Σβήνοντ’ αστέρια φλογερά μες στ’ ουρανού τα βάθη·εμπρός μου ακλόνητο βουνό εσάλεψε κι εχάθημες στου πελάου το βάραγγα… Κι ωστόσο είχα πιστέψειότι δεν θα ’τον αρκετή για να σε καταστρέψειτης μοίρας όλ’ η δύναμις… Αγαπητό μου χτίριο,λησμονημένης γενεάς άταφο μεγαθήριο!Δέξου το μοιρολόγι μου…Όταν σε βλέπω, κλαίω… *Σα να ’σουν ραχοκόκαλο προκατακλυσμιαίοοι χρόνοι σ’ εξεκλείδωσαν, και κάθε σου σφοντύλιτώρα στο χώμα σέπεται και το πατούν οι σκύλοι…Ακατανόητος θυμός, οργή Θεού, κατάρα!…να ’ρχονται πάντ’ ανέλπιστες βροντές, σεισμός, αντάρακι ό,τι κι αν έχομε ψηλό, θεόρατο, μεγάλονα μας το ρίχνουν καταγής το ’να σιμ’ από τ’ άλλο!
Πιος δε φθονεί τη μοίρα σου! Σκέλεθρο χαλασμένονα μένει ολόρθο είν’ άσχημο· καλύτερα γειρμένο!Άμετρες είδες γενεές να λάμψουν, να γεράσουν,να λιώσουνε σαν το κερί… Βαρβάρους να περάσουνσα σίφουνας κατάμαυρος… Άκουσες το σφυρί τουςνα σου συντρίβει το κορμί… ένιωσες την πνοή τουςεπάνωθέ σου να διαβεί και να σε κιτρινίσεισα φύλλο π’ άσπλαχνος βοριάς περνώντας έχει ψήσει.Ύστερα… νύχτα φοβερή, κρυφό χτικιό, νεκρίλα,γεράματ’, αποκάρωμα και φράγκικη σαπίλα.
Περνά κι αυτό τ’ ανάθεμα, διαβαίν’ η λέπρα, η ψώρα,κι ευθύς επλάκωσ’ άλλο φιο την έρημή σου χώρα·την όργωσαν κατάσαρκα τα τούρκικα λεπίδιακι είδες παντού τη σάρκα της να σέρνεται κοψίδια.Πόλεμος ατελείωτος για τετρακόσιους χρόνουςμε πείνα, με ξεκλήρισμα, με σίδερα, με πόνους·φωτιά παντού και θέρισμα… Μια μέρα το δρεπάνιτου Χάρου σαν κι εστόμωσε… είπε κι εκείνο «φθάνει!»Ο κόσμος εξανάσανε… Να ’θε’ βαστάξει ακόμα,χίλιες φορές καλύτερα. Έμαθ’ αυτό το χώμανα το ποτίζουν αίματα, κι όταν διψά, στειρεύει…Ολόγυρά σου κοίταξε… δε βλέπεις;… τί δε ρεύει;…
Κι ωστόσο συ δεν έπεσες! Ολόρθο κυπαρίσσιτα μνήματά μας να τηράς η μοίρα σ’ είχε αφήσει.Οι χρόνοι εφεύγαν φτερωτοί κι η νεκρική ευμορφιά σουέμενε πάντοτ’ άφθαρτη… Μια μέρα εκεί σιμά σουακούστηκε άγριος σάλαγος… Στερνή ταπεινοσύνη,αλλόκοτη, ανυπόφορη σὄμελλε να ’ν’ εκείνη…Επάνω στ’ αντικέφαλο μιας άλλης αδερφής σουκόσμος μυρμήγκιαζε πολύς στα χείλη της αβύσσουκαι με φωνές, μ’ αλαλαγμούς ανεβοκατεβαίνουνσφελάγγια αγεροκρέμαστα, στ’ αγώγι τους πεθαίνουνκαι στον βαρύ τον κάματο… Σκοτίδιασε, νυχτώνει…Σκορπούν οι αλιτήριοι… Χαράζει, ξημερώνει…Κι εκεί π’ όταν εδιάβαινε στο φλογερό του δρόμοο ήλιος μας εστύλωνε το μάτι του με τρόμο,είδες εκεί, μαυρόμοιρη, σιχαμερό σκουλήκι,αγνώριστο παράλλαμα, την πέτρινή του θήκη,σκλαβιάς σημάδι φοβερό, εμπρός σου έναν δερβίσημισουρανίς να χτίσει!…
Είχε σημάν’ η ώρα σου. Στ’ άγριο πέρασμά τουμια νύχτα σ’ έσπρωξε ο βοριάς με τα πλατιά φτερά τουκι όλη σ’ εσώριασε στη γη… Σκέλεθρο χαλασμένονα μέν’ ολόρθο είν’ άσχημο, καλύτερα γειρμένο…