐπῆγα εἰς τὸ Πυργὶ καὶ ἐμβαρκαρισθήκαμε, καὶ ἀπόλυσα τὰ ἐνέχυρα, καὶ ἔστειλα γράμμα τοῦ ᾿Αλή-Φαρμάκη, ὅτι ἐμβαρκαρίσθηκα ὑγιής. Τὸ Πυργὶ ἀπὸ τὸν Πύργο εἶναι 2 ὥρας καὶ ἕως τὴν Γαστούνη ἕξη, μόλις εἴχαμεν μακρυνθῆ 2 μίλια, καὶ τὰ Τούρκικα στρατεύματα ἀπὸ τὴν Γαστούνη εἶχαν ἔλθει νὰ πράσουν τὸ Πυργί, ἀλλ᾽ εἴμεθα μακρυσμένοι· ἀφοῦ ἐπῆγε εἴδησις τοῦ Αλῆ-Φαρμάκη ὅτι ἐμβαρκαρίσθηκα, ἐβγῆκε καὶ αὐτὸς καὶ ἐπῆλε εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Βελῆ Πασᾶ.
Ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁ Αλῆ Φαρμάκης εὕρηκε τρόπον καὶ ἔφυγε καὶ ἦλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Ζάκυνθο. Ὁ ΒελῆΠασᾶς μοῦ ἔγραψε νὰ ὑπάγω ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα. Ὁ Βελῆ Πασᾶς δὲν ἐσκότωσε τὸν ᾿Αλῆ-Φαρμάκη, διότι ἐπροσπαθοῦσε νὰ μὲ γελάσῃ καὶ ἐμὲ νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ καὶ ἔτζι δὲν τὸν ἐπείραξε. Ἔκαμε τὸν συμβιβασμὸ ὁ ᾿Αλη Φαρμάκης, βιασμένος ἀπὸ τοὺς ἰδίους Τούρκους τοὺς ἐδικούς του, ροβούμενοι τὴν ζωὴν καὶ τὸ βιό τους· μόλις ἐβγῆκε ἀπὸ τὸν πύργο, καὶ ἔβαλαν καὶ τὸν ἐχάλα σαν.
Ὅλοι οἱ ᾿Αγάδες, ὁ Πασόμπεης, ὁ Βελη-Πασᾶς μὲ ἔγραψαν διὰ νὰ ἔβγω εἰς τὸν Μωρέα, μὲ ἔγραψε καὶ ἐκεῖνος, πλὴν μὲ ἔβαλε τὴν βοῦλα ἀποπάνω ἀπὸ τὴν ὑπογραφή του, σημεῖον νὰ μὴν ἔλθω. Ἦλθαν λοιπὸν εἰς τὴν Ζάκυνθο ὁ ἀδελφὸς τοῦ ᾿Αλη-Φαρμάχη μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Βελη-Πασᾶ, ὁ ὁποῖος μὲ ἐδάγκοσε εἰς τὸ ἀφτὶ, καὶ ἐκατάλαβα· τοὺς εἶπα: πηγαίνετε κι' ἔρχομαι. Ο Αλη-Φαρμάκης ἦρθε εἰς τὴν Ζάκυνθο. Ὁ ᾿Αλῆ-Φαρ- ιάκης ἐπῆρε τὴν ἄδεια νὰ ἰδῇ τὰ χωριά του, ἕως ὅτου ὰ ἔλθῃ ὁ Κολοκοτρώνης, καθὼς ἔλεγε, καὶ ἔτζι ἐπῆρε μιὰ πενηνταριὰ χιλιάδες γρόσια καὶ ἐστείλαμε καΐκι καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Ζάκυνθο.
Ἐρχόμενος εἰς τὴν Ζάκυνθο, ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑπάγωμε εἰς τὸ Παρίσι διὰ νὰ εὕρωμε τὸν Βοναπάρτε, καὶ ἐπήγαμε εἰς τοὺς Κορφοὺς, καὶ ὁ τότε γενικὸς Διοικητής Δονζελὸτ μᾶς ἐμπόδισε λέγωντάς μᾶς· ὅτι μείνετε ἐδὼ καὶ ἐγὼ γράφω καὶ θέλετε ἔχει ἀπόκρισιν, μόνον ἡμεῖς νὰ κάμωμε τὸ σχέδιο ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃ ἡ ἀπόκρισις τοῦ Αὐτοκράτορος. Τὸ σχέδιο ῾ποῦ ἐκάμαμε μὲ τὸν Δονζελὸτ, ἦτον τὸ ἀκόλουθο· νὰ μᾶς δώσῃ 500 κανονιέρους μὲ φουστανέλαις ἐνδυμένους, 5,000 Ἕλληνες ὁποῦ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Γαλλικὴν δούλευσι· καὶ μᾶς ἔδωσε γρόσια διὰ νὰ στρατολογήσωμε εἰς τὴν Τζαμουριὰ ὁποῦ ἦσαν ἐχθροῖ τοῦ ᾿Αλη-Πασᾶ·
ἐπεράσαμεν εἰς τὴν Τζαμουριὰ, καὶ ἐκάμαμε 3,000 μισθωτοὺς Τζάμιδες, καὶ ἤλθαμε εἰς τὴν Πάργα, καὶ τοὺς ἐμβαρκάραμε διὰ τὴν "Αγια μαῦρα. Ἡ Σύναξις ἔμελλε νὰ γίνῃ εἰς τὴν Ἅγια μαῦρα καὶ Ζάκυνθον· ἐπέρασα μὲ Ε00 εἰς τὴν Αγια μαῦρα· τὸν αὐτὸν καιρὸν, εἰς τὰ 9, ἦλθανε οἱ ᾿Αγγλοι εἰς τὴν Ζάκυνθο, ἔκαμαν τεσβάρκο καὶ ἐπερίλαβαν τὴν Ζάκυνθο, τοὺς δὲ Φραντζέζους τοὺς ἔστειλαν εἰς τοὺς Κορφοὺς, τοὺς δὲ Ἕλληνας έως 400 τοὺς έβαλαν εἰς τὰ καράβια ὡς πριζονιέριδες (αἰχμαλώτους)·
ἐπῆραν καὶ τὴν Κεραλονιὰ, Θιάκι, καὶ Τζιρίγο, καὶ ἐκαμαν τὸ ἴδιο. Ἔλαβε ἀπὸ τὸν ᾿Αρχιστράτηγο τῶν Αγγλων, ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ Παλέρμο, ὁ Γκενεράλ Ὀσβὰλ διαταγὴ νὰ λάβῃ εἰ δούλευσιν ὅλους τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Τζούρτζ ὅστις ἦτον τότε Ταγματάρχης· ἡμεῖς ἀφοῦ εἴδαμεν ὅτ ἦλλαν Ἄγγλοι εἰς τὰ νησιὰ, ἐγράψαμεν ς᾽ τὴν Πάργα κ μὴν ἔλθουν πλέον στρατεύματα διατὶ τὸ σχέδιο ἐχάλασε μὲ τὴν παῤῥησίαν τῶν ῎Αγγλων. Τὸ σχέδιον ἦτον ὅτι ὅλα τὰ κάστρα τῆς Μεσσηνίας, τῆς Πάτρας, τῆς Μονεμβασίας, ἅμα ἐβγοῦμε νὰ κηρυχθοῦν ὑπὲρ ἡμῶν· καὶ ἦλθαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι καὶ Ῥωμαῖοι οἱ σημαντικοὶ καὶ ὡμίλησαν εἰς τὴν Ζάκυνθο, νὰ κάμωμε μιὰ Κυβέρνησι, συνθεμένη ἀπὸ 12 Τούρκους καὶ 12 Ελληνας νὰ κυβερνοῦν τὸν Λαόν.
