Προδοσία Οδυσσέως. — Αυτομόλησις προς τους Έλληνας και θάνατος αυτού. — Το σπήλαιόν του. — Κινήματα Τούρκων κατά την Ανατολικήν Ελλάδα. — Αναζωπύρησις του αγώνος κατά την Κρήτην. — Απόπειρα εμπρησμού του εν Αλεξανδρεία εχθρικού στόλου.
Η ΕΦΕΤΕΙΝΗ εκστρατεία των Τούρκων εις Ανατολικήν Ελλάδα παριστάνει νεοφανή χαρακτήρα. Έχει θερμόν υπερασπιστήν και οδηγόν της τον άλλοτε δεινόν αντίπαλόν της Οδυσσέα. Μικρού λόγου άξια ήσαν τα μεταποιήσαντα τον λαμπρόν αθλητήν της Γραβιάς αίτια εις παραβάτην του όρκου του και εις απαρνητήν του εθνισμού του· αλλά και ταύτα ήσαν αποτελέσματα της διαγωγής του. Όστις ανέγνωσε προσεκτικώς όσα περί του ανδρός διηγήθημεν, παρετήρησεν ότι κανόνα της πολιτικής του είχε πάντοτε τα συμφέροντά του. Εστερήθη του φρουρίου των Αθηνών, αφαρπασθέντος παρά του οικείου του Γκούρα· δεν ευδοκίμησαν τα πολεμικά σχέδιά του εν Ευβοία, όπου ήλπιζε να ηγεμονεύση· δεν εμισθοδοτούντο από τινος καιρού οι υπ' αυτόν ως οι υπό άλλους οπλαρχηγούς στρατιώται· δεν εκλήθη ως οι άλλοι κατά των ανταρτών, διότι η Κυβέρνησις τον υπώπτευεν ως συνένοχον· ιδού οι λόγοι δι' ους εμελέτησε να προδώση την μη πταίσασαν πατρίδα του· αλλ' ήξευρεν ότι κηρυττόμενος κατ' αυτής, ολίγους θα είχεν οπαδούς, διά τούτο ορκισθείς μυστικώς πίστιν τω σουλτάνω επί υποσχέσει να τω δοθή εν καιρώ η γενική οπλαρχηγία της ανατολικής Ελλάδος, υπεκρίνετο προς τους Έλληνας τον Έλληνα εν γνώσει των Τούρκων, προς ους έλεγεν ότι διά του τρόπου τούτου θα ευδοκίμουν τα υπέρ αυτών σχέδιά του· εις ενέργειαν δε αυτών αρμόδιον ενόμισε τον καιρόν καθ' όν οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος ήσαν εν Πελοποννήσω κατά των ανταρτών, πρόφασιν δε του επιβούλου κινήματός του ηύρε το ακόλουθον περιστατικόν. Απήτησεν από του κοινού των Αθηνών ως και άλλοτε γρόσια 15,000 επί λόγω, ότι τα εξώδευσεν εις προμήθειαν των αναγκαίων του φρουρίου· απήτησε και την απόλυσιν εμπειρικού τινος χειρούργου Τούρκου ευρισκομένου εν Αθήναις και ηπείλησε να καύση τας ελαίας και τα σπαρτά των Αθηναίων, αν δεν εισηκούετο. Οι Αθηναίοι τω είπαν και άλλοτε και μετά την παραλαβήν της επιστολής ταύτης να ζητήση παρά της κυβερνήσεως ό,τι εζήτει παρ' αυτών, διότι και το φρούριον ήτο της κυβερνήσεως, και ο ζητούμενος Τούρκος ιατρός της φρουράς. Τοιαύτην απόκρισιν λαβών ο Οδυσσεύς απεφάσισε να πατήση ως εχθρός την Αττικήν· και τοις μεν Δερβενοχωρίταις, ους ήθελε να ουδετερώση, έγραψεν ότι εκίνει κατά των Αθηνών, τοις δε οπαδοίς του είπεν ότι εκίνει κατά δύο ή τριών κατοίκων των Αθηνών· Μάρτιος και ούτω προετοιμάσας τα πνεύματα έστειλε την νύκτα της 2 μαρτίου σύμμικτον τάγμα εκ 300 Χριστιανών και Τούρκων, και έβλαψε τα επί των ορίων της Αττικής και Βοιωτίας χωρία. Ο δε Γκούρας, όστις ευρίσκετο εισέτι εν τη Πελοποννήσω, μαθών ταύτα, έτρεξε δρομαίος εις Αθήνας επί επανειλημμένη προσκλήσει των Αθηναίων, εξεστράτευσε την 11 κατά του Οδυσσέως, και την 14 έφθασεν εις Λεβαδίαν ανεδείχθη δε υπό της κυβερνήσεως επί της εξόδου του γενικός οπλαρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς εστρατοπέδευε την ημέραν εκείνην εν Χαιρωνεία, έχων υπό την οδηγίαν του 600 Χριστιανούς και 400 συμμάχους Τούρκους· την δε ακόλουθον, καθ' ην θα ήρχοντο οι αντιφερόμενοι εις μάχην, έφυγε διά νυκτός μετά των περί αυτόν και κατέλαβε τας Λιβανάτας, παραθαλάσσιον χωρίον της επαρχίας του Ταλαντίου και τον τόπον της γεννήσεώς του.
