Μετάβαση στο περιεχόμενο
grecolingua.gr
Σπυρίδων Τρικούπης · ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'
Πεζό · 1856

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'

Σπυρίδων Τρικούπης · Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως — Τόμος Γ΄

Τα δύο νομοτελεστικά. — Εμφύλιος πόλεμος. — Διαγωγή του Βύρωνος εν Μεσολογγίω και αποβίωσις αυτού. — Καταδίκη του Καραϊσκάκη ως επιβούλου. — Τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα. — Παράδοσις Ναυπλίου και είσοδος της νέας κυβερνήσεως.

Η εγκαθίδρυσις του νέου νομοτελεστικού, συνυπάρχοντος και του καθαιρεθέντος, ήτο προαγγελία εμφυλίου πολέμου. Η νομιμότης ήτον αναμφιβόλως παρά τω βουλευτικώ· αλλ' η μέλλουσα να κατισχύση και αυτού του νόμου δύναμις εφαίνετο αμφιρρεπής. Η στερεά Ελλάς αδιαφόρει όλη· αι ναυτικαί νήσοι υπεστήριζαν την νέαν κυβέρνησιν· η δε Πελοπόννησος, το πεδίον του εμφυλίου πολέμου, ούσα διηρημένη, εφαίνετο μάλλον υπό την επιρροήν του κολοκοτρωνικού κόμματος, και τα φρούρια αυτής ήσαν υποχείρια των οπαδών του αποκηρυχθέντος νομοτελεστικού.

Απόπειραι συμβιβασμού των δύο κομμάτων έγειναν και πριν συμβή και αφ' ού συνέβη το σχίσμα, αλλά δεν εκαρποφόρησαν. Ήλθεν εις το μέσον και ο Υψηλάντης, ο πάντοτε αποστρεφόμενος τας εμφυλίους συγκρούσεις, και μετέβη από Τριπολιτσάς, όπου εκάθητο πρό τινος καιρού μακράν των αραγμάτων, εις Κρανίδι επ' ελπίδι να συμβιβάση τα δύο κόμματα έτοιμα εις πόλεμον, αλλά και ούτος απέτυχεν.

Οι πρώτιστοι δε υπερασπισταί της νέας κυβερνήσεως εκ των Πελοποννησίων ήσαν ο Ζαήμης, ο Λόντος, ο Νοταράς, ο Γιατράκος, ο Μούρτσινος και ο Τσανετάκης. Ο Ζαήμης, η κεφαλή του κόμματος τούτου της Πελοποννήσου, παρητήθη του νομοτελεστικού, συστηθείσης της νέας κυβερνήσεως, αν και ομόφρων αυτής, επί λόγω ότι ωφέλει μάλλον εκτός ή εντός· τον αντικατέστησε δε ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης. Συγχρόνως διωρίσθη αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού το μέλος αυτού ο Παναγιώτης Μπότασης.

Η δε αποκηρυχθείσα κυβέρνησις έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά, και εκείθεν εξέδιδε τας διαταγάς της· την παρηκολούθησαν και οι υπουργοί της· αλλ' ο γνωστότερος, ο ικανώτερος και ο παλιμβουλότερος αυτών, ο Δικαίος, ο επί των εσωτερικών, απεμακρύνθη μετ' ολίγας ημέρας διά νυκτός και ηνώθη μετά των εν Κρανιδίω. Η αυτομόλησις αυτή έβλαψε μεγάλως την εν Τριπολιτσά κυβέρνησιν. Ουδ' οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς ήσαν όλοι πιστοί εις αυτήν, τινές δε και ενόπλως την επεβουλεύθησαν.