Οἱ Τοῦρκοι ἐπίσης νὰ καταδικάζωνται καθὼς οἱ Ἕλληνες· τοὺς νόμους τοὺς εἶχαμε ἐγγράφους εἰς τοὺς Κορφοὺς ἀπὸ τὸν Δονζελότ. Ἡ σημαία μας ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, τὸ φεγγάρι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ Σταυρὸ, καὶ τὸ σχέδιό μας ἦτον, ἅμα ἐπατούσαμε τὸν Μωρέα νὰ κάμωμε ἀναφοραῖς εἰς τὸν Σουλτάνο καὶ νὰ τοῦ λέγωμεν, ὅτι : ἡμεῖς δὲν ἀποστατήσαμεν ἐναντίον σου, πλὴν ἐναντίον τοῦ Τυράννου τοῦ Βελη-Πασᾶ, καὶ ὁ Δονζελὸτ ἠκούετο μὲ τὸν Σεμπαστιάνη πρέσβυν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὥστε νὰ ἐμποδίσουν τὸν Σουλτάνο διὰ κάθε κίνημα.
Ὁ μυστικός μου σκοπὸς, ἀφοῦ ἐμβαίναμε καὶ ἐπάναμε ὅλα τὰ φρούρια, τότε τὸ ἐκάμναμε ἐθνικότερο καὶ ἐχαλούσαμε τοὺς τούρκους, αἱ περιστάσεις ἤθελαν μὲ ὁδηγήσει τί ἔμελλα νὰ κάμω. Εἰς τὸ σχέδιόν μας ἦτον ὅτι ἂν μᾶς κάμῃ χρεία νὰ ἐβγάνωμε ἕως 15,000 ἑπτανησίους. Διὰ τρεῖς ἡμέραις καὶ νύκταις ἐγὼ, ὁ ᾿Αλῆ-φαρμάκης καὶ δ Δονζελὸτ μὲ ἕνα γραμματικὸ ἐκάμαμε τὸ σχέδιο αὐτὸ, καὶ προετοιμάσαμεν ὅσα ἔμελλαν νὰ γείνουν. Εἰς τὸν πύργον εἶχα τὸν Νικήτα, τὸν Νικολάκη Πετιμεζᾶ καὶ ἀδελφὸν τοῦ Μέλιου. 7 ὀργυιαῖς εἶχαν σκάψει τὸ λαγοῦμι βαθλά.
Ὁ Αλῆ-φαρμάκης εἶχε 40 χρόνους, μαυρουδερὸς καὶ κίτρινος καὶ διὰ αὐτὸ τὸν ἐλεγαν φαρμάκη, κοντότερός μου, 39 λιανὸς, πολλὰ φρόνιμος, πιστὸς, σιωπηλός, θυμώδης· ἀπέθανε εἰς τοῦ Λάλα, ἀῤῥώστησε ς᾿ τὴν Ζάκυνθο ἀπὸ λυσεντερία· οἱ συγγενεῖς του ἔκαμαν νὰ τοῦ δοθῇ ἡ ἄδεια τοῦ Αλῆ-φαρμάκη διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τοῦ Λάλα. Οἱ Αγγλοι ἔστειλαν ἕνα ἰατρὸν, καὶ ἀφοῦ εἶδαν ὅτι ἀποθνήσκει τότε τοῦ ἔδοσαν τὴν ἄδεια νὰ ἔβγῃ ἔξω εἰς τὸ Μωρέα, διότι οἱ ᾿Αγγλοι ὄντες φίλοι μὲ τὸν Αλῆ-Πασᾶ δὲν ἤθελαν νὰ δώσουν τὴν ἄδεια νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Μωρέα, διὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσουν τὸν ᾿Αλῆ-Πασᾶ. ᾿Αφοῦ ἔμαθα ὅτι ἀπέθανε, ἐβγῆκα εἰς τὸ Μωρέα καὶ ἐπῆγα εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ παρηγορήσω τὴν Φαμηλιάν του.- Ἐκαθήσαμε εἰς τὸ Τζιρίγο ἕως τὴν Κυριακὴν τοῦ Θωμᾶ·
ἐπέρασε ἕνα καράβι Κεφαλονήτικο τοῦ Καπετὰν- ᾿Αλεξανδρῆ Ῥαυτόπουλου· Ἐμβήκαμε μέσα καὶ ἐκινήσαμε διὰ τὴν Ζάκυνθο. Ὁ Καπετάνιος ἔμαθε ποιὸς εἶμαι καὶ μᾶς περιποιήθη πολύ. Εἰς τὴν Ζάκυνθο μὲ εἶχαν διὰ χαϋμένον, ἐκεῖ μὲ ἐδέχθηκαν ὅλοι οἱ ἐδικοί μας, ὁποῦ ἦσαν ἐκεῖ, Πετιμεζαῖοι, ᾿Αναγνωσταρᾶς, Μέλιος, Γιάννης Κολοκοτρώνης, Νικήτας, καὶ λοιποί· ἦτον 1806. Διὰ νὰ γλυτώσω . ἄλλαξα φορέματα καὶ δὲν εἶχα παρὰ δυστυχισμένα ἅρματα, ὥστε νὰ μὴ παρακινηθοῦν ἀπὸ τὴν αἰσχροκέρδεια καὶ μὲ σκοτώσουν.
Ἐγεννήθηκα 'στὰ . 1770. Ὅταν ἐγλύτωσα ἀπὸ τὴν Καστάνιτζα εἴμουν χρόνων 10. Διαμονή Μάνης χρόνια Εἰς τὴν ᾿Αλωνίσθενα χρόνια Εἰς τὰ Σαμπάσικα χρόνια 2. 3. 12. Ἐποχὴ τῆς Νεότητος, 5 χρόνια ἀνύπανδρος καὶ ἄλλους 7 χρόνους ὑπανδρευμένος· 27 χρόνους εἶχα ὅταν μὲ ἐπρωτοχυνήγησαν. 40 = ῾Αρματωλὸς καὶ κλέφτης ἀλληλοδιαδόχως χρόνια 5. Φερμάνι Βασιλικό διὰ ἐμένα καὶ τὸν Πετιμεζᾶ. στὰ 1802 1. Τὸ δεύτερο φερμάνι τὸν Ἰαννουάριον 1806, καὶ τὸ Πατριαρχικό Συνοδικό 3. 36 χρόνων ἤμουν ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο, 50 χρόνους εἶγα ὅταν ἐβγῆκα εἰς τὴν ἐπανάστασε.