Εν τούτοις συνέρρευσαν και άλλα στρατεύματα της κυβερνήσεως υπό τον Κριεζώτην, τον Ρούκην και άλλους οπλαρχηγούς, και εστράτευσαν όλα την 27 επί τους περί τον Οδυσσέα· και οι μεν κατέλαβαν την θέσιν του προφήτου Ηλίου, οι δε τον υπερκείμενον του μοναστηρίου Βελιβού λόφον ημιώριον απέχοντα του εχθρικού στρατοπέδου. Απρίλιος Εν τω μοναστηρίω τούτω εκλείσθησαν ικανοί Τούρκοι και ο Οδυσσεύς, και την 1 απριλίου προσεβλήθησαν. Ιδόντες δε οι εν Λιβανάταις εχθροί ότι οι εν τω μοναστηρίω εκινδύνευαν, ώρμησαν επί τους προσβάλλοντας, τους απεδίωξαν και εξήγαγον τον Οδυσσέα· βλέποντες δε τους περί τον Κριεζώτην επερχομένους επανήλθαν εις το χωρίον, ακολουθούντος και του Οδυσσέως. Αφ' ού δε εμακρύνθησαν οι εχθροί από του μοναστηρίου, το απέκλεισαν οι Έλληνες εκ δευτέρου· εναπέμειναν δε επί της εξόδου των άλλων ο αδελφός του Οδυσσέως Γιαννάκης και 70 στρατιώται, οίτινες δι' έλλειψιν τροφών παρεδόθησαν την επαύριον, ο δε Γιαννάκης απεστάλη εις το τουρκικόν στρατόπεδον επ' ελπίδι να φέρη τον αδελφόν του εις μετάνοιαν. Οι Έλληνες, κυριεύσαντες το μοναστήριον, επολιόρκησαν τας Λιβανάτας.
Προ της εν τω μοναστηρίω δε μάχης, ο Οδυσσεύς είχε γράψει τοις εν Ζητουνίω εχθροίς, Αμπάζπασα και Μουστάμπεη, ότι ήτο καιρός να εισβάλωσιν εις την Ανατολικήν Ελλάδα, αλλά μετά την μάχην εμελέτησε ν' αποχωρισθή, είτε διότι τους υπώπτευεν, είτε διότι οι γνωστότεροι και οικειότεροί του, ιδόντες αυτόν άραντα όπλα κατά της πατρίδος τον εγκατέλιπαν· ήλπιζε δε αναμφιβόλως και εις την προστασίαν του Γκούρα πεποιθώς επί τας παλαιάς σχέσεις των και εφ' ά τω είπεν εν ονόματι αυτού ο προς αυτόν σταλείς αδελφός του. Διά τους λόγους τούτους παρέλαβε την 7 τους περί αυτόν Χριστιανούς, και προσποιηθείς ότι σκοπόν είχε να παρατηρήση θέσεις τινάς απεχωρίσθη και παρεδόθη εις τον Γκούραν. Οι δε εν Λιβανάταις Τούρκοι, βεβαιωθέντες περί της προς αυτούς απιστίας του Οδυσσέως, εθανάτωσαν τους παρ' αυτοίς ολίγους Χριστιανούς.
Ύποπτος ο Οδυσσεύς, ως ουδείς άλλος, εφρόντισεν, εν ώ εξουσίαζε το φρούριον των Αθηνών, περί τινος ασφαλούς καταφυγίου εν καιρώ ανάγκης, και εξελέξατο το επί του Παρνασού Κωρύκιον (α), κοινώς Σφραντσύλι, σπήλαιον ευρυχωρότατον και καταλληλότατον, έστησεν άνωθεν αυτού κανόνια, εισέφερε τροφάς, πολεμεφόδια και παν άλλο αναγκαίον, κατέθεσε τα πράγματά του, εναπέθεσεν εξ ότου εμελέτησε την προδοσίαν την οικογένειάν του και το παρέδωκεν επί της απουσίας του εις τον Τρελώνην νυμφευθέντα την νεωτέραν αδελφήν του. Επιθυμών δε ο διάδοχος του Οδυσσέως Γκούρας να διαδεχθή και το σπήλαιον του, έφερεν αυτόν εκεί ίνα δώση την περί της παραδόσεως αυτού διαταγήν του· αλλ' ο Τρελώνης δεν ηθέλησε να υπακούση προφασιζόμενος ότι ώφειλε να το παραδώση εις όντινα διέταττεν η κυβέρνησις, και διανοούμενος να το κρατήση αυτός. Ο δε Οδυσσεύς, αφ' ού διέμεινε μέχρι τινός εν τω στρατοπέδω του Γκούρα ανενόχλητος, εστάλη εις το επί του Ελικώνος μοναστήριον του Δομπού, μετεκομίσθη εκείθεν εις την ακρόπολιν των Αθηνών, εφυλακίσθη εν τω εκεί πύργω, εβασανίσθη προς ανακάλυψιν της περιουσίας του, και την νύκτα της 4 Ιουλίου επνίγη και ερρίφθη νεκρός άνωθεν του πύργου· ευρέθη δε το πτώμα του την επιούσαν επί του λιθοστρώτου εδάφους του ναού της Απτέρου Νίκης. Αλλ' εχρειάζετο η μιαιφονία να περικαλυφθή· διό, παραμορφώσαντες οι ένοχοι την αλήθειαν, διέδωκαν ότι εκόπη το σχοινίον δι' ου εδέθη αυθόρμητος ο Οδυσσεύς επί σκοπώ να δραπετεύση κοιμωμένων των φυλασσόντων αυτόν, και ότι πεσών κατά γης απέθανεν· ηθέλησαν δε να δικαιώσωσι τους λόγους των και δι' ιατρικής νεκροψίας, αλλά και εντεύθεν ουδέν εξήχθη εις περικάλυψιν της μιαιφονίας.
