Μετάβαση στο περιεχόμενο
grecolingua.gr
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος · ΙΧ
Πεζό · 1917

ΙΧ

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος · Φθινόπωρο

Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με° μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε° και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει... - Ω σώπα° κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα° και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου° κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους.