Ἐγεννήθηκα εἰς τὰ 1770 ᾿Απριλίου 3 τὴν δευτέραν τῆς Λαμπρῆς. Ἡ ἀποστασία τῆς Πελοποννήσου ἔγινε εἰς τὰ 1769. Ἐγεννήθηκα εἰς ἕνα βουνὸ εἰς ἕνα δένδρο ἀποκάτω, εἰς τὴν παλαιὰν Μεσσηνίαν, ὀνομαζόμενον Ραμαβοῦνι. ὁ πατέρας μου ἦτον ἀρχηγὸς τῶν ἁρματωλῶν εἰς τὴν Κόρινθον· Κάθεται ἐκεῖ 4 χρόνους· ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Κόρινθον διὰ τὴν Μάνην· ἔβγαινεν ἀπὸ τὴν Μάνην καὶ ἐκυνηγοῦσε τοὺς Τούρκους· Εἰς τοὺς 79 ἦλθεν ὁ Καπετάμπεης μὲ τὸν Μαυρογένην, καὶ ἐρχόμενος ἔῤδιξεν εἰς τοὺς Μύλους καὶ ᾿Ανάπλ Ἔστειλεν εἰς ὅλην τὴν Πελοπόννησον μπουγλουρτί, (προσκυνοχάρτι) καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν Καπετάμπεη εἰς τοὺς Μύλους.
Εἰς τὸν πατέρα μου ἔστειλε χωριστὸ μπουγιουρτί, νὰ ἐλθῆτε νὰ βγάλουμε τοὺς ᾿Αρβανίταις καὶνὰ εὑρῇ ὁ ῥαγιᾶς τὸ δίκιο του. Ὁ πατέρας μου ἐκίνησε μὲ χίλιους στρατιώτας, καὶ ἔπιασε τὰ Τρίκορφα, εἰς τὴν Τριπολιτσάν· δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν Καπετάμπεη διότι ἐφοβεῖτο. Ὁ Καπετάμπεης ἐσηκώθηκεν ἀπὸ τοὺς Μύλους, ἐπῆρεν 6,000 ταγκαλάκια, καὶ τοὺς κλέφταις 3,000 καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ Δολιανὰ, Τριπολιτσᾶ, καὶ ἔβριξεν τὸ ὁρδί. Ὁ πατέρας μου σὰν ἦτον ς᾽ τὰ Τρίκορφα, τοῦ ἔστειλεν ὁ Καπετάμπεης νὰ πάγη σὲ δαύτονε διὰ νὰ τὸν προσκυνήσῃ.
Ὁ πατέρας μου ἀποκρίθηκε δὲν εἶναι και- ρὸς νὰ ἔλθω νὰ προσκυνήσω· οἱ ᾿Αρβανίτες εἶναι εἰς τὴν Τριπολιτσὰ, ἠμποροῦν νὰ πιάσουν τὸν ἄγριον τόπον, καὶ νὰ σκορπίσουν τότε μέσα εἰς τὴν Πελοπόννησον, νἄχουν τὸν τόπον. Τότε τοῦ ἔστειλεν 20 μ πινί- σιαγρὰ τοὺς Καπεταναίους κι᾿ ἕνα καπότο δια τὸν ἑαυτόν του. Τὸν καιρὸν ᾿ποῦ ἐζύγωσε τὸ στράτευμα τὸ Τούρκικο εἰς τὴν Τριπολιτσὰν κι᾿ ἐπολιορκοῦσε τοὺς ᾿Αρβανίταις, ἐχώρισαν 4,000 Τοῦρκοι ἀρβανῖτες νὰ τὸν ἐβγάλουν ἀπὸ τὰ ταμπούρια, καὶ αὐτὸς ἀντεστάθηκε καὶ τοὺς ἐκυνηγοῦσε,καὶ ἐμβῆκαν πίσω.