Ζώντος του Οδυσσέως επροσπάθησεν η κυβέρνησις να λάβη υπεξούσιον το σπήλαιόν του· αλλ' ιδιαιτέραν κατέβαλεν εις τούτο φροντίδα εν τη περιστάσει ταύτη, διότι ο κάτοχος αυτού Τρελώνης όχι μόνον ηπείθησε κληθείς να το παραδώση, αλλά κατηγορείτο και ως επιβούλους σχέσεις έχων προς τους Τούρκους. Διέτριβεν εν Ελλάδι Σκώτος τις Φέντων, όστις υπεσχέθη να το αφαρπάση και να το παραδώση εις την κυβέρνησιν επί χρηματική αμοιβή διά παντός θεμιτού ή αθεμίτου τρόπου· έκλινεν αξιοκατακρίτως η κυβέρνησις το ους, και ο πονηρά βουλευόμενος παρέσυρεν εις τους δολοφόνους σκοπούς του ευαπάτητόν τινα νέον Άγγλον Βιτκόμβον εξ αγαθών γονέων, και εισελθών εις το σπήλαιον ως ήδη φίλος του Τρελώνη, συνεισήγαγε και τον συνωμότην του. Εν μια δε των ημερών, καθ' ην και οι τρεις ωπλασκούντο σκοποβολούντες, μεθύσας ο Βιτκόμβος επυροβόλησε, κατά προτροπήν του Φέντωνος, τον Τρελώνην όπισθεν αυτού ιστάμενος, και τον έρριψε κατά γης. Είς τότε των παρόντων αλλογενών στρατιωτών του Τρελώνη, μη ιδών τον πυροβολήσαντα, αντεπυροβόλησε τον Φέντωνα υποθέσας αυτόν φονέα και τον εθανάτωσεν. Ο Βιτκόμβος έφυγεν, αλλά συλληφθείς εκτός του σπηλαίου εισεκομίσθη, εδεσμεύθη και ωμολόγησε τα πάντα. Ο Τρελώνης παρά πάσαν προσδοκίαν ιάθη και γενναιότητι φερόμενος απέλυσε τον δέσμιόν του ως γενόμενον απλούν όργανον της επιβουλής άλλου· παραλαβών δε την γυναίκα του εξήλθε του σπηλαίου ανενόχλητος μεσιτεία του Χαμιλτώνος και απεδήμησεν εις Κεφαλληνίαν.
Μετά τα συμβάντα ταύτα παρέλαβεν η κυβέρνησις το σπήλαιον και απέλυσεν ανεπηρέαστους τούς εν αυτώ οικείους του Οδυσσέως.
Απρίλιος Εν τούτοις, οι περί τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην εν Ζητουνίω Τούρκοι ήκουσαν πρόθυμοι την προ της προς τους Έλληνας αυτομολήσεως του Οδυσσέως πρόσκλησίν του, και επέρασαν την 5 απριλίου τον Σπερχειόν. Ήσαν δε δισχίλιοι πεζοί και ιππείς σύροντες και δύο κανόνια. Μαθόντες δε τον ερχομόν αυτών οι και μετά την αυτομόλησιν του Οδυσσέως πολιορκούντες τας Λιβανάτας Έλληνες, άφησαν ολίγους επί της πολιορκίας, και οι πολλοί επεστράτευσαν υπό τον Γκούραν και συνήψαν δύο μάχας, την μεν κατά την Δαύλιαν την 7, την δε κατά το Τουρκοχώρι την 11, καθ' ας υπερίσχυσαν, και τους εμπόδισαν να προχωρήσωσιν, ως εμελέτων, εις Σάλωνα, προκαταλαβόντες την Άμπλιανην, και αναγκάσαντές τους να οχυρώσωσιν εν τω Παληοχωρίω, όπου και διέμειναν μέχρι πολλού. Εν τω διαστήματι δε τούτω ελύθη η πολιορκία των Λιβανάτων, διότι οι εκεί Τούρκοι, ιδόντες, ότι οι εναπολειφθέντες εις πολιορκίαν Έλληνες ήσαν ολίγοι και αδύνατοι, εξώρμησαν διά μέσου αυτών αβλαβείς.
Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα προς εκείνο το μέρος της Ανατολικής Ελλάδος, άλλοι Τούρκοι, αρχηγόν έχοντες τον κεχαγιάμπεην του Ρούμελη-βαλεσή, έπεσαν αιφνιδίως από της Δυτικής Ελλάδος εις την Σεργούλαν, χωρίον του Μαλανδρίνου, μηδενός υποπτεύοντος τοιαύτην επιδρομήν. Προεστώς της εξαρχίας εκείνης ήτον ο Παπά Γεώργιος Πολίτης. Εξ αιτίας δε της συχνής θαλασσινής πολιορκίας του Μεσολογγίου, πολλάκις αι Αρχαί της Δυτικής Ελλάδος και η κυβέρνησις δι' αυτού ανταπεκρίνοντο, και δι' αυτού εστέλλοντο εις την Δυτικήν Ελλάδα πολεμεφόδια και άλλα αναγκαία. Εις αρπαγήν τοιούτων ειδών και εις γνώσιν των εγγράφων έπεσαν ως εξ ουρανού εις το χωρίον εκείνο οι εχθροί την 17, επάτησαν τον Πύργον του Παπαπολίτη, τον εγύμνωσαν, τον έκαυσαν, ηχμαλώτευσάν τινας, εν οίς και τρεις εγγονούς του, ανέβησαν έπειτα κατά τα Κράββαρα, προσεβλήθησαν την 22 υπό των περί τον Σαφάκαν κατά την Παπαδιάν, υπερίσχυσαν, επανήλθαν εις του Μαλανδρίνου και έκαυσαν την Βιτρινίτσαν. Εν τούτοις ήλθαν προς αυτούς και οι πλείστοι της φρουράς της Ναυπάκτου, και όλοι, Μάιος πεζοί και ιππείς, ως τρισχίλιοι, εξεστράτευσαν την 4 μαΐου εις κυρίευσιν των Σαλώνων. Μαθόντες οι εν τη πόλει ταύτη οπλοφόροι την αιφνίδιον επάνοδον του εχθρού εις Βιτρινίτσαν, και υποπτεύσαντες την μελετωμένην εις Σάλωνα ανάβασίν του έτρεξαν να προκαταλάβωσι το επί της οδού χωρίον της Πεντώρης τρεις ώρας απέχον των Σαλώνων, αλλά, πριν τοποθετηθώσι και οχυρωθώσιν ως έπρεπεν, επέπεσαν οι Τούρκοι, τους έτρεψαν και καιρίως τους έβλαψαν. 160 εφονεύθησαν, επληγώθησαν, και ηχμαλωτίσθησαν. Μετά τα παθήματα ταύτα των Ελλήνων, οι Τούρκοι επροχώρησαν ανεμπόδιστοι, και εισήλθαν εις Σάλωνα. Οι δε δυστυχείς κάτοικοι, μηδέν τοιούτον υποπτεύοντες και καταγινόμενοι εις τας συνήθεις εργασίας των, εξεπλάγησαν ιδόντες τους εχθρούς· και οι μεν γονείς ζητούντες τα τέκνα, τα δε τέκνα τους γονείς, και όλοι καταλείποντες τα πράγματά των έτρεχαν δρομαίοι οι μεν προς τα όρη, οι δε προς τα παραθαλάσσια εις αποφυγήν της σφαγής ή της αιχμαλωσίας, οι πλείστοι δε αυτών προς το Λουτράκι, όπου κατέφυγε και η πρό τινος καιρού σταλείσα παρά της κυβερνήσεως εις διοίκησιν της Ανατολικής Ελλάδος και εδρεύουσα εν Σαλώνοις επιτροπή. 150 εσκοτώθησαν, 300 γυναίκες και παιδία ηχμαλωτίσθησαν, και τα εν τη πόλει διηρπάγησαν.
