Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Ο Γώγος

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης · [ΕΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1867 - 1871]
Ο ήλιος εβασίλευε. —Το Σούλι ερημωμένοαπό μαχαίρι και φωτιά, λησμονημένος τάφος,μένει βουβό και καρτερεί.— Έζωνε τα πλευρά τουη καταχνιά κατάλευκη, λιβάνι στη θανή του.Περήφανη στη δόξα της επάνωθέ του η Κιάφατο φοβερό της μέτωπο στεφανωμένο δείχνειμε της ημέρας πὄφευγε την ύστερη αχτίδα,ωσάν λαμπάδα νεκρική που φώτιζε αναμμένηαπό το χέρι του Θεού, του Σαμουήλ το μνήμα.
Στης Πάργας τα ψηλώματα χιλιάδες κυπαρίσσιαστέκουν ολόρθα και θωρούν την ερημιά τριγύρω.Παντού νεκρίλα, σιωπή… κατέβαινεν η νύχτα...Περίλυπο και τ’ ουρανού το γαλανό το μάτιολίγ’ ολίγο ενύσταζε, και τότ’ εκειά τα δένδραεφάνταζαν από μακρά, το ’να σιμ’ από τ’ άλλοστ’ απέραντά του βλέφαρα τα μυριοδακρυσμένα,σαν μελανά ματόκλαδα… Πάργα, καημένη Πάργα!
Μαυρολογούσ’ από μακρά, σαρακοφαγωμένη,πανέρημ’ η Νικόπολη, χορταριασμένη, κούφια.Την έχτισ’ ένας τύραννος, κι άλλος σκληρότερός του,ο χρόνος, την εχάλασε. Καταραμένα χέριαξεγύμνωσαν τα μνήματα και με τα μάρμαρά τουςτην εθεμέλιωσαν εκεί. Του Χάρου το φαρμάκιέσταξε μες στα σπλάχνα της κι έμεινε πάντα στείρα.Όσες φορές επάτησα τα σκόρπια κόκαλά τηςένιωσα κι ανατρίχιαζα μέσα στα φυλλοκάρδια,κι είπα να μένουν άταφα, για να θυμάται ο κόσμοςότι το δένδρο της σκλαβιάς δε ζει στα χώματά μας.
Εδώθε φεύγει ο λογισμός με φρίκη, με τρομάρα,κι εβρίσκει άλλα χαλάσματα στου Δημουλά τον Πύργο…Μια φούχτα πέτρες καταγής!… Γονάτισε, διαβάτη,εμπρός σ’ αυτό το κόνισμα και ρίξ’ ένα τρισάγιο!Πάρ’ ένα φύλλο απ’ τον κισσό που το ’χει αγκαλιασμένοκαι κρέμασέ το φυλαχτό στον κόρφο του παιδιού σου.Θα του στοιχειώσει την καρδιά, να γένει ανδρειωμένο.Κοίταξε!… ακόμ’ αχνίζουνε, ζεστά, φωτοκαμένα,τα φοβερά του απάσβεστα, λες κι η ψυχή της Δέσπωςέμειν’ εκεί και τα κρατεί να πολεμήσει ακόμα.Στην έρμη τη Νικόπολη ρυάζονται νυχτοπούλια,κι εδώ φωλιάζουν αϊτοί… Γονάτισε, διαβάτη!
Λαχτάριζεν η Πρέβεζα στ’ Αλήπασα τα νύχια·ουδέ να κλάψει δεν τολμά στο μνήμα του Γαβόρη. *Ασπροβολούν οι Πύργοι της στου Κόρφου της το στόμα *σα φοβερά σκυλόδοντα σ’ άγρια κατακλείδια,έτοιμα να δαγκάσουνε γι’ αγάπη του Βιζίρη.
Τρέχει θολό κι αγνώριστο του Λούρου το ποτάμι,όπου σταλάζει μυστικά το δάκρυ της Ηπείρου.Ο γερο-Πίνδος κάτασπρος και πάντ’ ανδρειωμένοςπέτεται με τα χιόνια του και με την κλεφτουριά του·στον ήλιο που βασίλευε το μάτι του στυλώνεικαι λέγει στ’ άστρο τ’ ουρανού: «Εκεί που πας να δύσειςαν σ’ ερωτήσουνε για με, να πεις πως δεν πεθαίνω.»
Μέσα σε τόση δυστυχιά, μέσα σε τόσα κάλλη,εκεί π’ ανθίζουν οι μυρτιές και πρασινίζ’ η δάφνη,όπου τ’ αηδόνια κελαδούν και το χλωρό χορτάρικρύβει στην πρασινάδα του τη γύμνια και τη φτώχεια,σ’ αυτήν την ώρα την γλυκιά, που της ζωής ο σπόροςφυτρώνει ακαταδάμαστος κι ο κόσμος μεθυσμένοςχορταίνει ελπίδες και χαρά κι αγάπη και γλυκάδα…σ’ ένα λαγκάδι σκοτεινό εφάνηκ’ ένας όφις,που ’χε τα λέπια της οχιάς, τ’ αστρίτη το φαρμάκι,την ασχημάδα του σκορπιού και την ψυχή του λύκου,οργή, κατάρα θεϊκή, ο Γώγος ο προδότης.