Ἦλθαν τὰ στρατεύματα τὰ Τούρκικα τοῦ Καπετάμπεη ἕως τὸν ἅγιον Σώστην· πάλι 'βγαίνουν 6,000 διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὸν πατέρα μου, καὶ αὐτὸς πάλι τοὺς ἀντέκρουσε. Είδανε ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ βαστάξουν οἱ ἀρβανίτες μέσα εἰς Τριπολιτσά, διατὶ δὲν ἦτον τότε τειχογυρισμένη· ἐσυνάχθηκαν ὅλοι καὶ πᾶνε εἰς τὸν πατέρα μου, καὶ αὐτὸς τοὺς ἐστάθηκε μὲ ὁρμὴν, καὶ τοὺς ἐγύρισε κατὰ τὸν κάμπον· ἑνώθηκαν καὶ ἄλλοι καπεταναῖοι· ἐμβῆκαν εἰς τὰ χωράφια, εἰς τὸν κάμπον τοὺς ἐσκότωσεν ἡ καβάλα ὡς οἱ θεριστάδες·
ἔπεσεν ἡ καβαλαριὰ μέσα καὶ τοὺς ἐθέρισαν· ἀπὸ τὴν μεὰν μεριᾶν, ἡ καβαλαριά, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ πατέρας μου. ᾿Απὸ 12,000, έπτακόσιοι ἀπέρασαν εἰς τὸ Δαδί. Ὅταν τοὺς ἐπολέμησε ὁ πατέρας μου τοῦ ἔλεγαν. Κολοκοτρώνη δὲν κάμεις ἰσάρι – τὶ νισάφι νὰ σᾶς κάμω ὁποῦ ἤλθετε κι᾿ ἐχαλάσατε τὴν πατρίδα μου, μᾶς ᾿πήρατε σκλάβους καὶ μᾶς ἐκάματε τόσα κακά· τοῦ ἀπεκρίθησαν – ἐφέτο ᾿δικό μας, τοῦ χρόνου 'δικό σου. Τὰ κεφάλια τῶν ᾿Αλβανῶν ἔφτιασαν πύργον εἰς τὴν Τριπολιτζά.
Ἡσύχασεν ἡ Πελοπόννησος. Τοὺς 80 ἐκατέβη ὁ ἴδιος ὁ Καπετάμπεης καὶ 'χάλασε τὸν πατέρα μου καὶ τὸν Παναγιώταρον Βενετζιανάκη. Ἦλθεν ἡ ἁρμάδα εἰς τὸ Μαραθωνῆσι· τὰ στρατεύματα στεριᾶς καὶ θαλάσσης. Ἡ καστανίτζα ἀποικία, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης κι᾿ ὁ Παναγιώταρος, ἔξη ὥρας μακρὰν ἀπὸ τὸ Μαραθωνῆσι· Ἔρχοντας ἡ ἁρμάδα, ὁ Παναγιώταρος, ὡς Μανιάτης, ἐπροσκάλεσε βοή- θεια ἀπὸ τοὺς Μαντάταις, καὶ οἱ Μανάτες ὑποσχέθηκαν ὅτι πᾶνε βοήθεια· καὶ ὁ δραγουμάνος ὁ Μαυρογένης ὡς Ἕλλην καὶ τεχνίτης ἔκαμε τὸνΜιχάλη - Τροπάκη Μπέη καὶ διὰ νὰ τὸν κάμῃ Μπέη ἀλικώτισε τὴν βοήθεια κι' ἐπῆρε τὸ Κάστρο.
Ἐπῆγε τὸ ἀσκαῖρε 14,000, καὶ τοὺς ἐπολιόρκησε, μία ὥρα στράτα ἀλάργα ἔστησε τὸ ὁρδί. Εστειλεν ὁ Σερασκέρης ᾿Αλήμπεης ένα γράμμα διὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ τοῦ δώσουν ἐνέχειρα ἕνα παιδὶ ὁ ἕνας καὶ ἕνα ὁ ἄλλος, καὶ νὰ τραβίξῃ χέρι ἀπὸ δαύτους· αὐτοὶ ἀπεκρίθηκαν: δὲν προσκυνοῦμεν, θέλομε πόλεμο καὶ ὅποιος μείνει νικημένος ἂς προσκυνήσῃ. Αὐτὸς ἤλπιζε ἀπὸ τὴν Μάνην βοήθεια. Τοὺς ᾿πολιόρκησαν τὰ Τούρκικα στρατεύματα, ἔβγαλαν κανόνια καὶ βόμβαις, τοὺς πολεμοῦσαν ἡμέρα καὶ νύκτα· οὔτε ᾗ βόμβες τοὺς ἔκαναν φόβον οὔτε τὰ κανόνια, ὅμως ἐπολέμησαν 12 ἡμέραις καὶ 12 νύκταις μὲ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα.
Οταν εἶδαν ὅτι βοήθεια δὲν ἔρχεται, ἀποφάσισαν νὰ φύγουν ἀπὸ τοὺς πύργους· οἱ πύργοι ἦτον δύο, καὶ ὁ ἕνας ἦτον τοῦ πατέρα τοῦ Παναγιώταρου, καὶ ὁ ἄλλος ἦτον τοῦ Πατέρα μου καὶ τοῦ Παναγιώταρου· ὁ Πατέρας τοῦ Παναγιώταρου ἦτον 80 ἐτῶν ὡς καὶ ἡ μητέρα του, καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ φύγουν εἰς τὸ γλουροῦσι μὲ τὰ ἄλλα γυναικόπαιδα, εἶπε τοῦ Παναγιώταρου καὶ τοῦ πατέρα μου, βάλτε φωτιὰ ς᾽ τοὺς ἄλλους πύργους, ἐγὼ μένω ἐδῶ· ἔμεινε μ' ἕνα δοῦλο καὶ μὲ τὴν γυναίκα του καὶ δοῦλα μὲ σκοπὸν νὰ πολεμήσῃ ἐλπίζοντας νὰ ἔλθη βοήθεια ἀπὸ τὰ παιδιά του ἔπειτα.
Ὁ πόλεμός του ἦτον μὲ τὸν δοῦλον, ἡ τέχνη του μεγάλη· εἶχε φυτίλι νὰ γυρίσῃ μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους. Αὐτοὶ ᾿ποῦἐπολεμοῦσαν μέσα ἔπεσαν εἰς τὸ ὁρδὶ τοῦ Σερασκέρι, μὲ τὰ σπαθία εἰς τὸ χέρι, μόνον τρεῖς ἐσκοτώθηκαν ἄνδρες, καὶ μέρος γυναῖκες, καὶ ἔμειναν πολλὰ παιδιὰ σκλάβοι· καὶ δύο ἀδέλφια μου σκλάβοι, τὸ ἕνα τριῶν χρόνων, καὶ τὸ ἄλλο ἑνός· ἄλλα δύο ἐσκλαβώθηκαν, καὶ ἔπειτα ἐλευθερώθηκαν. Ὅταν ἔκαμαν τὸ γιουροῦσι ἔπιασαν τὰ βουνὰ οἱ Τοῦρκοι διὰ νυκτός·
ἐβασίλευσε τὸ φεγγάρι εἰς τὴν μέσην νύκτα, καὶ βασιλεύοντας τὸ φεγγάρι ἐβγῆκαν· νύκτα μικρὴ καὶ δὲν ἔλαβαν καιρὸν νὰ φύγουν κατὰ τὴν Μάνη· ἐπῆγαν ς᾽ τοὺς λόγκους κ᾿ ἐπῆρε ἡμέρα. Τὸν Παναγιώταρον ζωντανὸν τὸν ἔπιασαν κ᾿ ἔπειτα τὸν ἐσκότωσαν οἱ Μπαρδουνιῶτες. Ο πατέρας μου ἐσκοτώθηκε μὲ δύο του ἀδέλφια, ᾿Αποστόλη καὶ Γεώργη, ὁ ἕνας εἰς τὸν λόγκον, ὁ ἄλλος μοναχός του διατὶ ἐλαβώθηκε· ἐγλύτωσεν ἕνας μπάρμπας μου ᾿Αναγνώστης ἀπὸ τοὺς κλεισμένους τέσσαρους ἀδελφοὺς Κολοκοτρώνη.
Ἐγὼ, ἡ μάννα μου, ἡ ἀδελφή μου ἐγλύτωσαν μὲ τὰ παληκάρια τοῦ πατέρα μου. Εἰς τὸ γιουροῦσι ἐλαβώθηκε μὲ σπαθὶ ὁ Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, καὶ μὲ προδοσία ἑνὸς Τούρκου φίλου ἐσκοτώθηκε, δὲν ἐφάνη τὸ κεφάλι του· οἱ φονεῖς του τὸν ἐσκότωσαν καὶ τὸν ἔκρυψαν διὰ τὸ βιό του, ὅσα εἶχεν ἀπάνω του σὲ τρία χρόνια τὸν ξέθαψαν τὸν Κολοκοτρώνη Κωνσταντῆ ἀπὸ τὸ μικρὸ δάκτυλον τὸν γνώρισαν ὁποῦ εἶχε γυρισμένο ἀπὸ μία σπαθιὰ τουρκική τὸν εἶχαν κρύψει εἰς μίαν τροῦπα τῆς Ἄρνης καὶ Κοτζατίνας, τὸν ἔθαψαν ἔπειτα εἰς τὴν Μηλιὰ ἦτον μελαψότερος, μονοκόκκαλος, δυνατὸς, ὀγλήγωρος, μὲ ἕνα καθόριο ἄτι δὲν τὸν ἔπιανες· 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομμάτης, λιγνὸς· οἱ ᾿Αρβανίται τὸν εἶχαν τόσο τρομάξῃ ποῦ ἔκαμναν ὅρκον : νὰ μὴ γλυτώσω ἀπὸ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ σπαθί· 700 μπουλουκτζίδαις ἐσκότωσε πρίν.