Μετ' ολίγας δε ημέρας της κυριεύσεως των Σαλώνων, οι Τούρκοι εξεστράτευσαν εις την επαρχίαν του Λιδωρικίου· εκίνησαν συγχρόνως και οι εν τω Παληοχωρίω υπό τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην προς το αυτό μέρος, ηχμαλώτευσαν καθ' οδόν 150 γυναίκας και παιδία των Μαυρολιθαριτών, έκαυσαν την πρωτεύουσαν της επαρχίας, και, τούτων γενομένων, οι μεν από της Δυτικής Ελλάδος και της Ναυπάκτου πεσόντες εις την Ανατολικήν Ελλάδα ανεχώρησαν εις τα ίδια, οι δε υπό τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην πατήσαντες το χωρίον Λευκαδίτι, προς αιχμαλώτισιν των εκεί καταφυγόντων και ευρόντες σφοδράν αντίστασιν και παθόντες, επανήλθαν την 17 εις Σάλωνα, όπου και διέμειναν.
Η δε κυρίευσις των Σαλώνων κατετρόμαξε τους κατοίκους της Ανατολικής Ελλάδος εξ ών οι μεν κατέφευγαν εις όρη, εις σπήλαια και εις οπάς της γης, οι δε εις τας παρακειμένας νήσους. Εν μέσω δε του διασπαρέντος πανικού τούτου φόβου, η έξοδος ολίγων Τούρκων εκ της Ευβοίας εις τα αντικρύ παράλια της Αττικής επί λεηλασία έβαλε τους Αθηναίους άνω κάτω. Αι γυναίκες, τα τέκνα και οι απόλεμοι των ανδρών κατέφυγαν εις Σαλαμίνα· η δε κυβέρνησις, ενασχολουμένου του Γκούρα κατά των εν Σαλώνοις Τούρκων, διέταξε χιλίους στρατιώτας υπό τον Βάσσον εις φύλαξιν της πόλεως.
Καθ' ήν δε ημέραν εκαίετο η Βιτρινίτσα, οι εν τη Πελοποννήσω Στερεοελλαδίται, οι μετά την τροπήν των εν Κρεμμυδίω επανερχόμενοι εις την στερεάν Ελλάδα, έφθασαν εις Βοστίτσαν, και μη ευρόντες πλοιάρια εις διαπόρθμευσιν ώδευσαν την εις Κόρινθον παραλίαν οδόν, και φθάσαντες εις Λουτράκι διεπορθμεύθησαν εις Δίστομον την 9 προ μεσημβρίας. Την αυτήν ημέραν χίλιοι των εν Σαλώνοις Τούρκων εξήλθαν εις καταστροφήν των πλησιοχώρων μερών και εις λεηλασίαν· έκαυσαν την Κεσφίναν, και επροχώρησαν εις Δίστομον, όπου ιδόντες παρά πάσαν ελπίδα τα στερεοελλαδιτικά στρατεύματα, άτινα υπέθεταν εισέτι εν Πελοπόννησον, εξεπλάγησαν. Ουδέν ήττον εξεπλάγησαν και εκείνα ιδόντα άνευ παραμικράς προειδοποιήσεως εχθρούς ενώπιόν των. Ακίνητοι έμειναν μέχρι τινος και οι Έλληνες και οι Τούρκοι σκεπτόμενοι περί του πρακτέου. Οι Έλληνες βλέποντες μετ' ολίγον τους Τούρκους ετοιμαζομένους να οχυρωθώσιν, επέπεσαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι προς την Κεσφίναν· αλλά, παρακολουθούντων των Ελλήνων, ουδ' εκεί διέμειναν και επανήλθαν εις Σάλωνα. Εσκοτώθησαν 7 Έλληνες επί της καταδιώξεως και 2 επληγώθησαν. Αφ' ού δε οι νεωστί ελθόντες οπλαρχηγοί και οι της Ανατολικής Ελλάδος συνήλθαν και εσκέφθησαν περί του πρακτέου, μετέβησαν οι μεν περί τον Κριεζώτην και τον Βάσσον εις Αττικήν προς φύλαξιν της επαρχίας εκείνης από επιδρομής των εν Ευβοία Τούρκων, οι δε περί τον Καραϊσκάκην και τον Τσαβέλλαν εις Δυτικήν Ελλάδα· απέμειναν δε οι λοιποί όλοι περί τα Σάλωνα, όπου ήσαν οι εχθροί· και οι μεν περί τον Γκούραν ετοποθετήθησαν εν τη επάνωθεν της πόλεως μονή του προφήτου Ηλίου, οι δε Σουλιώται εν τω μετοχίω της μονής και επί του υπερκειμένου της μονής όρους προς επιτήρησιν και οπωσούν περιορισμόν του εχθρού.
