Αν μες στο λόγγο τα πουλιά την άνοιξη λαλούνε,αν τα νεράκια τρέχουνε, αν τα λουλούδια ανθίζουν,γιατί κι εγώ το θλιβερό, γιατί να μη λαλήσω;
Θυμάσ’ εκείνη τη βραδιά;… Γιατί να σε πικράνω!Θυμάσ’ εκείνη τη βραδιά, που εκάθισα σιμά σουκαι μου ’πες και μ’ ερώτησες στην εκκλησιά αν επήγα;…κι αν μες στη γη τής έστρωσα να κοιμηθεί, να πέσει;«Δε νιώθεις;» σ’ αποκρίθηκα, «τα χέρια μου μυρίζουνακόμη ρόδα και μυρτιές, και κρίνους και δαφνούλες.Την άπλωσα γλυκά γλυκά στου τάφου το κρεβάτι…»Ψυχή μου, τώρα επέρασε χρόνος πολύς κι ακόμαμου φαίνεται πως την θωρώ. Ανάμεσ’ από τ’ άνθησαν άνθος, έλεγα κι εγώ, μια μέρα θα βλαστήσει…Χίλιες φορές επέρασα κι εκοίταξα στο χώμαμην εξεφύτρωσε για με, για σέν’ ένα λουλούδι.
Σα σήμερα εγεννήθηκε… Επήγα να φιλήσω…Το χόρτο εμοσχοβόλαε… Κοιτάζ’ ολόγυρά μουκαι νιώθω που ανασπάσθηκα… Ω! πόσο σε αγαπούσε!Ένα μικρό, πανόρφανο, ολόλευκο αγιουλάκι.Το μάζωξα, το φύλαξα βαθιά βαθιά στον κόρφο,είναι δικό σου, πάρε το. Από τον κάτου κόσμοσου το ’στειλε μ’ ένα φιλί. Κρύψε το, μη το χάσεις,κι αντί γι’ αγιούλι το φτωχό πες το Κυρά Φροσύνη.