Ὁ Παναγιώταρος ἦτον Γίγαντας, νέος, μαῦρα μαλλιὰ, σὸϊ ἄνθρωπος ἄσπρος, 37,38 χρόνων. Εἰς τὴν ᾿Ανδροῦσαν ἐσκοτώθη ὁ γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, ἔπειτα τὸν ἐκδίκησε == ὁ υἱός του. Ὁ γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, τοῦ ἔκοψαν χέρι καὶπόδια καὶ τὸν ἐκρέμασαν. Ὁ γέρων Π ατέρας τοῦ Παναγιώταρου ἐπολέμας ἀπὸ τὸν πύργον καὶ ἐμαρτύρησε τὸ φυτίλι ὁ δοῦλος ποῦ ἐπροσκύνησε, καὶ τὸν γέροντα τὸν ἔπρασαν ζωντανόν. Ὁ Καπετάμπεης ἐρώταε: διατὶ δὲν προσκυνάει• — τώρα προσκυνῶ, προσκυνημένο κεφάλι δὲν κόβεται—τοῦ ἔκοψαν χέρι καὶ πόδια, τὸν κατράμισαν.
Ἐμείναμεν εἰς τὴν Μάνην ἡμεῖς εἰς τὴν Μηλιᾶ, μὲ τὸν θεῖόν μου τὸν ᾿Αναγνώστη ἐξαγόρασα τὰ σκλαβομένα παιδιὰ, τὸ ἕνα ἀπὸ τὴν Ὕδραν, τὸν Γιάνη καὶ τὸν Χρήστο, καὶ ἐκάτζαμεν 3 χρόνια εἰς τὴν Μάνη. Εἴχαμεν ἐλλείψεις, ἦλθαν οἱ ἄλλοι οἱ μπαρμπάδες μας ἀπὸ τὴν Μάν ναν μου λεγόμενοι Κοτζακαῖοι καὶ μᾶς ἐπῆραν εἰς τὴν ῾Αλωνίσταιναν. Ἐπήγαμεν ἀγνώριστοι, μᾶς ἔμαθον ἔπειτα καὶ ἐφοβούμεθα τοὺς Τούρκους. Ὁ Μπάρμπασμου ὁ ᾿Αναγνώστης ἦλθε, ἔπειτα εἰς τοῦ Λεονταριοῦ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ἄκραν τῆς Μάνης, Σαμπάζικα.
Ἔκαμε συμπεθεριὸ μὲ ἕναν ᾿ντόπιον προεστὸν, τοῦ τουφεκιοῦ ἄνδρα, τὸν ἔλεγαν Γεωργάκη Μεταξᾶν. Εδωκε τὴν θυγατέρα του, ἔφτιασε σπῆτι. Μανθάνοντας ὅτι ὁ θεῖός μου ἔκαμεν ἀποικίαν εἰς τὸ Ἄκοβον, ἐφύγαμε καὶ ἐπήγαμε ἐκεῖ. Σὰν ἐκαθόμαστε ἐκεῖ, ἄλλα μπουλούκια κλέφταις μ᾿ ἔβαλαν ἁρματωλὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Λεονταριοῦ κατὰ τῶν κλεφτῶν, καὶ ἐμπόδιζα τὸ Βιλαέτη μὲ γατῆρι. χρονῶν ἤμουν τότε- Ἔγεινα 20 χρονῶν, ὑπανδρεύθηκα καὶ ἐπῆρα ἑνὸς πρώτου προεστοῦ τοῦ Λεονταριοῦ, τὸν ὁποῖον τὸν χάλασε ἵνας Πατᾶς εἰς τὸ ᾿Ανάπλι.
Εκτισα σπήτια, ἐπῆρα προικιὸ ἐλιαῖς, ἀμπέλι, ἔγεινα νοικοκύρης, ἐφύλαγα καὶ τὸ Βιλαέτη· ἐστεκόμαστε πάντοτε μὲ τὸ τουφέκι· μᾶς ἐρθόνησαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἤθελαν νὰ μᾶς σκοτώσουν, δὲν ἠμποροῦσαν ὅμως, διότι ὁ τόπος ἦτον σὲ ἄκρη· καὶ ἐπολεμοῦσαν (νὰ μᾶς χαλάσουν) μὲ κάθε τέχνη ἔστελναν μία καὶ δύο φοραῖς ἑκατὸν καὶ διακόσιους ἀτρατιώτας διὰ νὰ μᾶς κτυπήσουν· δὲν μᾶς εἶχαν εἰς τὸ χέρι καὶ δὲν μᾶς 'πείραξαν. Εἶδαν ὅτι δὲν εἶχαν διαφορά μὲ τὴν τέχνη ἐβγῆκαν φανερὰ·
ἐπήραμε χαμπέρι, ἐφύγαμε. Οἱ Τοῦρκοι ἀφάνισαν ὅλα τὰ ἀγαθά μας, καὶ ἔδωσαν διαταγὴν : ὅπου ἀκουσθοῦμε νὰ ' μᾶς χαλάσουν. Ἔμεινα μὲ δώδεκα Κολοκοτροναίους μικρώτεροι εἰς τὴν ἥλικίαν ἐπήγαμεν εἰς τὴν Μάνην, ἀφήκαμεν ταῖς φαμίλιαις μας καὶ ἔπειτα ἐγυρήσαμε, ἐσηκωθήκαμε φανερά, ἐσυνάξαμε στρατιώτας πότε 60 πότε ὀλιγωτέρους. Ἐμείναμε 2 χρό νους κλέφταις· ἔπειτα ἴδαν πῶς δὲν ἐμποροῦν νὰ μᾶς κάμουν τίποτε καὶ μᾶς ἔβαλαν πάλαι ἁρματωλοὺς. εἶχα τὸ Λεοντάρι καὶ τὴν Καρύταινα, ἔκαμα, 4, 5 χρόνους ἁρματωλός.