Οἱ κλέφταις καὶ ἁρματωλοὶ εἶχαν Α΄ Τάξιν. Ἡ ἀξιότης του B'. Tážw. Γ΄ Τάξιν. Δ΄. οἱ ψυχογυοί. Οἱ πρῶτοι ἀξιωματικοὶ ἐγίνοντο διὰ τὴν ἀνδρίαν των ἡ διὰ τὴν φρόνησίν των ὁ μισθός των ὅταν ἦσαν ἁρματωλοίὶ, τὸ μοίρασμα τῶν λαφύρων ὅταν ἦσαν κλέπται· ἐδίδοντο καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς ἀριστεύοντας. Όταν ἔσφαλλον ἦτον τὸ κόψιμον τῶν μαλιῶν, τὸ ξαρμάτωμα· Σέβας πρὸς τὰς γυναῖκας· ἐδίωχναν ὅποιος ἤθελε βιάσει καμμία γυναῖκα· παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χο ροὺς, τραγούδια ἡρωϊκὰ, ταῖς ἁμάδαις· τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοὶ μὲ ταῖς λύραις· τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἐφημερίδες στρατιωτικαῖς.
Τ' ἅρματά τους ἦσαν πιστόλαις, χαρπὶ, (μελουδάρι), σπαθλὰ ζωστὰ, ζάβες ς᾽ τὰ ποδάρια, τὸν χειμῶνα ἔβαζαν θώρακας (τζαπράσια), κουμπιὰ μεγάλα εἰς τὰ γελέκια. Τὰ Καπετανάτα διεδίδονταν εἰς τοὺς υἱοὺς, εἰς τὸν ἀξιώτερο καὶ ὄχι εἰς τὸν πρωτότοκο. Ἡ Σημαῖα μου ἦτον ἕνα Χ καθὼς ἡ Ῥωσσικὴ σημαία. Τὰ Μοναστήρια τοὺς ἐβοηθοῦσαν· οἱ Γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες ἔδιναν εἴδησι εἰς τοὺς κλέπτας, ζωοτροφίας καὶ πολεμοφόδια. Ὅταν εἰς τὸν πόλεμο ἐλαβώνετο κανένας αρέως καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πάρουν τὸν ἐριλοῦσαν αὶ ἔπειτα τοῦ ἔκορταν τὸ κεφάλι, τὸ εἶχαν εἰς ἀτιμίαν ποῦ οἱ τοῦρκοι νὰ πάρουν τὸ κεφάλι του. ᾿Απὸ 36 πρωοξαδέλφια, μόνον 8 ἐγλύτωσαν, οἱ ἄλλοι ἐχάθηκαν ὅλοι· δὲν εἶναι διάσυλο, ὁποῦ δὲν εἶναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστὰ τὰ δευτεροξαδέρφια, θεῖοι καὶ λοιποὶ φίλοι χαϋ μένοι.
Τὸ, κλέφτης, ἦτον καύχημα· ἔλεγε: εἶμαι κλέφτης, καὶ ἡ εὐχὴ τῶν πατέρων ἑνὸς παιδιοῦ ἦτον νὰ γίνῃ κλέφτης - Τὸ κλέφτης ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία.-Εἰς τοῦ Πατρός μου τὸν καιρὸ, ἦτον ἱερὸ πρᾶγμα νὰ πειράξουν Ἕλληνα. Καὶ ὅταν οἱ κλέπται ἤρχοντο εἰς συμπλοκὴ μὲ τοὺς Τούρκους ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἄφιναν τὸ ζευγάρι, καὶ ἐπάγαιναν νὰ βοηθήσουν τοὺς κλέπτας· εἰς τὰς ἡμέρας ἐπειράζοντο καὶ Έλληνες ὁμορρονοῦντες μὲ τοὺς Τούρκους· ὅταν ἦλθε ὁ Ανδροῦτζος πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως, ἐγνωρίσθηκα εἰς τὴν Μάνη, καὶ τὸν ἐσυντρόφευσα ἕως εἰς τὴν Κόρινθο.
Εἰς τὸν κατατρεγμό μας, διὰ 15 ἡμέραις οὔτε ἐκοιμόμεθα οὔτε ἐτρώγαμε· ἐσώσαμε τὰ φουσέκια, καθημέρα πόλεμο. Ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριο ἕως τὸν Ἰαννουάριο ἔμεινα εἰς τὴν Αγία-Μαῦρα (1809). Οἱ Αγγλοι ἔβαλαν εἰς φύλαξι τὸν Γιακούπαγα, τὸ παιδὶ τοῦ ᾿Αλή-Φαρμάκη καὶ ἄλλους. Μανθάνοντας ἡμεῖς αὐτὰ, ἐσκορπίσαμεν τὸ στράτευμα καὶ ἐκρατήςαμεν μόνον 20. Ὁ Μινίστρος ὁ Φορέστης καὶ ὁ στρατηγὸς τῶν Ἄγγλων Ὀσβὰλ, ἐπροσκάλεσαν ὅλους τοὺς Καπετανέους διὰ νὰ τοὺς ἐρωτήσουν ἂν ἠμποροῦν νὰ φέρουν τὸν Κολοκοτρώνη εἰς τὴν Ζάκυνθο.
Ο Αγγλοι, ἐπειδὴ ἦσαν πολλοὶ μαζευμένοι εἰς ᾿Αγία-Μαῦρα, ἐφοβοῦντο, καὶ αὐτοὶ τοὺς ἀπεκρίθησαν, ὅτι; ὅταν θέλετε ἠμπαρεῖτε νὰ τοῦ κάμετε ἕνα γράμμα καὶ τὸ στέλνομ μὲ ἕνα ἐπίσηδες καὶ μυστικὸν ἄνθρωπον καὶ ἐλπίζομε να 42 ἀκολουθήσῃ· ἔτζι μὲ ἔκαμε ἕνα γράμμα ὁ Οσβὰλ καὶ ὁ Φορέστης καὶ τὸ ἔστειλαν μὲ ἕνα κουμπάρον μου Ζακυνθινὸν, λεγόμενον, Πομόνη· ἐπέρασε τὴν Γλαρέντζα, ἐμβῆκε εἰς Τουρκικὴ σημαῖα, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ῾Αγία-Μαῦρα μυστικῶς· τὸ γράμμα μὲ ἐπροσκαλοῦσε, καὶ ἐνταυτῷ ἦτον μία ἐγκύκλιος εἰς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅ,τι ζητήσωμεν νὰ μᾶς δώσουν, ὅπου καὶ ἂν μᾶς ἀπαντήσουν καράβια, νὰ μᾶς ἀφήσουν διὰ ν᾿ ἀπεράσωμεν εἰς τὴν Ζάκυνθο.
Ἦτον δύσκολο τότε νὰ ταξιδεύῃ κανεὶς, διατὶ εἰς τὰ μισὰ νησιὰ ἦτον Γάλλοι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ᾿Αγγλοι· ἐπήγαμε λοιπὸν εἰς τὸν Γκενεράλ Καμοὺς Γάλλον, καὶ ἐπήραμε τὴν ἄδεια διὰ τὰ Μοθωκόρωνα, ἐναυλώσαμε μία βάρκα μὲ σημαῖα Γαλλική μόλις εὐγήκαμε εἰς τὴν θάλασσα, μᾶς ἐμπόδισε ἐνάντιος ἄνεμος, καὶ ἀράξαμε εἰς τὸ Θιάκι ἐκεῖ ἐφύλαγαν βάρδιαις ᾿Αγγλικαῖς, μᾶς ἐρώτησαν τί ἄνθρωποι εἴμεθα; καὶ τοὺς ἀπεκρίθημεν, δ Κολοκοτρώνης· τότε ἄρχισαν νὰ ῥίπτουν ἀπάνω μας·
ἐγὼ ὡμίλησα ὅτι ἂν ἔχουν κανέναν ᾿Αρχηγόν τους, νὰ ἔλθῃ νὰ τοῦ ὁμιλήσω· ἔτζι ὡμίλησαν ἑνὸς ᾿Αξιωματικοῦ Αγγλου ὁποῦ ἐδιοικοῦσε ἐκεῖ ἦλθε εἰς τὸ παραθαλάσσιον (1810), καὶ ἐβγῆκα καὶ ἐγὼ μὲ τὴν βάρκα, τοῦ ἐπαῤῥησίασα τὸ γράμμα τοῦ Στρατηγοῦ Ὀσβὰλ, ἀφοῦ τὸ εἶδε μὲ ἐφίλησε, μᾶς ἐπεριποιήθη, μᾶς ἔδοσε κονάκια καὶ ἐμείναμε εἰς τὸ Θιάκι· ὁ Διοικητὴς τοῦ Θιακιοῦ μᾶς ἐπροσκάλεσε ἐκεῖ καὶ ἐμείναμε 4 ἡμέρας. Ἐγὼ καὶ ὁ ᾿Αλῆ-Φαρμάκης ἐβάλαμεν ὑποψίαν διὰ τοὺς Ἄγγλους, ὡς φίλους τοῦ ᾿Αλῆ-Πασᾶ καὶ ἔτζι ἐσυμφωνήσαμε νὰ μὴν πάγωμε καὶ οἱ δύο εἰς τὴν Ζάκυνθο, ἀλλὰ νὰ μείνῃ ὁ ἕνας μας εἰς ἕνα καράβι εἰς ταῖς Σκρόφαις, καὶ νὰ ὑπάγω ἐγὼ εἰς τὴν Ζάκυνθο, καὶ ἂν ἰδῶ τὰ πράγματα στερεὰ τότε τοῦ γράφω κ᾿ ἔρχεται·
ἔτζι λοιπὸν ἀκολούθησε· ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο καὶ ἄφησα εἰς τὸ καράβι τὸν ᾿Αλῆ-Φαρμάκη μαζὺ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου Νικήτα· ἀφοῦ ἔφθασα εἰς τὴν Ζάκυνθο, ἐπῆγα εἰς τὸν Στρατηγὸν Οσβὰλ, εἰς τὸν Φορέστη καὶ εἰς τὸν Τζούρτζ, καὶ μὲ ἐζήτησαν διὰ τὰ πράγματα τῆς ῾Αγίας-Μαύρας, ἐπειδὴ εἶχα μείνει 5 μῆνες· ἔλαβα τὴν ἄδεια καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Κάστρο καὶ ἔβγαλα ὅλους τοὺς εἰς φύλαξιν εὑρισκομένους Τούρκους ἐδικοὺς τοῦ ᾿Αλῆ-Φαρμάκη· εἶδα τὰ πράγματα ὅτι ἐπήγαιναν καλὰ καὶ ἔστειλα ἐπίτηδες καΐκι εἰς ταῖς Σκρόφαις διὰ νὰ εὕρῃ τὸν ᾿Αλῆ-Φαρμάκη, καὶ ἔτζι ἦλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Ζάκυνθο·
ἐμβῆκα εἰς τὴν δούλευσιν μὲ βαθμὸν Καπετάνιου· περάσωντας δύο, τρεῖς ἡμέραις ὁ Γκενεράλης μὲ ἔκραξε καὶ μὲ ἐρώτησε, μὲ τί τρόπο νὰ κάμωμε, νὰ τραβίξωμε ὅλους τοὺς Ἑλληνας ὁποῦ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ῾Αγία-Μαύρα εἰς τὴν Γαλλικὴν δούλευσι, καὶ ἔτζι νὰ πολεμήσωμε μὲ μόνους τοὺς Γάλλους· τότε ἦλθε καὶ ὁ Λεπενιώτης ἀδελφὸς τοῦ Κατζαντώνη με 200 εἰς τὸν Κάλαμο καὶ Μεγανῆσι κατατρεγμένος ἀπὸ τὸν ᾿Αλῆ Πασᾶ -Τὸ Μέγα-νῆσι ἦτον ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν Γάλλων καὶ οἱ Γάλλοι ἔστειλαν στρατεύματα καὶ τὸν ἔδιωξαν εἰς τὸν Κάλαμο -ὁ Λεπενιώτης εἶπε: ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ δουλεύσω τοὺς ᾿Αγγλους, ἀλλὰ δὲν δίδω εἰς ἄλλον πίστιν παρὰ εἰς τὸν Κολοκοτρώνη τότε ὁ Γκενεράλης μ' ἐδειξε τὸ γράμμα καὶ μὲ ἔστειλε ς᾿ τὸν Κάλαμο καὶ μὲ ἔδωκε ἕνα μπρίκι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἐγὼ τοῦ εἶπα, ὅτι εἰς ἕνα μπρίκι φαίνεται, ἀλλὰ θέλω μία βάρκα κανονιέρα, διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν Κάλαμο, καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας τοῦ εἶπα νὰ μὲ στείλῃ καὶ ἕνα πλοῖο πολεμικὸ διὰ κάθε ἐνδεχόμενο, καὶ εἰς τρεῖς ἡμέραις μετὰ τὸ ἐμπρίκι νὰ κινήσῃ ὁ στόλος 44 μὲ τὰ στρατεύματα· τοῦτο ἦτον τὸ σχέδιόν μας·
