Τα δόντια του εξεκάρφωσεν αυτός ο κολασμένοςαπό την κάρα τη φριχτή πὄτρωγε λιμασμένος.Τα λερωμένα χείλη του σφογγίζει στα μαλλιάκι αρχίζει ν’ αποκρένεται με φοβερή μιλιά:
«Θέλεις ν’ ανοίξω μια πληγή, οπού από τόσους χρόνουςκρατώ κλεισμένη στην ψυχή, και να ξυπνήσω πόνουςπου μου δαγκούν τα σωθικά και πριν τους ξεφωνήσω;Τέτοιο φαρμάκι αγνώριστο γιατί θέλεις να χύσω;
Αλλ’ αν θα γίνει η ανήκουστη, η μαύρη μου ιστορίασπόρος να δώσει για καρπούς κατάρες κι ατιμίαεις τον προδότη, π’ άκοπα τρώγω σ’ αυτήν την άκρη,θα την ξεθάψω απ’ την καρδιά, κι ας την ποτίσω δάκρυ.
Ποιός είσ’ εσύ δεν το ρωτώ, ούτε ζητώ να μάθωποιός τάχα να σ’ οδήγησε κάτου σ’ αυτόν το βάθο·αλλά σ’ ακούω και φαίνεσαι ότ’ είσαι Φλωρεντίνος.Ωστόσο μάθε ότ’ είμ’ εγώ ο κόμης Ουγολίνος,κι αυτός ο αρχιεπίσκοπος Ρουγέρης ο Πιζάνος·τώρα θ’ ακούσεις τί χρωστά σ’ εμέν’ αυτός ο πλάνος.Το πώς εγώ εμπιστεύθηκα στην άτιμη ψυχή τουκαι πώς εξεγελάστηκα με την πλαστή αρετή του,πώς προδομένος έπεσα στ’ ανίερό του χέρικαι πώς εθανατώθηκα, όλος ο κόσμος ξέρει,αλλά κανείς δεν άκουσε, κρύβει βαθύ σκοτάδιτο φόνο πὄβρηκε για με, πώς μ’ έστειλε στον Άδη.Αυτό θα μάθεις, και θα ιδείς τ’ είν’ το παράπονό μου.
Μέσα στη μαύρη φυλακή, π’ από το θάνατό μουτης Πείνας πήρε τ’ όνομα, στενόχωρη θυρίδαάφηνε κι έφταν’ έως εμέ φωτός καμιάν αχτίδα.Εκείθεν είχα ο δύστυχος πολλές φορές μετρήσειτην αλλαγή του φεγγαριού προτού να με ξαφνίσειέν’ όνειρο παράδοξο, που φώτισε το νου μουκαι μὄδειξε τη μοίρα μου και τη βουλή του εχθρού μου.Μου φάνηκε στον ύπνο μου αυτός εδώ ο προδότηςσαν αρχηγός πολεμιστής, όχι ποτέ δεσπότης,που κυνηγούσε κι έσπρωχνε τυφλά τη συντροφιά τουένανε λύκο πὄφευγε με τα λυκόπουλά τουνα πιάσει επάνω στο βουνό π’ ολόρθο δεν αφήνειστη Λούκα η Πίζα ελεύθερη ματιά ποτέ να δίνει.Έτρεχ’ αυτός με φλογερούς, ξαχαμνισμένους σκύλους,πάντοτ’ εμπρός, πάντοτ’ εμπρός, και τους πιστούς του φίλουςΓουαλάνδους είχε στο πλευρό Λανφράγκους και Σισμόντας.Σε λίγο οι λύκοι εδείλιασαν κι οι σκύλοι τότ’ ορμώνταςσχίζουν πατέρα και μικρά με δόντια λυσσασμένα.Πριν φέξει, φεύγει τ’ όνειρο. Ξυπνώ κι ακούω σκιασμένααπό παρόμοιο φάντασμα να κλαιν εκεί σιμά μουκαι να ζητούν λίγο ψωμί τ’ άχαρα τα παιδιά μου.Θα ’σαι σκληρός πάρα πολύ, αν δεν πονείς ακόμηπροβλέποντας τί χαλασμοί μ’ επρόσμεναν, τί τρόμοι!Και πότε, πότε κλαις εσύ, αν δε θα κλάψεις τώρα;…
Σηκώθηκαν τα δύστυχα· είχε περάσει η ώραπου την τροφή μάς έριχναν. Προσμένουν με λαχτάρα,γιατί θυμούνται τ’ όνειρο κι έχουν κρυφή τρομάρα.Άκουσα τότε πὄκλεισαν του πύργου μας τη θύρακι εστύλωσα τα μάτια μου πάνω σε κάθε κλήρα.Έκλαιγαν όλα τα φτωχά. Μόνος εγώ δεν κλαίγω,επέτρωσαν τα σπλάχνα μου κι ούτε μια λέξη λέγω·τόσο π’ ο Ανσέλμος μου ο μικρός μ’ ερώτησε: "Πατέρα,γιατί, γιατί τέτοια ματιά; Τ’ έχεις, καλέ πατέρα;"Αλλ’ ούτε τότ’ εδάκρυσα, ούτ’ έδωκα καμίαεις το παιδί μου απάντηση. Βουβή απελπισίαεσφράγισε το στόμα μου εκείνην την ημέρακαι την ακόλουθη νυχτιά, ωσότου στον αιθέραο νέος ήλιος έλαμψε κι έστειλε μιαν αχτίδαστην άσπλαχνή μου φυλακή απ’ τη στενή θυρίδα.Τότε στην όψη εκοίταξα τα τέσσαρα παιδιά μου·είδα γραμμένα επάνω εκεί τ’ άγρια βάσανά μου,κι εδάγκασα τα χέρια μου με λύσσα, με μανία·κι εκείνα, που θα πίστεψαν ότ’ η πολλή νηστείαμ’ είχ’ αγριέψει κι ήθελα να φάω τα κρέατά μου,σκιασμένα ελάχτισαν μεμιάς κι έρχονται εκεί σιμά μου."Πατέρα", λεν τα δύστυχα, "φάγ’ από μας, πατέρα,θα ’ναι λιγότερο σκληρός ο πόνος μας, πατέρα,τη σάρκα, που μας έδωκες, αν τηνε πάρεις πίσω".Εφάνηκα ότι ησύχασα, για να μην τ’ απελπίσω.Εμείναμεν όλοι βουβοί εκείνην την ημέρα,βουβοί και την ακόλουθη… Πώς τότε, σκληρή σφαίρα,άσπλαχνη γη, δεν άνοιξες;… Την τέταρτη εμπροστά μουο Γάδος μου σωριάζεται, κρατεί τα γόνατά μουκαι ξεψυχά φωνάζοντας: "Πατέρα μου, ευσπλαχνία!"Και καθώς βλέπεις τώρα εμέ είδα και τ’ άλλα τρίαένα προς ένα να σβησθούν την πέμπτη και την έχτη.Όλα μού τα ’φαγε ο θυμός αυτού του θεομπαίχτη.Τυφλός τρεις μέρες τα ’κραζα. Ήτο τ’ αγέρι μαύροκι εγύριζα ψηλαφητά τα λείψανά τους νά βρω…Έπειτα η πείνα ενίκησε την πατρική λαχτάρα…»
Είπε· τα μάτια του έστριψε· τη φοβερή την κάραάρπαξε πάλε λαίμαργα, πλατύ το στόμα ανοίγεικι απάνω της σαν το σκυλί βαθιά τα δόντια εμπήγει.