Εσυστήθη εν τη πόλει ταύτη μυστική εταιρία εις αμοιβαίαν δήθεν υπεράσπισιν από των στρατιωτικών κακώσεων, αλλά κυρίως κατά της εν αύτη εδρευούσης κυβερνήσεως· ωνομάζετο δε Α δ ε λ φ ό τ η ς. Τετρακόσιοι ήσαν οι συγκροτούντες αυτήν αρχομένου του Φεβρουαρίου, ότε ο αρχηγός αυτών Μποταΐτης απεφάσισε να τους κινήση υπό το ακόλουθον σύνθημα. Δύο πιστοί του, περιφερόμενοι τα εργαστήρια, και βαστώντες κάνιστρον εν ώ ήτον η εικών του αγίου Δημητρίου, έλεγαν· «βοήθειά σου ο άγιος Δημήτριος». Ο λόγος ούτος εδήλου παρά τοις εταίροις, «κλείσε το εργαστήριόν σου και οπλίσου». Τοιουτοτρόπως οι εταίροι ειδοποιηθέντες ωπλίσθησαν και έτρεξαν να καταλάβωσι το μεγάλον κανονοστάσιον και τας παρακειμένας οικίας. Καθ' οδόν απήντησαν την φρουράν, την προσέβαλαν, την διεσκόρπισαν, εκυρίευσαν το κανονοστάσιον και διενυκτέρευσαν ήσυχοι εν ταις παρακειμέναις οικίαις μη φροντίζοντες να καταλάβωσι και τας πύλας της πόλεως. Εν ώ δε ούτοι ερραθύμουν, οι άλλοι έφεραν, μόλις έφεξεν, εις την πόλιν πλήθος χωρικών Τριπολιτσιωτών και Καρυτινών. Τούτους ιδόντες οι υπό τον Μποταΐτην, ων οι πλείστοι ήσαν τεχνίται και απειροπόλεμοι, εφοβήθησαν, 150 διά μιας εδραπέτευσαν, οι δε λοιποί ρίψαντες τα όπλα επανήλθαν ανενόχλητοι εις τας συνήθεις εργασίας των.

Εν ώ δε ταύτα συνέβαιναν, οι εν Κρανιδίω, ετοιμασθέντες ν' αφήσωσι την εσχατιάν εκείνην της Πελοποννήσου και επανέλθωσιν εις Αργολίδα, εκήρυξαν έδραν της νέας κυβερνήσεως το Ναύπλιον, και εμβάντες εις δύο υπό τον Μιαούλην πλοία κατέπλευσαν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους την 6 μαρτίου, διεσκόρπισαν κανονοβολούντες τους εκεί, και την επαύριον διέταξαν τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον, υιόν του Κολοκοτρώνη, να ετοιμάση τα αναγκαία καταλύματά των. Ηπείθησεν ο φρούραρχος, ως ουδείς αμφέβαλε, και η κυβέρνησις τον απεκήρυξεν ως αποστάτην και ως εχθρόν του έθνους· διέταξε δε και την κατά ξηράν και θάλασσαν πολιορκίαν του Ναυπλίου. Συγχρόνως εκίνησε δυνάμεις και κατ' άλλων μερών, Και κυρίως της Τριπολιτσάς και της Ακροκορίνθου.

Εφρούρει την Ακροκόρινθον ταις ημέραις εκείναις ο Χελιώτης, ομόφρων του Κολοκοτρώνη. Ούτος, μη θέλων ν' απιστήση προς τους ομόφρονάς του, και μη δυνάμενος ν' αντισταθή προς τους εναντίους του, έφυγε κρυφίως μετά τινων πιστών του, διότι οι εν τη ακροπόλει απήτουν καθυστερούντας μισθούς και ηπείλουν να παραδώσωσι και αυτόν και το φρούριον εις χείρας των εναντίων, οι δε εναπομείναντες το παρέδωκαν την 21 Μαρτίου.