ἐπῆγα εἰς τὸν Κάλαμο, ἀντάμωσα τὸν Λεπενιώτη· μὲ ὅλους τοὺς 200 τοῦ Λεπενρώτη ἐπῆρα τὰ καίκια καὶ ἐκάμαμε τε σβάρκο εἰς τὸ μέγα-νῆσι, καὶ ἐδιώξαμε τοὺς Φραντζέζους, καὶ ἐκάμαμεν στάσιν ἐκεῖ εἰς τρεῖς ἡμέρας ἐξημέρωσε τὸ ἐμπρίκι, (Μάρτιον), ἐκαμα λοιπὸν σινγάλο διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ἰμπρίκι· μέσα εἰς τὸ ἐμπρίκι ἦτον ὁ Μοὺρ, ὁ Λὼβ (Διοικητὴς τῆς ῾Αγίας Ἑλένης,) μοῦ ἔκαμε σινιάλο νὰ ὑπάγω ἐγὼ, καὶ ἔτζι ἐπῆγα μὲ 4 μόνον, καὶ οἱ ἄλλοι ἔμειναν εἰς τὸ μέγα-νῆσι — ὅταν ἤμουν εἰς τὸ μέγα-νῆσι ἔστειλα καὶ ἦλθαν μερικοὶ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ῾Αγία-Μαύρα, καὶ τοὺς ὁδήγησα τὶ πρέπει νὰ κάμουν ἐπήγαμε νὰ ἰδοῦμε, ποῦ θὰ σταθῆ ὁ στόλος·
ἐφθάσαμε εἰς τοῦ Βαγινᾶ τὰ μαγαζιά, καὶ ἐβγῆκα ἐγώ, ὁ Λώβις καὶ ὁ Κωνσταντῆς Πετμεζᾶς. Οἱ Γάλλοι ἀφοῦ μᾶς εἶδαν ἔστειλαν ἕνα τάγμα μὲ 4 κανόνια, καὶ μᾶς ἐκανονοβόλισαν, καὶ ἀντάμωσα εἰς ἕνα μέρος τοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν Γαλλικήν δούλευσι καὶ τοὺς εἶπα, τί κάμνετε; ἰδοὺ ὁ στόλος ὁ ᾿Αγγλικὸς ἔρχεται· αὐτοὶ μὲ ἀπεκρίθησαν, ὅτι, εἴμεθα ὡρκωμένοι καὶ θὰ πολεμήσωμεν· αἴ! τοὺς εἶπα, πολλὰ καλὰ σὰν εἶναι ἔτζι, τραβιχθῆτε εἰς τὰς θέσεις σας καὶ ἡμεῖς θὰ πολεμήσωμεν.
Ὁ στόλος ἔφθασε καὶ ἐπήγαμε εἰς τὸ Ντελίνι, διὰ νὰ εὕρωμε τὸν Στρατηγό· ἐνῷ τοὺς ἀνέφερνα ὅλα τὰ πρακτικά μου, ἔκαμναν σινιάλο νὰ κάμουν τεσβάρκο, δύο ὥραις πρὶν νὰ βραδιάσῃ· ἐγὼ σὰν τὸ ἔννοιωσα, εἶπα τοῦ Στρατηγοῦ; Στρατηγέ, δὲν πρέπει νὰ κάμωμε τεσβάρκο, διότι εἴμεθα μαζευμένοι ἀπὸ διάφορα μέρη, καὶ τὰ στρατεύματά μας δὲν γνωρίζονται καὶ ἠμποροῦμε νὰ σκωτοθοῦμε ἀναμεταξύμας, ἀλλὰ νὰ ἐβγοῦμε μὲ τὰ χαράματα καὶ ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι ἕως τὸ μεσημέρι νὰ πάρωμε τὴν χώραι καὶ τότε ὁ Στρατηγὸς ἐδέχθη τὴν γνώμην μου καὶ διέταξε τὰ στρατεύματα νὰ ἔμβουν εἰς τὰ πλοῖα· τὰ στρατεύματα ἐσυνίστοντο ἀπὸ 4,000, "Ἄγγλοι, Κόρτοι, Σικελιανοὶ καὶ Ἕλληνες.
Οἱ Γάλλοι ἑτοιμάσθησαν εἰς τὸν πόλεμο· ἄρχισαν νὰ ἐβγαίνουν τὰ στρατεύματα, ἐβγῆκα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ Κόρσοι μ᾿ ἔπιασαν καὶ μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸν Τζο ρτζ ὡς αἰχμάλωτον τοῦ πολέμου – ἔτζι τραβήξαμεν ἐμπρὸς, ἐπήραμε τὴν χώρα· τοὺς ᾿πρόβαλα πάλιν τῶν Ἑλλήνων καὶ δὲν ἐδέχθησαν· ἐπήραμε τὴν πρώτην μπαταρία μὲ 9 κανόνια· ὅλα αὐτὰ τὰ ἐκάμαμεν οἱ 500 Ελληνες ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Τζούρτζ. Ηλθε καὶ ὁ στρατηγὸς μὲ τὰ ᾿Αγγλικὰ στρατεύματα καὶ ὁ Αὼβ μὲ τοὺς Κόρσους, ἐπῆγαν εἰς τὴν χώραν, ὁ στρατηγός ἐπρόσταξε τὸν Τζούρτζ νὰ πάγωμε νὰ πάρωμεν καὶ μίαν ἄλλην μπαταρία πολλὰ δυνατή, διότι εἶχε 12 κανόνια, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος βάλτον καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ῥηχὰ, καὶ πέλαγος, καὶ ἔτζι δὲν ἦτον παρὰ μόνον ἕνα μέρος ὁποῦ εἰμπορούσαμεν νὰ προχωρήσωμεν· -Ἐστείλαμεν πεζοδρόμον, οἱ ἀρβανίτες τὸν ἔδειραν – ἐβγῆκα μὲ 10 ἀνθρώπους εἰς μία ῥάχη· μοῦ ῥίχνουν· τί κτυπᾶτε; ἐγὼ εἶμαι.
Ἦλθαν δύο Καπεταναῖοι Τζίζης, Χορμόβας: τοὺς εἶπα καὶ ἐτραβίχθηκαν καὶ δὲν ἐβάρεσαν· μοῦ εἶπαν: θὰ πολεμήσωμεν· ἐπιάσθη ὁ πόλεμος καὶ τοὺς διώξαμε. Εἰς τοὺς ἀνεμομύλους ἐκαβαλλίκαμε τὰ κανόνια. – Οἱ Φραντζέζοι πᾶνε εἰς τὴν Γύρα, 'ποῦ ἔχουν τὴν μπατερία τὴν δυνατὴ φκιασμένη. – ἔτζι ἐπροοδεύσαμεν οἱ Ἕλληνες ἐμπρὸς, οἱ Σικελιανοὶ οἱ δεύτεροι καὶ οἱ ᾿Αγγλοι ὑστερινοί· πλησιάζον τες εἰς τὴν Μπαταρία μᾶς ἄρχησαν μὲ τὰ μπάλαμιστράλια καὶ μὲ τὸ τουφέκι· τότε ὁ Τζούρτζ ἐλαβώθη, ὁ ἀδελφὸς τοῦ στρατηγοῦ, καὶ ἕνας καπετάνιος τοῦ Δελι- νιοῦ, καὶ 35 Έλληνες λαβωμένοι καὶ σκοτωμένοι·
ἐπήραμε μὲ ῥισάλτο τὴν μπαταρία· εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν οἱ Κόρσοι ἐσύμβαλαν πολύ· ἐπολιορκήσαμεν τὸ κάστρο, ὁποῦ ἦσαν τραβιγμένοι οἱ Φραντζέζοι· ᾿Ἀπὸ ὑποψία αὐτοὶ, δὲν θέλουν τοὺς ΕἝλληνας εἰς τὸ κάστρο, καὶ ἐκεῖνοι ἔρχονται καὶ προσκυνοῦν εἰς ἡμᾶς ἡμέραις δὲν τοὺς ἐκτυπήσαμεν, ἕως ὅτου ἐβάλαμε 10 κανόνια καὶ 10 βόμβαις, καὶ εἰς 8 ἡμέραις δὲν ἐβάσταξε· 400 βόμβαις ἔπεφταν τὸ ἡμερόνυκτο. Ὁ Μαζόρ Κλὰρκ ἀπέθανε· οἱ Φραντζέζοι ἐπροσκύνησαν· τοὺς μὲν στρατιώτας τοὺς ἔστειλαν αἰχμαλώτους εἰς τὴν Μάλτα, τοὺς δὲ ὀφικιαλέους εἰς τὴν Νεάπολι· τοιαύτη ἦτον ἡ συνθήκη·
ἐπιστρέψαμεν ἔπειτα εἰς τὴν Ζάκυνθο καὶ ἐκεῖ ἐπροβιβάσθηκα Μαγιόρος (Ταγματάρχης) 1810 Μαΐου, ἤλθαμεν εἰς τὴν Ζάκυνθο· ἕναν χρόνον ἐκαθήσαμεν εἰς τὴν Ζάκυνθο·– ἐμβήκαμεν εἰς μίαν φρεγάδα, μὲ 50 Ἕλληνας καὶ μὲ 50 "Αγγλους, ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Τζούρτζ, καὶ ἐπήγαμε εἰς τοὺς Παξοὺς, ἐκάμαμε τεσβάρκο, ἐβγήκαμε 2 κομπανίαις Ἕλληνες καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν χώρα βοηθημένοι ἀπὸ 2 φρεγάδες καὶ ἐπροσκύνησαν Ελληνες καὶ Γάλλοι· Τοὺς Γάλλους, τοὺς ἐκάμαμε πριζονιέριδες, καὶ τοὺς Ελληνας, τοὺς ἐβάλαμεν εἰς δούλευσιν·
ὁ ᾿Αλῆ-Πασᾶς ἔστειλε κ᾿ ἐπολιόρκησε τοὺς Φραντζέζους εἰς τὴν Πάργα, οἱ Παργιανοὶ μᾶς ἐπροσκάλεσαν καὶ ἐπήγαμεν ἐκεῖ, ὁ λαὸς ἔπιασε τοὺς Φραντζέζους, ἔβαλε σημαῖα ᾿Αγγλική· ἐπήραμε τὴν Πάργα· ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ ἐγυρίσαμε εἰς τὴν Ζάκυνθο· πηγαινάμενοι εἰς τὴν Ζάκυνθο, ὁ Γκενεράλης ἐφθόνησε τὸν Τζούρτζ, καὶ τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ τάγμα, καὶ ἔβαλε τὸν ἀδελφόν του τότε ὁ Τζούρτζ ἐκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Λόνδρα, καὶ ἐπαρησιάσθηκε μὲ Ἑλληνικὰ ἐνδυμένος.
Τότε ἐκάμαμε ὅσοι καπετανέοι Ἕλληνες εὑρέθημεν εἰς Ζάκυνθον μίαν ἀναφορὰν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐζητούσαμεν βοήθεια ἀπὸ τὴν ᾿Αγγλικὴ κυβύρνησι διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα· αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ εὑρέθηκε εἰς τὰ ἀρχεῖα, ὅταν ἐγράψαμεν εἰς τὰ 1825 μία ἄλλη εἰς τὴν ᾿Αγγλία ζητοῦντες βοήθεια, καὶ δυνάμει αὐτῆς τῆς δευτέρας ἀναφορᾶς ὁ Βελικτὼν ἐπῆγε εἰς τὴν Πετρούπολιν καὶ ἄρχισαν αἱ δυνάμεις νὰ ἀνακατεύωνται εἰς τὰ πράγματά μας· Ὁ Τζούρτζ, ἀφοῦ ἐπῆγε εἰς τὴν ᾿Αγγλία, ἐπαῤῥησίασε τὴν ἀναφορὰ καὶ ἔλαβε τὴν ἄδεια νὰ σχηματίσῃ ἕνα ῥεγιμέντο ἀπὸ Ἕλληνας ἀπὸ 1,500 καὶ εἰς τὸ διάστημα 5, 6 μῆς νας ὠργάνισε 600 "Ελληνας, ἀλλ᾽ ἀφοῦ ἔπεσε ὁ Ναπολέων, ἦλθε ἡ διαταγὴ καὶ διέλυσαν τὰ ξένα στρατεύματα καὶ τῶν Ἑλλήνων· τοὺς ἔδωκαν ἀπὸ 800 τάλληρα τοῦ κάθε ἀξιωματικοῦ, καὶ τοῦ καπετάνιου 1,200, καὶ ἔτζι τοὺς διέλυσαν, καὶ ἐγὼ ἔμεινα ἀκόμη δύο χρόνους εἰς τὸ Στάτο-Μαγιόρο, καὶ ἔπειτα μὲ ἔβγαλαν καὶ ἐμένα.
Εἶδα τότε ὅτι, ὅ,τι κάμωμε, θὰ τὸ κάμωμε μονάχοι καὶ δὲν ἔχωμε ἐλπίδα καμμία ἀπὸ τοὺς ξένους· ὁ Τζούρτζ ἐπῆγε εἰς τὴν Νεάπολι, ἔγεινε ἐκεῖ στρατηγός, μὲ ἐπροσκάλεσε μὲ 2 γράμματά του καὶ ἐπειδὴ ἤξευρα τὴν ἑταιρίαν, δὲν ἐδέχθηκα ἀλλὰ ἐκύταζα πότε νὰ βγοῦμε διὰ τὴν Πατρίδα μας. Τὴν ἑταιρίαν μὲ τὴν εἶπε ὁ Πάγκαλος· ἔπειτα ἐπέρασε ὁ ᾿Αριστείδης, καὶ ὁ ᾿Αναγνωσταρᾶς μὲ ἔφερε γράμμα ἀπὸ τὴν ἑταιρία, καὶ τότε ἄρχησα νὰ κατηχῶ καὶ ἐγὼ διαφόρους εἰς τὴν Ζάκυνθο, Κεφαλονιὰ, καὶ διαφόρους Καπετανέους Σπετζιώτικων καραβιῶν καὶ Ὑδραϊκῶν καὶ εἰς τὰ 20 μὲ ἦλθαν γράμματα ἀπὸ τὸν Ὑψηλάντη διὰ νὰ 48 = ἦμαι ἔτοιμος, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἐδικοί μας· 25 Μαρτίου ἦτον ἡ ἡμέρα τῆς γενικῆς ἐπαναστάσεως.