Ο ᾿Αναγνώστης Κολοκοτρώνης δίδεται εἰς τὴν μέθην διὰ νὰ ἀλησμονήσῃ τὰ συμβάντα. Τὸν μεγαλήτερον τοῦ πατρός μου ἀδελφὸν τὸν ἐσκότωσαν εἰς τὸ Λεοντάρι ἔπειτα, καὶ τοῦ ἐπῆραν τὸ κεφάλι (χέρι κομμένο εἰς τὴν νεότητά του). ᾿Από 40 χρόνων ἀρχήνισε, καὶ ἀπόθανε εἰς τὰ 52. ἄφησε παιδιὰ 3 ἀρσενικά, Γιανάκη, Δημητράκη, Γεωργάκη· ἄφησε καὶ ἑπτὰ θηγατέραις. Ενας ἀπόθανε ἀπὸ τὸν θάνατόν του ἀπὸ ἔξη ἀδέλφια τοῦ Πατρός μου. Ὅτανε ἴμεθα ἁρματωλοί, τὰ παιδιά μας ἦταν εἰς τὴν Μάνην, εἰς τὴν Καστανιὰ τὴν μεγάλην· εἰς τὴν Μάνην ἐπηγαίναμε εἰς ταῖς σημαντικαῖς ἡμέραις ὅταν εἴμεθα ἁρ· ματωλοί.
Εῖς τὴν Μάνην πάντοτε ἐπηγαίναμεν βοήθεια εἰς τὸν Μπέϊ Κουμουντουράκη, εἰς ταῖς χρείαις τους καὶ ἐβορηθούσαμε τὸ μέρος τους. Ὁ Καπετάνιος Κωνσταν- τῆς Δουράκης, φίλος τοῦ Πατρός μου καὶ οι Κυτρινζαραίοι. ἀνοίγουν πολέμους. Ἡμεῖς μεντάτι. Εἴχαμεν κλεισμένον μίαν φορὰν τὸν Νικόλαον Κυτρινηάρη, τὸν πολιορκήσαμεν, καὶ σὰν ἐτρώγονταν ἀδελφόξαδελφα ἔῤῥιχναν τουφέκια εἰς͵ τὸν ἀέρα. Οἱ Μανάτες τὸν στενοχώρησαν καὶ ὡμίλησε νὰ παραδοθῇ, καὶ ἐζήτησε ἐμέ. Δὲν ἦτον νὰ παραδοθῇ, ἀλλὰ νὰ μὲ σκοτώσῃ μὲ ἀπιστρά·
ἐβγῆκε ἔξω εἰς τοῦ Πύργου τὴν πόρτα, καὶ εἶχε βάλλει τοὺς ἀνθρώπους μέσα, νὰ παραδοθῇ. Οἱ ἀνθρώποι του μὲ ἄδελασαν ἔξη τουφέκια· ἐγὼ ἤμουν κοφτὰ καὶ δὲν μ᾿ ἐπῆραν, ἔπεσα ἀποκάτω ἀπὸ τὸν θόλον τῆς πόρτας τοῦ πύργου, οἱ δικοί μου ἐνόμισαν ὅτι μὲ σκότωσαν καὶ ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τοὺς συγγενεῖς τοῦ Κυτρινιάρη.... ἄλλοι λέγουν, ὄχι, νὰ πάρωμε τὸν Θεόδωρον. Ἦλθεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυτρινιάρη, καὶ τὸν ᾿πῆρα εἰς τὸν ὤμον, κ᾿ ἐπροφυλάχθηκα, καὶ τὴν νύκτα ἔβαλα φωτιὰ εἰς τὸν πύργον καὶ ἐπαραδόθηκαν·
ὁ ἀδελφός του ἦτον μὲ ἡμᾶς· Τότε τὰ ἀδέλφιά τους μὲ εἶπαν : νὰ κάμω ὅ,τι θέλω εἰς ἐκείνους διὰ τὴν ἀπιστιά. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἐὰν ὁ Θεὸς μ᾿ ἐφύλαξε, τοὺς χαρίζω τὴν ζωήν. Ὁ Ζαχαριᾶς ἐβοηθοῦσε τοὺς ἄλλους· ἐπολεμούσαμε καὶ ἔπειτα ἐσμίγαμεν ἔξω· ᾿ἐγὼ ὑπεστήριζον τὸν Μπέϊν. Ὁ Μούρτζινος ἀντιφέρετα μὲ τὸν Μπέῖν καὶ μὲ τὸν Καπετάνιο τὸν φίλονμου. Ένα ἢ δύο μῆνες τὸ καλοκαῖρι ἔπρεπε νὰ βοηθήσω τοὺς δικούς μου. Εἰς τοὺς ἔξη χρόνους ἐπάνου, ἔβγαλα τὰ παιδιά μου εἰς ἕνα χωριὸ Γιάνιτζα πλησίον τῆς Καλαμάτας, διατί μοῦ ἤρχετο καλήτερα διὰ τὴν ζωοτροφίαν.