Ήσαν εν Τριπολιτσά καθ' ης εκίνησε δυνάμεις η νέα κυβέρνησις όχι μόνον τα μέλη της αποκηρυχθείσης κυβερνήσεως, αλλά και ο Κολοκοτρώνης, ο Γενναίος, ο Γρίβας, ο Νικήτας και ο Κανέλλος Δηληγιάννης· όλη δε η δύναμις αυτών ήσαν χίλιοι. Ούτοι κατείχαν θέσεις εντός της πόλεως. Μόνοι οι περί τον Γρίβαν και μία εκατοστύς άλλων στρατιωτών κατείχαν οικίας τινάς έξωθεν του τείχους προς την πύλην του Ναυπλίου. Η δε επελθούσα δύναμις συνηριθμείτο εις τρισχιλίους υπό τον Λόντον, τον Γιατράκον, τον Νοταράν και τον Κεφάλαν. Η δύναμις αύτη κατέλαβε διαφόρους θέσεις εκτός της πόλεως και την επολιόρκει. Απρίλιος Την δε νύκτα της 1 απριλίου ήλθαν τινες πλησιέστερον και κατέλαβαν τα προάστεια Μπασάκου και Σέχου, και την επαύριον ήρχισεν ο τουφεκισμός αυτών και των περί τον Γρίβαν. Επλησίασαν μετ' ολίγον και τα άλλα στρατεύματα, εξήλθαν της πόλεως και ο Γενναίος και ο Νικήτας διά της πύλης του Λεονταρίου, και άναψεν ο τουφεκισμός· συνέπεσε να φθάσωσιν εκείνην την ώραν και χίλιοι Αρκάδιοι και Καρυτινοί βοηθοί των εν Τριπολιτσά υπό τον Παπατσώνην, τον Πέτροβαν και τον Πλαπούταν. Δικαίως εφοβούντο πολλοί, ότι επί της μάχης εκείνης θα έπιπτε μία εκατοστύς πολεμιστών· αλλ' η πολύκροτος εκείνη ημέρα είδε μόνον ένα πεσόντα, μηδεμίαν διάθεσιν εχόντων των πολεμούντων να χύσωσιν αδελφικόν αίμα. Δις εξήλθαν οι εντός και συνεκρούσθησαν μετά των εκτός· αλλά και αι έξοδοι αυτών και αι συγκρούσεις επί ματαίω. Επί τέλους ήλθαν εις λόγους, και εις απαλλαγήν του εν τη πόλει πάσχοντος αθώου λαού εσυμβιβάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν οι εν τη πόλει, οι κοινώς λεγόμενοι α ν τ ά ρ τ α ι, και ανεχώρησαν την 5 ανενόχλητοι. Αλλά κατά δυστυχίαν ανεχώρησαν επί σκοπώ να ταράξωσιν εκ νέου την επικράτειαν δι' άλλου αναρχικού πολέμου, διότι Αρχήν δεν συνίστων πλέον τα μέλη του καθαιρεθέντος νομοτελεστικού, αφ' ού εξελθόντα της Τριπολιτσάς διεσκορπίσθησαν επί στρατολογία.