Οἱ ᾿Αγγλοι ἔμαθαν ὅτι ἔλαβα κάτι γράμματα, καὶ ἦλθε ἡ ᾿Αστυνομία διὰ νὰ μὲ ἐξετάσῃ τὴν νύκτα, ἀλλ᾽ ἐγὼ τὰ γράμματα τὰ εἶχα φυλάξει. Εἰς τὰς 3 Ἰαννουαρίου.... καὶ εἰς τὰς 6 Ἰαννουαρίου ἐβγῆκα εἰς τὴν Μάνη εἰς τοῦ καπετὰν Παναγιώτη τοῦ Μούρντζινου τὸ σπῆτι - Εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, πρὶν νὰ ἐβγῶ εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἐπῆγα εἰς τοὺς Κορφοὺς μὲ τὴν πρόφασιν νὰ ζητήσω 4,000 τάλληρα ἀπὸ μισθούς μου τοῦ Μέτλαντ,καὶ διὰ νὰ ἀνταμώσω τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια τὸν ἀντάμωσα·
ἐκάθησα 30 ἡμέρας καὶ ἐπέστρεψα· ὀπίσω εἰς τὴν Ζάκυνθο – ἐκεῖ ὡμιλήσαμε πολλὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἐδῶ τελειώνει ἡ ζωή μου ἡ περασμένη, καὶ ἀρχινᾷ τῆς ἐπαναστάσεως· ὁσάκις ἔμβαινα εἰς δούλευσιν ἔμβαινα πάντοτε μὲ τὴν συμφωνία, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον νὰ μὴν ἀπομακρύνωμαι, καὶ νὰ μὴν πολεμῶ παρὰ εἰς Τούρκικο τόπο, καὶ τὸ φόρεμα νὰ μὴν ἐβγάλω· εἰς τὰ νησιὰ ἐγνωρίσθηκα μὲ τοὺς Βοτζαραίους, καὶ ἔκαμα τὸν Μάρκο Βότζαρη ἀδελφοπητό. Εἰς τὸν καιρὸ τῆς νεότητος ὁποῦ ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτι τι, σχολεῖα, ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν· μόλις ἦσαν μερικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμάθαιναν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν.
Οἱ παλαιοὶ Κοντζαπασῆδες ὁποῦ ἦσαν οἱ πρώτιστοι τοῦ τόπου, μόλις ἤξευραν νὰ γράφουν τὸ ὄνομά τους· τὸ μεγαλήτερο μέρος τῶν ᾿Αρχιερέων δὲν ἤξευρε παρὰ ἐκκλησιαστικὰ κατὰ πρᾶξιν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε μάθησι· τὸ ψαλτῆρι, τὸ κτωήχι, ὁ μηναῖος, ἄλλαι προφητεῖαι, ἦσαν τὰ βιβλία ὁποῦ ἀνέγνωσα· δὲν εἶναι παρὰ ἀφοῦ ἐπῆγα εἰς τὴν Ζάκυνθο ὁποῦ εὕρηκα τὴν 49 Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἁπλο-έλληνικήν· τὰ βιβλία ὁποῦ ἐδιάβαζα συχνὰ ἦτον ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἱστορία τοῦ ᾿Αριστομένη καὶ Γοργὼ καὶ ἡ ἱστορία τοῦ Σκεντέρμπεη.
Ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτια τοῦ Κόσμου. Προτήτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρήζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς, καὶ ὅτι καὶ ἂν ἔκαμναν, τὸ ἔλεγαν: καλὰ καμωμένο. Διὰ αὐτὸ καὶ εἶναι δυσκολώτερο νὰ διοικήσῃς τώρα λαόν. Εἰς τὸν καιρό μου, τὸ ἐμπόριο ἦτον πολλὰ μικρό, τὰ χρήματα ἦσαν σπάνια, τὸ τάλληρο τὸ ἐπρόφθασα 3 γρόσια, καὶ ὅποιος εἶχε 1,000 γρόσια ἦτον πρᾶγμα μεγάλο, καὶ ἔκαμνε κανεὶς δουλειαῖς, ὅσαις τώρα δὲν ἔκαμνε μὲ χίλια βενέτικα.
Η κοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἦτον μικρή, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπανάστασίς μας ὁποῦ ἐσχέτισε ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Εὑρίσκοντο ἄνθρωποι ὁποῦ δὲν ἐγνώριζαν ἄλλο χωριὸ μακρυὰ μίαν ὥρα ἀπὸ τὸ ἐδικό τους. Τὴν Ζάκυνθο τὴν ἐνόμιζαν ὡς νομίζομεν τώρα τὸ μα κρύτερο μέρος τοῦ Κόσμου. Ἡ ᾿Αμερικὴ μᾶς φαίνεται ὡς πῶς τοὺς ἐφαίνετο αὐτῶν ἡ Ζάκυνθος· ἔλεγαν εἰς τὴν Φραγκιά. 4 Τέλος πάντων τὸ μυστήριον τῆς ἑταιρίας ἄρχισε νὰ διαδίδεται εἰς κάθε λογῆς ἀνθρώπους καὶ καλοὺς καὶ κακοὺς, καὶ ἐβιασθήκαμε νὰ κινήσωμε μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὴν ἐπανάστασιν.
Ὁ Ντιόγος τὸ ἐμαρτύρησε εἰς τὸν ᾿Αλῆ-Πασᾶ. Ἔτζι λοιπὸν εἰς τὰς 3 Ἰαννουαρίου ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, καὶ εἰς τὰς 6 Ἰαννουαρίου ἔφθασα εἰς τὴν Σκαρδαμοῦλα εἰς τοῦ πατρικοῦ μου φίλου Καπετὰν Παναγγώτη Μούρτζινου. Τὸ κίνημά μας ἔγεινε εἰς τὰς 22 Μαρτίου εἰς τὴν Καλαμάταν· ᾿Απὸ τὰς 6 τοῦ Ἰανουαρίου ἕως εἰς τὰς 22 Μαρτίου, ἐπροσπάθησα, ἐνέργησα εἰς τὴν Μάνην νὰ ἑνώσωμεν διάφορα σπήτια Μαντάτικα κατὰ τὴν συνήθειάν τους, καὶ τοὺς ἑνώσαμεν, τοὺς ἀδελφώσαμεν·
ἔστειλα καὶ εἰς τὰς ἐ παρχίας τῆς Μεσσηνίας, Μιστρός, Καρύταινας, Φαναριοῦ, Λεονταριοῦ, ᾿Αρκαδίας, τῆς Τριπολιτζᾶς, καὶ ἦλθαν ἐκεῖ ὁποῦ εὑρισκόμουν, καὶ τοὺς ἔλεγα, ὅτι; τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ νὰ ἦναι ἕτοιμοι, καὶ κάθε Ἐπαρχία νὰ κινηθῇ ἐναντίον τῶν Τούρκων τῶν τοπικῶν, καὶ νὰ τοὺς πολιορκήσουν εἰς τὰ διάφορα φρούρια, καθώς οἱ ᾿Αρκαδιανοὶ νὰ πολιορκήσουν τὸ Νεόκαστρο, οἱ Μοθωναῖοι τὴν Μοθώνη, καὶ οὕτω καθεξῆς. ᾿Αφοῦ ἐπροετοιμάσαμεν καὶ συναγροικήθημεν, ὁ Ζαέμης μὲ τοὺς ἄλλους, ἀναγκασμένοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ ἢ νὰ μείνουν ἔτζι, ἐκτύπησαν τὸν Βύϊβοδα τῶν Καλαβρύτων.
