Ήθελα να ’μαι πέλαγο, τα κύματά του να ’χωκαι νά ’ρθω στα ποδάρια Σου, στου Θρόνου Σου το βράχο,το δροσερό τους τον αφρό, την άγρια τη βοή τους,τ’ ανδρειωμένα σπλάχνα τους, τη φοβερή ψυχή τους,τη γαλανή τους τη θωριά, την παντοδυναμίανα Σου τα δώσω σήμερα να γένεις τρικυμία.Το ’θελα, ναι, για να Σε ιδώ εδώθε ν’ αρμενίσειςκι ανεμοστρόβιλος, στοιχειό, να τρέξεις να ξυπνήσειςαυτόν τον έρμον τον γιαλό οπού κοιμάτ’ εμπρός Σουσα να μην έβλεπε ο τυφλός το φως στο μέτωπό Σου.Ήθελα, ναι, τη νιότη Σου, να τηνε κάμω αντάραμε της αβύσσου τα νερά να πνίξω την κατάραπου ενέκρωσε την Ήπειρο, κι από καταποτήρατην έκαμε νεροσυρμή, βουβή, σκιασμένη, στείρα!
Ρίξε το μάτι Σου να ιδείς! Του Πίνδου τα γεράκιαφορούνε μαύρα τα φτερά σα να ’τανε κοράκια.Ο πρίνος ο περήφανος δε γέρνει τα κλωνάριαγια να δεχτεί στον ίσκιο του σουλιώτικα λιοντάρια.Στου Κατσαντώνη τη σπηλιά τη νύχτα σαλαγάνετα πρόβατά τους πιστικοί, και λύκοι που πεινάνερυάζονται και μονιάζουνε στου Ζήδρου το λημέρι.Του Μπουκουβάλα τα παιδιά, στρωμένα μες στη φτέρηγνέθουνε τ’ αρνοκόπια τους και χάσκοντας κοιτάζουνχορτάτα τα κοπάδια τους, βουβά, ν’ αναχαράζουν!
Ω! να μπορούσα εκεί ψηλά να Σ’ έβλεπα μια μέρατο φλάμπουρό μας να κρατείς ολόρτο στον αιθέρα,να ’χεις στεφάνι σύγνεφα, το Θρόνο Σου στο χιόνικι ένανε κάτασπρον αϊτό που να Σε καμαρώνει!Ω! Να ’ζουνα να Σ’ έβλεπα εκείθε να γυρίσειςτο γαλανό το μάτι σου μ’ εμάς να χαιρετίσειςτη μάνα, τον πατέρα Σου, τη γη τη μητρική Σουπου αποζητάει τη νιότη Σου, το χέρι, το σπαθί Σου!
Του γέρου μας του Όλυμπου τ’ ακλόνητο κεφάλιθα στήσομε Άγια Τράπεζα, θεόρατη, μεγάλη,και με το δάκρυ της χαράς και Συ κι εμείς βρεμένοιεκεί θα μνημονέψομε γονατιστοί, γειρμένοιχίλιων χρονώνε κόκαλα, χίλιων χρονώνε τάφουςκι εκείνους οπού εβάφτισαν στο αίμα τους τους τράφουςτου Δούππελ και τους έκαμαν να γένουν Μισολόγγι. *
Τότε χαρούμενο κι εγώ το στόμα π’ όλο βόγκειθ’ ανοίξω και τη δόξα Σου γλυκά θα τραγουδήσω.Τότε μ’ ένα δαφνόκλαρο κι εγώ θα να στολίσωτο μαύρο μου το μέτωπο και θά ’ρθω στα ποδάριατου Θρόνου Σου μ’ αγράμπελες, με κρίνους, με βλαστάρια.Σήμερα δέξου τα φτωχά τα νεκρολούλουδά μου, *δέξου το δεντρολίβανο π’ ανάθρεψε η καρδιά μου.