Μετ' ολίγας δε ημέρας, ό εστιν αφ' ού εστρατολόγησαν, οι μεν επανήλθαν υπό τον Κολοκοτρώνην έξωθεν της Τριπολιτσάς εις αποκλεισμόν των χθες αποκλεισάντων αυτούς, οι δε υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον εστράτευσαν εις βοήθειαν του διά σπάνιν τροφών και διά την καθ' ημέραν λειποταξίαν των εν αυτώ στρατιωτών κινδυνεύοντος Ναυπλίου. Ούτοι φθάσαντες εις Κανδύλαν μετά 300 ηύραν 120 στρατιώτας του Ιωάννου Νοταρά και τους συνέλαβαν όλους αίφνης επιπεσόντες. Προχωρήσαντες δε εις Μπουγιάτι δύο ώρας μακράν της Κανδύλας ηύραν τον Νικήταν φυλάττοντα την θέσιν εκείνην, παρέλαβαν και αυτόν, και το εσπέρας της αυτής ημέρας, 8 μαΐου, έφθασαν εις Κουτσοπόδι· την δε επαύριον εκίνησαν οι πλείστοι προς το Ναύπλιον. Έξωθεν του Ναυπλίου εστρατοπέδευε κατά διαταγήν του νέου νομοτελεστικού ο Χατσή-Χρήστος, ο προ μικρού εγκαταλείψας τους αντάρτας μετά του εκ Βουλγάρων ιππικού του. Ούτος, βλέπων τους περί τον Πλαπούταν οδεύοντας προς το Ναύπλιον, έτρεξεν εις συνάντησίν των. Εξήλθαν τότε και παρηκολούθησαν τούτους και οι εν Ναυπλίω υπό τον Πάνον και Τσόκρην επ' ελπίδι να διαλύσωσι την πολιορκίαν βάλλοντες τους πολιορκητάς των εις το μέσον· συνεκρούσθησαν κατά την Δελαμανάραν και το Κούτσι αυθημερόν· συνεκρούσθησαν και κατά την Τύρινθα· την επαύριον, καθ' ην διαρκούσης της μάχης ήλθαν εις επικουρίαν προς μεν τους κυβερνητικούς οι περί τον Μακρυγιάννην τον προ ολίγου αυτομολήσαντα και αυτόν, προς δε τους αντάρτας οι περί τον Νικήταν· 20 των ανταρτών και 8 των κυβερνητικών εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά τας δύο ταύτας συγκρούσεις, επληγώθη κατά την τελευταίαν και ο Τσόκρης. Μετά τας συγκρούσεις ταύτας τα στρατεύματα διεχωρίσθησαν. Το δε εσπέρας της 11 εξήλθεν εκ δευτέρου ο Πάνος και εισήγαγεν εις το φρούριον τον αδελφόν του Γενναίον και τους περί αυτόν. Την ακόλουθον δε ημέραν 250 Τσάκωνες του κόμματος των ανταρτών, και ο Βούλγαρος Χατσή -Στεφανής μετ' ολίγων, ερχόμενοι εκ της επαρχίας του αγίου Πέτρου, εξημερώθησαν έξωθεν των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων επί σκοπώ να καταλάβωσιν αυτούς αιφνιδίως αφρουρήτους όντας. Προειδοποιημένοι περί του ερχομού αυτών οι ομόφρονες των Πλαπούτας και Νικήτας, οι μείναντες μετά τας ανωτέρω συγκρούσεις κατά το Κουτσοπόδι, εκινήθησαν και ούτοι συγχρόνως επί σκοπώ να πατήσωσι το Άργος εις σύλληψιν των βουλευτών, αποβάντων εις Κυβέρι επί τω εις τον Αργολικόν κόλπον κατάπλω των πλοίων, και μεταβάντων εις Άργος αφ' ού έμαθαν ότι εκενώθη των ανταρτών η Τριπολιτσά· αλλά το διττόν τούτο κίνημα απέβη εις καταισχύνην των κινηθέντων. Οι Τσάκωνες και οι περί τον Χατσή-Στεφανήν κανονοβολούμενοι υπό των έμπροσθεν των Μύλων πλοίων, απεμακρύνθησαν άπρακτοι του παραθαλασσίου, ανέβησαν εις την κορυφήν του πλησίον όρους και εκλείσθησαν εν τω εκεί σωζομένω ερημοτοίχω. Τούτο μαθόντες οι εν Άργει ευρεθέντες Βούλγαροι καί τινες Κρανιδιώται υπό τον Σκούρτην επεστράτευσαν και τους ηνάγκασαν να καταθέσωσι τα όπλα· και τον μεν Χατσή- Στεφανήν και τους περί αυτόν συμπαρέλαβαν, τους δε Τσάκωνας απέστειλαν εις τα ίδια. Πολλά έπαθαν και οι κινηθέντες προς το Άργος· όλοι ούτοι φύρδην μίγδην στρατολογηθέντες, ήσαν απόλεμοι· επ' αυτούς ερχομένους ώρμησαν οι εν τη πόλει διατρίβοντες Στερεοελλαδίται υπό τον Ιωάννην Νοταράν και τον Μακρυγιάννην, τους έτρεψαν εις φυγήν αυτοβοεί, έτρεξαν κατόπιν των, επήραν τα υποζύγια φέροντα τους επενδύτας των, επήραν και την αλληλογραφίαν του Νικήτα. Και τα μεν ανταρτικά σώματα διελύθησαν μετά την τροπήν ταύτην, τα δε κυβερνητικά ανέβησαν εις Τριπολιτσάν. Συγκρούσεις εγένοντο εν τω διαστήματι τούτω και εν Μεσσηνία των περί τον Πετρόμπεην, ούτινος επατήθη η εν Μαραθωνησίω οικία, και των κυβερνητικών υπό τον Μούρτσινον, αλλ' ολιγοβλαβείς. Προείδεν ο Κολοκοτρώνης ότι τα υπό την οδηγίαν του σώματα θα επάθαιναν ότι έπαθαν και τα άλλα κατά την Αργολίδα, και την 22 διέταξεν εγγράφως τον υιόν του Πάνον να παραδώση εις τον Ζαήμην και τον Λόντον, συναναβάντας πρό τινων ημερών εις Τριπολιτσάν, το Ναύπλιον υπό τον όρον να πληρώση επί τη παραδόσει η κυβέρνησις δια μισθούς των εν τω φρουρίω στρατιωτών γρόσια 25,000, και αυτός μεν ανεχώρησεν εις Καρύταιναν, οι δε Ανδρέαι (ούτως εκαλούντο κοινώς ο Ζαήμης και ο Λόντος) κατέβασαν εις Άργος προς πραγματοποίησιν των συνομολογηθέντων.