Οἱ Τοῦρκοι μὲ ἔμαθαν ὅτι ἦλθα καὶ μὲ ἐνόμιζαν ὅτι ἦλθα μὲ 5 μὲ 6,000· ἐγὼ ἤμουν μὲ τέσσαιρους. Ἦλθαν ᾿Αρκαδινοὶ καὶ Μιστριῶται Τοῦρκοι μὲ ῥαγιάτικα σκουτρὰ ἐνδυμένοι, καὶ ἦλθαν νὰ ἰδοῦν μὲ πόσους ἤμουν, καὶ ἐγὼ ἔπαιζα ταῖς ἀμάδαις καὶ ἐγύρισαν ὀπίσω καὶ ἔλεγαν, ὅτι: εὑρήκαμε ἕνα γέρο καὶ ἔπαιζε ταῖς ἀμάδαις. - Ἐπῆγα εἰς τὸν Μούρτζινο ὡς φίλο μου πατρικόν. ‘Ο Μαυρομιχάλης εἶχε τὸ ὄνομα Μπέης, ἀλλ᾽ ὁ Μούρτζινος εἶχε τὴν δύναμιν εἰς τὴν Μάνην. Ερωτήθη τότε ὁ Μαυρομιχάλης διὰ τὸν ἐρχομόν μου, καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη, ὅτι ἐδυστύχησε εἰς τὴν Ζάκυνθο καὶ ἦλθε εἰς τὴν Μάνη διὰ νὰ τὸν βοηθήσουν οἱ φίλοι του καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω· καὶ εἰς αὐτὸ ἐφέρθηκε πολλὰ καλὰ, ἀλλὰ δὲν ἦναι ἀληθινὸ ὅτι δὲν μὲ ἐπρόδωσε εἰς τοὺς Τούρκους· δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάμῃ καὶ ἂν ἤθελε, καὶ, ἐκτὸς τῆς φιλίας ὁποῦ εἶχαμεν μὲ τὸν Μούρτζινον, εἶναι συνήθεια εἰς τὴν Μάνη νὰ ὑπερασπίζωνται ὅσους καταφεύγουν εἰς τὴν οἰκίαν των.
Εἰς τὰς 23 Μαρτίου ἐπράσαμε τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Καλαμάτα, τὸν ᾿Αρναούτογλην σημαντικὸν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς. Κἴμεθα, 2,000 Μανιάτες, ὁ Πετρόμπεης, ὁ Μούρτζινος, Κυβέλος· Δυτικὴ Σπάρτη. ἦτον οἱ Τοῦρκοι μεινεμένοι, ὡ; 10,000 ἡ φήμητους μεγάλη.---Η ᾿Ανατολικὴ Σπάρτη ἐκινήθη τὴν ἴδιαν ὥρα. Ο Τζανετάκης μὲ τὴν Κακαβουλιὰ ἐκινήθη διὰ τὸν Μιστρᾶ. Οἱ Τοῦρκοι τῆς Μπαρδούνιας καὶ Μιστρὰ ὑπάγουν, τραβιοῦνται εἰς τὴν Τριπολιτζά. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει ὑποψία, ἐπροσκάλεσαν τοὺς Προεστοὺς καὶ Δεσποτάδες, καὶ αὐτοὶ ἐπῆγαν– ἦτον ἔμβα τοῦ Μαρτίου – Δὲν τοὺς ἐσκότωσαν.
Οἱ Σπαρτιᾶται ἀφοῦ ἐπῆραν λάφυρα, προχωροῦν καὶ πολιορκοῦν τὴν Μονοβασιά. – Εἰς τὴν Κα4* λαμάτα πόθεν νχ ἐκάμαμε Συνέλευσι, πρωτοκινήσωμε τὰ στρατεύματα. Οἱ Καλαματρανοὶ ἐκατάφεραν τὸν Μπέη νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κορώνη διὰ νὰ μὴν βάλουν σπαθὶ οἱ Τοῦρκοι εἰς τοὺς Χριστιανοὺς· ἐγὼ δὲν ἐστρέχθηκα, εἶπα νὰ πάμε εἰς τὴν παλαιὰν ᾿Αρκαδίαν, εἰς τὸ κέντρο διὰ νὰ βοηθοῦμε τοὺς ἄλλους· τότενες τοὺς εἶτα; ἐὰν μοῦ δώσετε βοήθεια ἀπὸ τοῦτο τὸ στράτευμα, καλῶς, εἰμὴ ἀναχωρῶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Κέντρο.
Εἶχα λάβει γράμμα ἀπὸ τὸν Κανέλο, μ᾿ ἐπροσκαλοῦσε, ὅτι εἶχε 10,000 ἄρματα, καὶ νὰ ἔμβω ἐπὶ κεφαλῆς. Τ.ῦ Μούρτζινου ἀρξώστησε τὸ παιδί του ὁ Διονύσιος, καὶ ἔτζι δὲν ἐκίνησαν ὅλοι οἱ Μανιᾶται· ἐλαβα 200 ἀπὸ αὐτὸν καὶ 70 ἀπὸ τὸν Μπέη μὲ τὸν Καπετὰν Βοϊδὴ καὶ μὲ 30 ἐδικούς μου ἐγενήκαμε 300, καὶ ἔκοψα εὐθύ; 2 σημαίεις μὲ Σταυρὸ καὶ ἐκίνησα. Οἱ ᾿Ανδρουσιανοὶ Τοῦρκοι, 360 ἄνδρες, μανθάνοντας ὅτι εἴμεθα ἀσκέρι φεύγουν, πᾶνε ς᾿ τὰ Κάστρα τῆς Μεσσηνίας. Κινῶντας ἐγὼ, εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ "Ἕλληνες ὁποῦ ὅλος μὲ τὰς εἰκόνας ἔκαναν δέησι καὶ εὐχαριστήσεις – Μοῦ ἤχετο πότε νὰ κλαύσω..... ἀπὸ τὴν 'προθυμίαν ᾿ποῦ ἔβλεπα. – Ἱερεῖς ἔκαναν δέησι.
Εἰς τὸν ποταμὸν τῆς Καλαμάτας ἀνασπασθήκαμε καὶ ἐκινήσαμε.