Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Μνημόσυνον επί της νεκρικής κλίνης Στεφάνου Μεσσαλά μόλις εφήβου

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης · ΕΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [1859 - 1866]
Όργωνε ο Χάρος, όργωνε τη γη που τονε τρέμει.Τ’ αυλάκια του είναι μνήματα, ο σπόρος του φαρμάκι…Όργωνε ο Χάρος, όργωνε! Τα μαύρα του τα βόδιαφυσομανούν στο κέντημα της άσπλαχνης βουκέντρας.Όθε περάσει το γενί, ξαναγυρίζει δέντρα,ξεθεμελιώνει ριζιμιά και συνεπαίρνει κόσμους.Και συ, βλαστάρι τρυφερό, στο δρόμο του τί θέλεις;…Στην αγκαλιά της μάνας σου, στον κόρφο του πατέρα,να σε ποτίζει το φιλί, να σ’ ανατρέφει η αγάπη,παιδί, γιατί δεν έμενες;… Σου φάνηκε που είναιγλυκός ο ύπνος μες στη γη, παιδί, και δε γνωρίζειςπως θέλει ο τάφος συντροφιά και συ στη σκοτεινιά σουθα μείνεις έρμο κι ορφανό. Εκεί που κατεβαίνειςδε θα βρεις του πατέρα σου τα κόκαλα στρωμένα,θα πέσεις ολομόναχο… Παιδί, γιατί να φύγεις;…
Και κείνο που μας άκουσε την ώρα που χιλιάδεςκόσμοι κι ονείρατα χρυσά ολόγυρά του ελάμπαν,εχαμογέλασε γλυκά, σα να ’λεγε: «Πατέρα,δεν είν’ ο τάφος ερημιά, είναι ζωή κι αγάπη».
Όργωνε ο Χάρος, όργωνε. Τον κάματο δεν παύει,μέρα και νύχτ’ ακοίμητο τ’ αλέτρι του δουλεύει.Εσυνεπήρε το βλαστό, τον έγειρε στο χώμακαι δίχως σάλαγο βουβός περνά και διβολίζει.
Πατέρα, μάνα, επέταξε. Εκλείστηκε το μνήμα,φχηθείτε το παιδάκι σας. Στο μακρινό ταξίδιμε το στερνό σας το φιλί, με το πικρό σας δάκρυθα ν’ αρμενίσει σαν πουλί… Ωχ! να ’μουνα μαζί του,να ’βλεπ’ ακόμη μια φορά κι εγώ τη θυγατέρα!…