Καθ' όν δε καιρόν επεκράτει κατά την Πελοπόννησον ο εμφύλιος πόλεμος, ο Μαυροκορδάτος κατεγίνετο εις τακτοποίησιν των της Δυτικής Ελλάδος.

Ατακτεί ο στρατιώτης οσάκις δεν τρέφεται τακτικώς και δεν μισθοδοτείται. Οι στρατιώται της Δυτικής Ελλάδος οι μεν ετέλουν υπό τους οπλαρχηγούς των διαφόρων επαρχιών εξοικονομούμενοι διά των προσόδων αυτών, οι δε εστράτευαν υπό σημαίαν οπλαρχηγών μη εχόντων επαρχίας· τοιούτοι ήσαν οι Σουλιώται. Ήσαν δε ούτοι και οι πτωχότεροι όλων, διότι και την πατρίδα των έχασαν και ό,τι είχαν εξώδευσαν εν τη Επταννήσω όπου κατέφυγαν. Μετά δε τας μάχας του Καρπενησίου και της Καλιακούδας ήλθαν άπαντες εις Μεσολόγγι, ετρέφοντο παρά του λαού και εζήτουν καθυστερούντας μισθούς. Εντεύθεν εγεννήθησαν δυσαρέσκειαι, αντιπάθειαι, ενίοτε δε και συγκρούσεις αυτών και των πολιτών· κατοικία μάλλον εχθρών ή ομογενών εφαίνετο η πόλις του Μεσολογγίου επί της εκεί αφίξεως του Μαυροκορδάτου. Άνω κάτω ήτο και όλη η Δυτική Ελλάς δι' άλλας άλλων στρατιωτικών καταχρήσεις και διά βαρείας διενέξεις και διαιρέσεις οπλαρχηγών και προκρίτων. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν τον Μαυροκορδάτον να συγκαλέση και τούτους και εκείνους εις Μεσολόγγι και να τοις είπη κατ' αυτήν την έναρξιν της συνελεύσεως (23 δεκεμβρίου) όσα το κοινόν συμφέρον όλης της Ελλάδος και ιδίως της Δυτικής απήτει. Επτάκις συνεδρίασαν οι συγκροτήσαντες την συνέλευσιν, και όλοι ωμολόγησαν ότι η κατ' έτος εισβολή των εχθρών, ο εντεύθεν διασκορπισμός και γύμνωσις των κατοίκων, και το ανοικονόμητον της μισθοδοσίας του στρατιωτικού ήσαν η καθ' αυτό αιτία των αταξιών και των καταχρήσεων· επρόβαλαν δε εκ συμφώνου εις διόρθωσιν αυτών διαφόρους τρόπους, και τους συνυπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Έστειλαν και οι πολιτικοί αναφοράν προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εν τη συνελεύσει ορισθέντων, ων ο κυριώτερος σκοπός ήτον η μίσθωσις τρισχιλίων Σουλιωτών και άλλων εκ των πάντοτε οπλοφορούντων· ταύτα δε εγράφησαν ως και άλλοτε, αλλά δεν ενηργήθησαν. Εν τοσούτω διά τας πολεμικάς ανάγκας του τόπου και κυρίως διά την ησυχίαν του εξ αιτίας των αταξιών κινδυνεύοντας Μεσολογγίου αναγκαίον ήτο να εκστρατεύσωσιν οι εν αυτώ Σουλιώται. Αλλ' ούτοι απήτουν ως όρον απαράβατον της εξόδου εννέα μηνών καθυστερούντα μισθόν, το δε ταμείον της Δυτικής Ελλάδος ήτο πάντη κενόν, και τα όμματα εστράφησαν όλων προς τον Βύρωνα. Ο γενναίος ούτος ανήρ, ο ελθών εις Ελλάδα επί σκοπώ να εξοδεύη, υπέρ του αγώνος όλα τα ετήσια εισοδήματά του, έδωκεν επί λόγω δανείων δίστηλα 20,000 εις πληρωμήν μέρους των περί ων ο λόγος μισθών και εις εξοικονόμησιν άλλων πολεμικών αναγκών· παρέλαβε δε και ως υπομισθίους του 500 Σουλιώτας, ους εμελέτα να οδηγήση εις την μάχην αυτός, μαινόμενος διά πολεμικήν δόξαν· αλλά μετ' ολίγον τους ωργίσθη διά τας πολλάς και βαρείας αταξίας των, τους απέλυσε της υπηρεσίας του, παρέλαβεν άλλους συμμίκτους Έλληνες και προητοιμάζετο εις την εξής εκστρατείαν.