Ἡ Μάνη ἐρθόνησε τὸν Μπέί· ἦλθε καὶ ὁ Σερεμέτ-μπεῖς, διὰ νὰ βάλλουν τὸν ᾿Αντωνόμπεϊ Γληγοράκη. Ἦλθε ὁ Μπέῖς ὁ Κουμουντουράκης εἰς τὴν Καλαμάτα μὲ 60 ἀνθρώπους, ἐγὼ εἶχα 18. Μὲ ἐμπόδιζαν νὰ βοηθήσω τὸν Κουμουντουράκη, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ τὸν βοηθήσω ἐξ αἰτίας τῆς φιλίας· 3,000 Τοῦρκοι καὶ Μανιᾶται πηγαίνουν κατὰ τοῦ Κουμουντουράκη. Βλέπω μακρὰν μπαϊράκια εἰς ταῖς Καπετανίαις (ψυχικό) συμβούλευσα νὰ μὴν πᾶμε μέσα εἰς τὴν Μάνη, ἠθέλαμε να πλάσωμε τὸ Κάστρο τοῦ Κουμουντουράκη 4 ὥραις μα κριὰ ἀπ᾿ τὴν Καλαμάτα.
Οἱ Καπετανάκιδες καὶ ἄλλοι Μανιάτες μᾶς πολέμησαν, ἐλαβώθηκα .... τὸ ἄλογον.... λάφυρα πράνωμεν ἕνα πύργον Kouμουντουράκης. Ἐπιάσαμε τὸν πύργον, ἔπειτα διὰ νυκτὸς ἀνέβημεν εἰς τὸ Κάστρο. Ἡ πατζαοῦρες (τῆς λαβωματιᾶς) ἦτον μέσα. Ὁ Παναγιώτης Μούρτζινος καὶ ὁ Χριστέας φίλοι πατρικοί, τοὺς γράφω ἕνα γράμμα: μὲ κάθε συμβιβασμὸ νὰ ἔβγω, νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Μάνην νὰ γιατρευθῷ. Οἱ Μούρτζινοι λέγουν εἰς τὸν Σερεμέτ-μπεῖ, νὰ ἐβγάλουν τοὺς κλέφταις διὰ νὰ ἀδυνατίσῃ ὁ Κουμουντουράκης, καὶ ἔτζι ἐγέλασαν τὸν Σερεμέ τμπεῖ νὰ ἔβγω ἐγὼ ἀπὸ μέσα, καὶ μοῦ εἶπαν νὰ ἔ βγω μὲ ὅλους μου τοὺς ἀνθρώπους· ἀνέβαλα διὰ νὰ ἔβγουν καὶ οἱ ἀνθρώποι μου.
Οἱ ἀνθρώποι μου μένοντας ὀπίσω, ὁ Πετρούνης ἔγεινε μεσίτης νὰ προσκυνήσῃ ὁ Κουμουντουράκης καὶ δὲν παθαίνει τίποτες, καὶ ἐγὼ τοὺς εἶπα: ὅταν ἔλθῃ ὁ Πετρούνης νὰ μὴ τὸν ἀκούσετε, ἀλλέως θὰ σᾶς φάγῃ μὲ ἀπιστιά. Ὁ Κουμουδουράκης δὲν ἠθέλησε. Ἔκαμε τραττάτο, ἐβγῆκαν οἱ δικοίμας. Ὁ Κουμουνδουρά κης ἐπαραδόθηκε καὶ τὸν πῆρε ἡ ἁρμάδα σκλάβον· ἐγιατρεύθηκα, ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὸ ἁρματωλίκι μου. Μοῦ ἔπεσαν οἱ προεστο καὶ ὁ Κύρ Γιάνης (Δεληγιάννης), καὶ μοῦ λέγουν: δὲν εἶκαι καλὸν νὰ κινδυνεύῃς εἰς τὴν Μάνην, καὶ νὰ φέρης τὴν φαμίλιαν σου εἰς τὴν Καρύταινα.