Υπερδίμηνον παρήλθε μετά τα κατά το Δίστομον συμβάντα, καθ΄ ό Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συνεκρούσθησαν· αλλ' αφ' ού εγνώσθη ότι ο αριθμός των Χριστιανών ηλαττώθη, αποσπασθέντων των περί Καραϊσκάκην, Τσαβέλλαν, Βάσσον και Κριεζώτην, και ότι πολλοί των απομεινάντων περιεφέροντο απροφύλαχτοι εις τα πλησίον χωρία επί συλλογή τροφίμων, οι εν Σαλώνοις Τούρκοι εβουλεύθησαν να πέσωσιν εις τα οχυρώματα των Χριστιανών αίφνης πανστρατιά, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα, διότι τρεις ήσαν και αι υπό των εναντίων κατεχόμεναι θέσεις, Ιούλιος εστράτευσαν πριν εξημερώση η 17 Ιουλίου οι μεν επί τους εν τη μονή, οι δε επί τους υπεράνω της μονής, καί τινες επί τους εν τω μετοχίω. Εκ των τελευταίων δε τούτων εξεκόπησάν τινες καθ' οδόν και υπήγαν την νύκτα εις Κωλοβάτας επί συλλογή καρπών· διά τον αυτόν σκοπόν υπήγαν την αυτήν νύκτα εις το αυτό χωρίον και οι πλείστοι των κατεχόντων το μετόχιον και τα υπεράνω της μονής οχυρώματα μηδαμώς υποπτεύοντες την εκδρομήν των Τούρκων. Εξ αιτίας ταύτης συνηντήθησαν απροσδοκήτως Έλληνες και Τούρκοι εις το χωρίον και συνεκρούσθησαν· ο δε πυροβολισμός ειδοποίησε τους άλλους Έλληνας, ότι οι Τούρκοι ήσαν εγγύς, και τους άλλους Τούρκους ότι η μυστική των επιδρομή ανεκαλύφθη.
Εν τούτοις, οι απόντες του μετοχίου Έλληνες επανήλθαν εις αυτό εν καιρώ, και, πριν εφορμήσωσιν οι Τούρκοι, εφώρμησαν, τους επολέμησαν και τους απεμάκρυναν. Τριακόσιοι ήσαν οι φυλάττοντες συνήθως τα επάνωθεν της μονής οχυρώματα, αλλά, καθ' ην ώραν επέπεσαν οι Τούρκοι, ήσαν μόνον 70, διότι οι προεξελθόντες εις οπωρισμόν δεν επρόφθασαν να επανέλθωσι· διά τούτο εκυριεύθησαν ταύτα ευκόλως υπό των Τούρκων, εφονεύθησαν 11 Έλληνες και εζωγρήθησαν 3, εν οίς και ο Γεώργης Κοσμάς, οι δε λοιποί εσώθησαν υπό την σκέπην του πυρός των εν τη μονή συναθλητών. Αδιάκοπος δε και βαρύς ήτον ο πόλεμος και προς την θέσιν της μονής, όπου επέπεσαν οι πλειότεροι των Τούρκων, και τόσον επλησίασαν, ώστε εκυρίευσαν την έμπροσθέν της τοιχόκλειστον άμπελον, και επολέμουν τους εχθρούς των εκείθεν στήσαντες έμπροσθεν αυτών τας σημαίας των αλλ' επελθούσης της νυκτός, εξεκόπησαν 170 Σουλιώται εκ των εν τω μετοχίω, έτρεξαν εις βοήθειαν των πασχόντων εν τη μονή, και φθάσαντες πλησίον των εχθρών καθημένων εντός των εν τη αμπέλω οχυρωμάτων, εφώναξαν «Σηκωθήτε σεις να καθήσωμεν ημείς». Οι Τούρκοι τους ύβρισαν, οι Σουλιώται ηρεθίσθησαν, επυροβόλησαν, και επέπεσαν, προηγουμένου του αξίου τοιούτων πολεμιστών Δράκου· απεκρύπτετο δε η μικρότης του αριθμού των υπό το σκότος της νυκτός και υπό τους περί το νυκτοπολεμείν επιδεξίους τρόπους των Σουλιωτών. Εκφοβηθέντες οι Τούρκοι επί τη απροσδοκήτω ταύτη και ακαθέκτω ορμή, ήρπασαν τας σημαίας των, ανεχώρησαν, αν και ασυγκρίτως πολυαριθμότεροι, και ανέβησαν προς τα άνωθεν της μονής οχυρώματα. Οι δε Σουλιώται ήνοιξαν τοιουτοτρόπως την αποκλεισθείσαν μονήν και απήλλαξαν τους συναδέλφους των του επικειμένου κινδύνου. Τούτου δε γενομένου, 40 των Σουλιωτών υπό τον Δράκον επρόβαλαν να πέσωσι την αυτήν νύκτα επί τινα άλλα εχθρικά οχυρώματα κάτωθεν της μονής, αν ήθελαν και άλλοι να συναγωνισθώσιν 150 των εντός της μονής, εν οίς και ο αρχηγός αυτών Γκούρας, αφιλοτιμήθησαν να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' ιδόντες το μέγεθος του κινδύνου εκ του πλησίον παρητήθησαν. Μόνοι δε οι υπό τον Δράκον 40, πλήρεις τόλμης, επέπεσαν, πέντε εχθρικά οχυρώματα το έν κατόπιν του άλλου επάτησαν, και τους εν αυτοίς έτρεψαν· αλλ' οι εν τω έκτω παρατηρήσαντες, ότι οι επελθόντες ήσαν τόσον ολίγοι, αντέστησαν, και πολεμούντες και ελέγχοντες μεγαλοφώνως τους συναδέλφους των φεύγοντας απέμπροσθεν τόσων ολίγων, τους εθάρρυναν, επανέφεραν πολλούς αυτών εις τας θέσεις των, και οι Έλληνες επί τη επαναστροφή των ανεστάλησαν. Την αυτήν νύκτα οι Τούρκοι επανήλθαν εις Σάλωνα· και οι μεν εν τη μονή Έλληνες άφησαν την θέσιν εκείνην, ως επικίνδυνον, οι δε Σουλιώται καί τινες άλλοι, συναριθμούμενοι 1200, διετήρησαν την του μετοχίου. Όλοι δε οι πεσόντες Έλληνες επί των συμπλοκών της 17 ήσαν 35, οι δε ζωγρηθέντες 3, οίτινες εδραπέτευσαν μετ' ολίγας ημέρας και διεσώθησαν εις το εν τω μετοχίω στρατόπεδον. Μετά τα συμβάντα ταύτα οι Τούρκοι δεν εκινήθησαν κατά των Ελλήνων· αλλ' οι Έλληνες δεν εκάθησαν αργοί, και ενεδρεύοντες έβλαπταν τους εχθρούς. Αποσιωπώντες συντομίας χάριν τας ολιγωτέρου λόγου αξίας άλλας ενέδρας των αναφέρομεν την εξής. Οι Τούρκοι διετήρουν και άλλας θέσεις και την της Τοπόλιας. Επιφωσκούσης της ημέρας του μπαϊραμίου, καθ' ην έμελλεν ο αρχηγός της φρουράς εκείνης να υπάγη εις Σάλωνα προς χαιρετισμόν του πασά, ο Θανάσης Ντούσας, παραλαβών ολίγους συμπατριώτας του, κατέβη εις την μεταξύ Τοπόλιας και Σαλώνων πεδιάδα προς το μέρος όπου υψούνται επί της οδού δύο βράχοι, και κατέλαβε το εκεί σωζόμενον ερείπιον του μύλου και έν άλλο αντικρύ αυτού προς την Τοπόλιαν. Το πρωί όλος αργυροστόλιστος ο αρχηγός της ρηθείσης φρουράς και εν λαμπρά συνοδία διαβαίνων έπεσεν εις την ενέδραν, εφονεύθη και εσκυλεύθη. Μαθούσα η εν τη χωρίω της Τοπόλιας φρουρά το γεγονός εκινήθη κατά των φονέων του αρχηγού της· αλλ' ούτοι, πριν φθάσωσιν εκείνοι, επανήλθαν αβλαβείς εις το μετόχιον.
Οκτώβριος Μεσούντος δε του Οκτωβρίου, μαθόντες οι εν μετοχίω, ότι οι εν Σαλώνοις επροσδόκουν τροφάς εκ Ζητουνίου, προκατέλαβαν την Σκάλαν· αλλ' αντί φορτηγών ζώων εφάνησαν ερχόμενοι την 23 διακόσιοι Τούρκοι εκ των φυλαττόντων την Άμπλιανην επί σκοπώ να διαβώσιν εις Σάλωνα, και πεσόντες αίφνης επί την προφυλακήν των Ελλήνων εφόνευσαν τον αξιωματικόν Κολοκύθαν και έτρεψαν τους άλλους· αλλά προχωρούντες απήντησαν ανυπέρβλητον αντίστασιν και ωπισθοδρόμησαν εις Άμπλιανην· επανήλθαν δε μετά την συνάντησιν ταύτην εις το μετόχιον και οι προκαταλαβόντες την Σκάλαν. Οι Τούρκοι καθ' όλας τας μέχρι τούδε εκστρατείας των συνείθιζαν ν' αναχωρώσιν εις τα ίδια επί της εορτής του αγίου Δημητρίου, και το απολυτίκιον του αγίου «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις» εψάλλετο καθ' όλην την Ελλάδα εν αγαλλιάσει επί της επαναστάσεως, ως το αποδημητήριον των εχθρών, καθώς εψάλλετο εν κατηφεία το του αγίου Γεωργίου, διότι τω καιρώ εκείνω εκινούντο αι κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις του εχθρού κατά της Ελλάδος. Κατά την επικρατούσαν δε ταύτην συνήθειαν ανεχώρησαν και οι εν τη Ανατολική Ελλάδι Τούρκοι και το έτος τούτο την 25, αλλ' εν τοιαύτη βία εξ αιτίας ψευδών τινων επιφόβων ειδήσεων, ώστε άφησαν εν Σαλώνοις επί τω αναχωρισμώ δύο κανόνια και μέρος αποσκευών· δεν επρόφθασαν δε να προειδοποιήσωσιν εν καιρώ μηδέ τους άλλους συναδέλφους των· διά τούτο 56 αποπλεύσαντες της Ναυπάκτου απέβησαν πάντη ανύποπτοι την αυτήν ημέραν της 25 εις τον λιμένα των Σαλώνων, εξ ών 4 εφονεύθησαν, οι δε λοιποί εζωγρήθησαν υπό των εκεί Ελλήνων.
Ουδαμώς εδικαίωσεν ο Γκούρας τας προσδοκίας του κοινού επί της εκστρατείας ταύτης. Ως αρχηγός των όπλων της Ανατολικής Ελλάδος ανεδέχθη να στρατολογήση εξακισχιλίους και προφυλάξη δι' αυτών την Ανατολικήν Ελλάδα από πάσης προσβολής των εχθρών· αλλ' η ευτυχής έκβασις της εκστρατείας οφείλεται τοις Σουλιώταις.
Εν ώ δε έπασχεν η Ανατολική Ελλάς έχουσα εν κόλποις τον εχθρόν, οι Κρήτες επεχείρησαν ν' αναζωπυρήσωσι την προ διετίας καθ' όλην την Κρήτην σβεσθείσαν επανάστασιν, Ιούλιος και λήγοντος του ιουλίου στρατολογηθέντες ως 600 υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καλλέργη διεβιβάσθησαν εκ Ναυπλίου εις Μονεμβασίαν, όπου συμπληρωθέντες εις 1300 συναπέπλευσαν εφωδιασμένοι των αναγκαίων επί 18 πλοιαρίων και της Τερψιχώρης, γολέττας του Τομπάζη, ίνα αποβώσιν αίφνης εις τα νοτιοδυτικά παράλια της Κρήτης προς άλωσιν των φρουρίων Γραμβούσης και Κισάμου· αλλ' επελθούσης θυέλλης, διεσκορπισθήσαν τα πλοιάρια, και δύο ημερονύκτια εθαλασσομάχουν.