Η φρουρά της Ναυπάκτου συνίστατο κυρίως εξ Αλβανών. Απειθείς ούτοι, φιλοτάραχοι και μη μισθοδοτούμενοι εμελέτησαν πρό τινος καιρού να παραδώσωσι το φρούριον εις τους Έλληνας επί απολαύσει των καθυστερούντων μισθών. Συνενοούντο δε οι αρχηγοί αυτών μετά τινων των εν Μεσολογγίω περί τούτου μυστικώς. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν πλουσιώτεροι εκείνων, και ανεβλήθη η υπόθεσις εις τον ερχομόν του λόρδου αναδεχθέντος και την περί ης ο λόγος αντιμισθίαν να πληρώση και την εκστρατείαν να διευθύνη. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί της έξωθεν μεταφοράς των χρημάτων και των αναγκαίων πολεμικών προετοιμασιών, ο εν Πάτραις Ισούφπασας ανεκάλυψε τα μελετώμενα και τα διεσκέδασε μεταφέρων ευσχήμως εις Ρίον τους ενόχους αρχηγούς των Αλβανών, και στείλας εις το κινδυνεύον φρούριον άλλους πιστούς φύλακας.

Αποτυχόντος του σχεδίου τούτου, συνέλαβαν οι Έλληνες τον σκοπόν να προλάβωσι και ανοίξωσι τον εφετεινόν πόλεμον πέραν της Αιτωλοακαρνανίας εις ανέγερσιν των πλησιοχώρων Χριστιανικών λαών. Όσον ο σκοπός ούτος ήταν επωφελής, τόσον εκ πρώτης όψεως εφαίνετο και ευκατόρθωτος, διότι ούτε εντεύθεν υπήρχεν εχθρός, ούτ' εκείθεν προητοιμάζετο εκστρατεία. Αλλ', εν ώ πάντες συνηγωνίζοντο εις ευόδωσιν του σκοπού, και υπέρ πάντα άλλον ενίσχυεν αυτόν ο λόρδος, επήλθεν αίφνης αυτώ την 3 φεβρουαρίου επιληψία και μικρά τις νόσος. Αναλαβών επέμενεν εργαζόμενος εις τα της εκστρατείας· αλλ' αι αταξίαι των εισέτι εν Μεσολογγίω διατριβόντων Σουλιωτών, εγκοτούντων διά την από της υπηρεσίας αυτού απόλυσίν των και απαιτούντων τους υπολειπομένους μισθούς, ετάρατταν ακαταπαύστως την πόλιν και ανησύχαζαν και τον νουν και την καρδίαν του παθόντος λόρδου (α).