Τὰ ἔβγαλα τὰ παιδιά μου εἰς τὴν Καρύταινα, καὶ ἐκατοίκησα εἰς ἕνα χωριὸΣτεμνίτζα. –Ἐβγῆχε φερμάνι νὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ τοὺς δυο Πετιμεζᾶ κι᾿ ἐμὲ, 1802. -ἕνας βόϊβοδας τῆς Πάτρας ἐνήργησε αὐτὸ – τὸ φιρμάνη ἔλεγε: Η τοὺς δύο ἡμᾶς ἢ τὰ κεφάλια τῶν Κοτζαπασίδων. Ὁ βεζύρης τῆς Τριπολιτζᾶς κράζει τὸν Πατέρα τοῦ Ζαΐμη καὶ τὸν Κύρ Γιάνη. Ὁ Ζαίμης ἐπῆγε, ὁ Κύρ Γιάνης ἐφοβεῖτο ὁ Πασιᾶς τοὺς ἔκαμεν ὅρκον ὅτι δὲν εἶναι τίποτες διὰ αὐτοὺς· ἐγὼ ἐσυντρόφευσα τὸν Δελιγιάνην ἕως εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, καί ὅταν ἀναχώρησε μὲ εἶπε ὁ Δελιγιάνης ... .., τοῦ εἶπα: δὲν τὸ πιστεύω, διὰ ἡμᾶς εἶναι τὸ φερμάνι· μοῦ ἀποκρίθηκε: μὴν φοβεῖσθε.
Ἔκραξε μόνον τοὺς δύο ὁ Πασιᾶς, τοὺς διάβασε τὸ φερμάνι. Νὰ μᾶς δώσῃς μουχλέτι (διορία) γιατὶ τοῦτοι εἶναι ἄγριοι ἄνθρωποι. Ὁ Γ. Ζαίμης, Ασημάκης, τὸν εἶχε τὸνΠετμεζᾶ εἰς τὰ χέρια του, διατὶ ἐπήγαινε, καθημερινῶς εἰς τὰ Καλάβρυτα· ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπήγαινα εἰς τὴν Καρύταινα, εἰς τὸ Χασαμπᾶ. Εἶπαν οἱ δύο οἱ προεστοὶ, νὰ βάλλουν τὸν ἄγριον εἰς τὸ χέρι, καὶ ἔπειτα τὸν ἥμερον εὔκολα. Ὁ Δελιγγάννης ὁρκόνει δύο προεστοὺς νὰ μὲ σκοτώσουν· ἦτον δύσκολο, διότι ἤμουν πολλὰ προφυλαχτικός·
ἐσυνακούσθησαν μὲ τὸν Βελεμβίτζα, τὸν ὅρκωσαν πρῶτα· αὐτὸς ἀπεκρίθηκε: δὲν τὸν βλέπω τὸν σκοτομόν τους, θα χαλάσωμε τὸ Βιλαέτι, αὐτοὶ δὲν ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν γνώμην τους. — εἶχαν φέρει ἕναν Μπουλούμπαση με ᾿Αρβανῖταις εἰς τὴν Καρύταιναν· ὑποπτεύθηκα· ἐπῆγα νὰ χαιρετήσω ἕναν προεστὸν εἰς τὴν Στεμνίτζα, τοῦ λέγω; τί τὸν θέλετε τὸν ᾿Αρβανίτη Ππουλούμπαση, δὲν θέλει γένει ἡ γνώμη σας. Εἰς τὴν Στεμνίτζαν πᾶνε ᾿Αλβανοί... Ὑπάγω καὶ ἐγὼ μὲ 51). ᾿Ανταμώθηκα μὲ τὸν Μπουλούμπαση, τοῦ εἶπα: θὰ μᾶς βάλλουν νὰ τζακίσουμε τὰ στουρ νάρια, τὰ ἥμερα δὲν θὰ διώξουν τὰ ἄγρια·
ὅλα φεύγουν δ σπουργίτης πάντοτε μένει. Τῆς τύχης ἡ περίστασις ἐκείνη ἔφερε· ὁ γέρο Κόλιας νἄρχεται μὲ τὸν υἱόν του (τὸν Κολιόπουλον) -ἤρχετο εἰς τὰ πιστρόφια ἡ νύμφη του. ἐγείναμε διακόσιοι· εἰς τὰ μαγούλια ἀνταμώνονται οἱ ἀνθρώποι μας. Ὁ προεστὸς ᾿Αναγνώστης Μπακάλης ἀπὸ τὸ Γαρζενίκο, ἐγέλασε τὸν Τοῦρκο, ... καὶ μὲ ἔδωσεν εἴδησιν· γράφω εἰς τοὺς προεστοὺς νὰ μὲ στεί λουν εἴδησιν ἂν μὲ ἐπιβουλεύωνται πέρνω ἀπὸ τὸν Δη μήτρη φυσέκια, στουρνάρια – μὲ γράφουν ψεύματα.
Μὲ τὰ σπερώματα, μὲ 200 νομάτους ὁ Μπουλούμπασης μᾶς ᾿πλάκωσε εἰς τὴν Κερπενή· μόνον 40 εἴμεθα, ἐτραβίχθηκα ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔξω· κλείομαι εἰς ἕνα μοναστῆρε εἰς τὴν Κερνίτζα (ἀναλήφθηκα, μ᾿ ἔχασαν)· ἔπλασα τὸν ἄγριον τόπον· ἐσκότωσαν τότε τὸν Πετιμεζᾶ εἰς τὰ Καλάβρυτα, καὶ ἔστειλαν τὸ κεφάλι του εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ. Εἰς τὰ Μαγούλγανα ἐσκοτώσαμεν τοὺς Τούρκους (ἔκαια τὰ χωριά). Οἱ προεστοὶ βάζουν τὸν Κόλια, διὰ νὰ προσπέσῃ νὰ συμβίβασθοῦμε, νὰ ἡσυχάσουμε.
Μᾶς ἔδωσαν τὸ ἁρματωλίκι. Περάσοντας τρεῖς, τέσσαρους μῆνες ὁ Δελιγιάννης ἤθελε νὰ μᾶς χαλάσῃ, πλὴν δὲν ἠμπόρουνε. Τὸν Σεπτέμβριον μῆνα ἐπῆρα τὸ ἁρματωλίκι. Ὁ Δελιγγάννης ηὗρε τρόπον. - Εἶχε φίλον εἰς τοῦ Λάλα τὸν Χασάναγα Φιδά, καὶ τὸν ἔβαλλε νὰ μᾶς σκοτώσῃ (μὲ τὴν ἀπιστίαν ὅτι εἴμεθα ἁρματωλοί). Ταῖς φαμελλαῖς μας ταῖς εἴχαμε εἰς τοῦ Παλοῦμπα, καὶ ὁ Γεροκόλγας ἐξάνοιξε τὴν προδοσιά ὅτι ἦρχοντο οἱ Λαλαῖοι)· ἔστειλε μᾶς εἶπε ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ λαλαῖοι· λαμβάνωντας καὶ τὴν εἴδησιν, ἤμουν εἰς ἕνα χωριδ, λεγόμενον Τουρκοκερπενή·
ἐσυλλογούμην τὶ τράπο νὰ φανερωθῇ τούτη ἡ μυστικὴ κίνησις διὰ νὰ μᾶς βαρέσουν ἔμεινα ὅλην τὴν νύκτα συλλογισμένος. Οἱ Τοῦρκοι ἦλθαν κι᾿ ἔπρασαν δύο δρόμους, 200, καὶ 200, νὰ βαρέσουν μὲ χωσιὰ, εἶχον κι᾿ ἕνα Ἕλληνα προδότην, καὶ ἤρχετο καὶ μᾶς εὕρισκε, ἂν κινᾶμε ἢ ἂν κοιμώμα σθε τὸ πρωὶ ἤθελα νὰ στείλω καταπατητάδες. Τὸ πρωί μᾶς ἔκλεισαν εἰς τὸ χωριά. Ἐγὼ εἶχα δώσει τὰ σκου τά μου εἰς ἕνα ψυχογιάν. Χαράζαντας τὴν αὐγὴν, βλέπω τοὺς τούρκους – ἐπιάσαμε τὸ τουφέκι — κινῶντας νὰ πιάσω τὴν βάχην πέρνουν τὸν ψυχαγιόν μου 8 βόλια·
ὁ ἀδελφός μου ὁ Γράννης λαβόνεται· κλειόμεθα σε τρία σπήτια· εἴ μεθα 38. καα Εκλείσθηκα εἰς χαμώγεο. -ἔρχονται Οἱ ἄλλα 20Q, μᾶς ἀπόκλεισαν· πολεμοῦμε ὅλην τὴν ἡμέραν-- Ἐσκοτώσαμεν καὶ ἡμεῖς· τὸ βράδυ κάνομε γιουρούσι καὶ ἐφύγαμε.-Τὸν Μάρτην 7 μᾶς βάρεσαν ς τὰ 1804. Εἰς τὰ