Μιχαήλ τις Αρετάς Κρης μετεκόμιζε συνήθως εις τα παράλια ταύτα εκ Πελοποννήσου τρόφιμα προς πώλησιν, και ως εκ τούτου ήτο γνώριμος τω φρουράρχω της Γραμβούσης. Μαθόντες τινές των εις Κύθηρα καταφυγόντων Κρητών τας σχέσεις ταύτας του συμπατριώτου των, τον έπεισαν να τοις χρησιμεύση επ' αγαθώ της πατρίδος ως κατάσκοπος, και τοιουτοτρόπως εμάνθαναν τα της Γραμβούσης. Κατέπλευσεν ο Αρετάς μια των ημερών εις τα παράλια εκείνα κακώς έχων, επελθούσης επί του διάπλου του τρικυμίας, και διενυκτέρευσε παρά τω γνωστώ του φρουράρχω. Παρατηρήσας δε ότι ολιγώτατοι ήσαν οι φρουροί, ηρώτησε την αιτίαν· ήτο δε η τελευταία ημέρα του μηνός. Ανύποπτος ο φρούραρχος τω είπεν, ότι 60 ήσαν όλοι οι φρουροί και αντηλλάσσοντο κατά μήνα, αλλ' ούτε ήρχοντο εις το φρούριον ούτε ανεχώρουν όλοι ομού· ότι καθ όσον μεν επλήθυνεν η σελήνη, επλήθυνε και ο αριθμός των φρουρών· καθ' όσον δε ωλιγόστευεν αύτη, ωλιγόστευε και ο αριθμός αυτών και κατήντα εις 5 ή 6 προ της νεομηνίας. Μαθόντες ταύτα οι εν Κυθήροις και ιδόντες την 31 τα ελληνικά πλοιάρια θαλασσοπορούντα προς την Κρήτην, απέπλευσαν αυθημερόν, όλοι 17, ηγουμένου του Αναγνώστη Παναγιώτου (β), εξημερώθησαν είς τι παράλιον της Κρήτης, και διέμειναν εκεί αφανείς όλην την ημέραν. Βασιλεύοντος δε του ηλίου ανήχθησαν, και μίαν ώραν πριν φέξη κατευοδώθησαν εις άγιον Σούζον αντικρύ της Γραμβούσης· ημέρας δε γενομένης, αποβάντες είδαν έμπροσθέν των άνθρωπον και παρέκει σκηνήν. «Τις συ», ηρώτησαν, «και τις η σκηνή;» «εγώ είμαι», απεκρίθη ο άνθρωπος, «Χριστιανός, υπηρέτης του φρουράρχου, και επειδή εφάνησαν χθες πλοιάρια, και το φρούριον δεν έχει φύλακας, εφοβήθη ο φρούραρχος, απεβίβασε την γυναίκα του υπό την σκηνήν εκείνην και διέταξε κ' εμέ να μένω παρ' αυτή εις υπηρεσίαν της». «Και διατί δεν έχει φύλακα το φρούριον;» ηρώτησαν εκ νέου οι αποβάντες· «διότι», απήντησεν ο υπηρέτης, «λήξαντος του μηνός, οι εν τω φρουρίω ανεχώρησαν κατά την συνήθειαν, και οι διάδοχοι των ώρα τη ώρα περιμένονται». Ακούσαντες ταύτα υπήγαν εις την σκηνήν, και σταθέντες έξωθεν εκαλημέρισαν την εν αυτή γυναίκα και αντεκαλημερίσθησαν. «Πού είναι ο μπέης;» την ηρώτησαν. «Αντίπεραν», απήντησεν, «εν Γραμβούση, και μοι παρήγγειλεν, άμα έλθετε» (τους εξέλαβε δε ως τους περιμενομένους φρουρούς) «να σας είπω να πυροβολήσετε δις, και έρχεται και σας παραλαμβάνει». Επυροβόλησαν δις, και ο φρούραρχος εμβάς εις το πλοιάριόν του και πηδαλιουχών ήρχετο να τους παραλάβη. Πλησιάσας δε και παρατηρήσας ουδένα εγνώρισε των ελθόντων και ήρχισε να υποπτεύη και να τους ερωτά ποιοι ήσαν. «Δεν μας γνωρίζεις;» απεκρίθησαν οι ερωτηθέντες· «ηξεύρεις ότι ο πασάς στέλλει νέους φρουρούς κατά μήνα, τι ερωτάς;» ο φρούραρχος ήλθε πλησιέστερον, και πάλιν διστάζων είπε, «μήπως είσθε Ρωμαίοι;» «Ω της βλασφημίας! εφώναξάν τινες αυτών τουρκιστί και ωργισμένοι, «μας έκαμες και Ρωμαίους· φέρε το πλοιάριον σιμά»· οι Κρήτες ούτοι ήσαν ενδεδυμένοι και εξωπλισμένοι ως Τούρκοι, και εκαλούντο ο μεν Αλής, ο δε Χασάνης εις επήκοον του φρουράρχου. Ο φρούραρχος ελθών πλησιέστερον είπε, «δεν σας γνωρίζω και δεν σας πιστεύω· προσευχηθήτε ως Τούρκοι και τότε σας πιστεύω». Τότε είς εξ αυτών, ο Ανδρούλης Παχύς, ειδήμων οπωσούν της τουρκικής γλώσσης και ετοιμόλογος, ήρχισε να τουρκολογή θυμού πλήρης ως ολιγωρουμένης της μωαμεθανής πίστεώς του. Απατηθείς ο φρούραρχος απεφάσισε να τους παραλάβη· εν ώ δε έμβαιναν εις το πλοιάριον, είς εξ αυτών παρεπάτησε, και το πλοιάριον έκλινε· «Καϋμένε Γιάννη σα βόδι επάτησες»· τω είπε τότε άλλος εξ απροσεξίας. Ακούσας είς των εν τω πλοιαρίω κωπηλατούντων δύο Τούρκων τον νομιζόμενον Χασάνην καλούμενον Γιάννην, έδραξε την πιστόλαν του. Αλλά προλαβών ο Γιάννης Ρούκουνας τον εμαχαίρωσεν. Ετρόμαξεν ο δειλός φρούραρχος ιδών το γεγονός. «Κάθου ήσυχος μπέη», τω είπαν οι Χριστιανοί, «κυβέρνα και μη φοβήσαι»· αφ' ού δε έφθασε το πλοιάριον εις το νησίον της Γραμβούσης, κατέβησαν οι απομείναντες εν τω φρουρίω έξ Τούρκοι εις το παράλιον προς αποδοχήν των συναδέλφων· αλλ' αποβάντες ούτοι τους συνέλαβαν αίφνης όλους. Εφώναξε τότε ο φρούραρχος· «Χριστιανοί, μη μας θανατόνετε και σας παραδίδομεν τα κλειδία». Οι Χριστιανοί αφώπλισαν τους Τούρκους, παρέδωκεν ο φρούραρχος τα κλειδία του φρουρίου, και εν τη μουσουλμανική του απαθεία και αφοσιώσει εις την ειμαρμένην «χαρήτε το», είπεν αταράχως, αποτεινόμενος προς τους Χριστιανούς, «τούτο είναι το θέλημα του θεού». Οι Έλληνες παρέλαβαν το φρούριον και ουδένα των φρουρών εθανάτωσαν. Έφθασαν εν τούτοις αυθημερόν καί τινα πλοιάρια της εκστρατείας και την επαύριον τα λοιπά. Το δράμα τούτο διεδραματίσθη την 2 αυγούστου. Την αυτήν ημέραν εκυρίευσαν οι Έλληνες και το όλως παρημελημένον και ανεφοδίαστον των αναγκαίων φρούριον της Κισάμου, δραπετευσάντων των φυλασσόντων αυτό· έκτοτε ανέζησεν επί της Κρήτης ο αγών. Μαθών δε ο πρώην Μουσταφάμπεης και νυν Μουσταφάπασας τα γενόμενα, και φοβηθείς μη αποστατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά, εξεστράτευσε, συνήψε μάχην κατά το Καλυβάκι, και ανέκτησε το φρούριον της Κισάμου καταλειφθέν υπό των προ μικρού καταλαβόντων αυτό· επιστάντος δε του χειμώνος, επανήλθεν εις Χανιά.
Ιούλιος Καθ' ον δε καιρόν συνέβαιναν ταύτα εν Κρήτη, επεχείρησαν οι θαλασσινοί μέγα και τολμηρόν επιχείρημα· την πυρπόλησιν εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας στόλου του Μεχμέτ-Αλή. Την 23 ιουλίου απέπλευσαν εξ Ύδρας δύο πολεμικά, το μεν υπό τον Μανώλην Τομπάζην, το δε υπό τον Αντώνην Κριεζήν, και τρία πυρπολικά υπό τον Κανάρην, τον Αντώνην Θ. Βώκου και τον Μανώλην Μπούτην· την δε 29 περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν έφθασαν έξω του λιμένος της Αλεξανδρείας· και τα μεν πυρπολικά εισέπλευσαν υπό ουδετέραν σημαίαν προπλέοντος του υπό τον Κανάρην ως ταχυπλοωτέρου, επί παραγγελία να προσέξωσι μη βλάψωσι πλοίον υπό ουδετέραν σημαίαν, τα δε πολεμικά περιέπλεαν έξωθεν, ίνα προλάβωσιν εν καιρώ τους ναύτας των πυρπολικών. Ο Κανάρης εκράτησεν επί του πλοίου του τον από της ξηράς ελθόντα ως ποδότην, και ιστιοδρόμει υπό καλόν άνεμον προς το παλάτιον του σατράπου, όπου ελλιμένιζαν τέσσαρες φρεγάται και η ναυαρχίς· αλλ' αφ' ού επλησίασεν, ήρχισε να πνέη εναντίος άνεμος. Ο Κανάρης ηναγκάσθη τότε να στρέψη το πυρπολικόν του προς άλλον σωρόν πλοίων, το άναψε την 6 1/2 ώραν και απεμακρύνθη μετά των συν αυτώ ναυτών επί του εφολκίου του· αλλά το πυρπολικόν, αφεθέν εις την διάκρισιν του ανέμου, εκάη εις μάτην· τα δύο δε άλλα δεν εκάησαν, αλλ' υψώσαντα την ελληνικήν σημαίαν εξέπλευσαν· εξέπλευσαν και οι περί τον Κανάρην επί του εφολκίου των κανονοβολούμενοι και άλλοθεν και παρά τινος πολεμικού γαλλικού βρικίου (γ) ευρεθέντος εν τω λιμένι και διεσώθησαν επί των δύο πολεμικών ελληνικών πλοίων. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Μεχμέτ-Αλής ιδών το γεγονός και απέστειλεν εν τω άμα φρεγάτας τινάς εις καταδίωξιν των Ελλήνων. Οι Έλληνες, πλέοντες προς την Ύδραν, απήντησαν την επαύριον 5 εχθρικά πολεμικά συνοδεύοντα εξ Αταλείας εις Αλεξάνδρειαν 45 φορτηγά, έκαυσαν κανονοβολούντες έν των πολεμικών 16 κανονίων, διότι άναψεν η πυριτοθήκη του, και συνέλαβαν επί των κυμάτων φερομένους 45 ναύτας, και 36 στρατιώτας. Εξεμάνη ο Μεχμέτ-Αλής ως υβρισθείς και εκ δευτέρου, και εκπλεύσας αυτός επί μιας κορβέττας προς τιμωρίαν των υβριστών του ηύρε περιφερομένας έξωθεν της Αλεξανδρείας τας φρεγάτας του, αλλά δεν συνήντησε τους Έλληνας και επανήλθεν εις την καθέδραν του την μεθαύριον. Εν τούτοις πλέοντα τα ελληνικά προς την Ύδραν απήντησαν έξωθεν της Αταλείας εχθρικήν λεύκαν φέρουσαν ξύλα και έχουσαν 190 ναύτας και στρατιώτας· γενναίως αντέστησαν οι άνδρες ούτοι φονεύσαντες δύο και πληγώσαντες εννέα Έλληνας· επλήγωσαν ελαφρώς και τον Κριεζήν· αλλ' επί τέλους κατεβίβασαν την σημαίαν. Κυριεύσαντες οι Έλληνες την λεύκαν απεβίβασαν σώους εις Κακαβά όχι μόνον τους εν αυτή, αλλά και τους διασωθέντας από του καέντος πλοίου και τον συλληφθέντα ποδότην και την 13 αυγούστου κατευωδώθησαν εις Ύδραν. Εξ όσων δε διηγήθημεν αποδεικνύεται ότι, αν απέτυχε το μέγα τούτο τόλμημα των Ελλήνων, ούτε δι' αδεξιότητα ούτε δι' ατολμίαν απέτυχεν·
1825