Ηθέλησέ τις των Σουλιωτών να έμβη εις το οπλοστάσιον, όπου ήτο το σιδηρουργείον· και επειδή δεν είχεν εισιτήριον, ο σκοπός τον εμπόδισεν· αλλ' εκείνος επέμενε και ύβριζεν. Ήλθεν εις το μέσον ο αξιωματικός Σάσσος, και, λογομαχίας γενομένης, ο μεν αξιωματικός μη εισακουόμενος εγρόνθισε τον Σουλιώτην, ο δε Σουλιώτης πιστολίσας εσκότωσε τον αξιωματικόν και εκρατήθη ως φονεύς. Κατεταράχθη όλη η πόλις διά το συμβάν τούτο· οι Σουλιώται έδραξαν τα όπλα και απήτουν ν' απολυθή ο συμπατριώτης των, απειλούντες, αν δεν εισηκούοντο, να πατήσωσι και το οικοδόμημα όπου ήτο το σιδηρουργείον, και αυτήν την κατοικίαν του λόρδου προστάτου του καταστήματος. Ωπλίσθησαν και οι εναντίοι των εις υπεράσπισιν του οπλοστασίου και της κατοικίας του λόρδου και έστησαν επί της εισόδου αυτών κανόνια. Επί τέλους απελύθη ο φονεύς και επανήλθεν η ησυχία· αλλ' ο λόρδος τόσον ηγανάκτησεν, ώστε είπε παρρησία ότι, αν δεν ανεχώρουν οι Σουλιώται, ανεχώρει αυτός εις Επτάννησον. Αμετάπειστοι οι Σουλιώται απήτουν πάντοτε τους μισθούς. Έντρομοι τότε οι προεστώτες διά τα επαπειλούντα την πόλιν κακά εδανείσθησαν παρά του λόρδου τρισχίλια δίστηλα, τοις τα έδωκαν και τους απεμάκρυναν. Εξεστράτευσαν μετ' αυτούς και οι λοιποί εν Μεσολογγίω στρατιωτικοί και συνηνώθησαν όλοι εις Ξηρόμερον μέχρι δευτέρας διαταγής· αλλ' η περί ης ο λόγος ρήξις έφερε και άλλο κακόν. Εφοβήθησαν οι υπό τον Πάρην εργαζόμενοι σιδηρουργοί, ανεχώρησαν, και το σιδηρουργείον έμεινεν έκτοτε άχρηστον. Τα κακά ταύτα επεσφράγισε το μέγιστον πάντων. Εν μέσω τόσων φροντίδων και δυσαρεσκειών ο λόρδος είχε μίαν και μόνην διασκέδασιν, την καθ' ημέραν ιππασίαν. Εν ώ ίππευε την 28 μαρτίου, κατεβράχη επελθούσης ραγδαίας βροχής, κατελήφθη μετ' ολίγον υπό σφοδρού πυρετού, έπεσεν εις την κλίνην, δεν ηθέλησε να φλεβοτομηθή εν καιρώ, Απρίλιος και κορυφωθείσης της φλογώσεως εξέπνευσε το εσπέρας της 7 απριλίου, ήτοι της δευτέρας του πάσχα. «Πίνω», είπε τω ιατρώ του επιμένοντι να τον φλεβοτομήση και κατ' αρχάς μη εισακουμένω, «πίνω όλα τα ιατρικά σου, αλλ' ουδέ μίαν ρανίδα αίματος χύνω κείμενος επί κλίνης· πρόθυμος είμαι να το χύσω όλον εν τω πεδίω της μάχης».

Το μέγα όνομα του ανδρός, η εις ενίσχυσιν του αγώνος εν μέσω άκρας απορίας μεγαλοδωρία του, τα κακά, άτινα υπέφερε δι' αγάπην της Ελλάδος, αι λαμπραί ελπίδες ας εφαίνετο εγγύς να πραγματοποιήση, αρκούν να δείξωσι τι έχασαν οι Έλληνες και τι ησθάνθησαν επί τω θανάτω του· έκαστος των Ελλήνων δυστύχημα ίδιον εθεώρησε το δυστύχημα τούτο της πατρίδος του και έκλαυσε κλαυθμόν μέγαν· «πένθους ημέραι», είπεν ο διευθυντής διατάττων τας επιθανατίους τιμάς του, «πένθους ημέραι έγειναν δι' όλους ημάς αι παρούσαι χαρμόσυνοι ημέραι του πάσχα», και είπε την αλήθειαν· όλοι ελησμόνησαν το πάσχα έχοντες έμπροσθεν των τον θάνατον τοιούτου ανδρός.

Την επαύριον δε του θανάτου, ανατείλαντος του ηλίου, 37 κανονίαι, ισάριθμοι των ετών του αποθανόντος, ανήγγειλαν το μέγα δυστύχημα. Συγχρόνως εδόθη διαταγή να κλείσωσι τρεις ημέρας όλα της δημοσίας υπηρεσίας τα καταστήματα και όλα τα εργαστήρια, να λείψωσιν αι διά μουσικής, χορών και πότων συνήθεις κατά τας τοιαύτας ημέρας ευθυμίαι, να γίνωσι καθ' όλας τας εκκλησίας της πόλεως επικήδειοι δεήσεις και να πενθηφορήσωσιν όλοι τρεις εβδομάδας. Αφ' ού δε εταριχεύθη το σώμα, έγεινεν η εκφορά την 10, καθ' ην όλος ο κλήρος της πόλεως και των χωρίων, ηγουμένου του αρχιεπισκόπου Πορφυρίου, όλαι αι Αρχαί, όλα τα στρατεύματα και όλος ο λαός συνώδευσαν διά μέσου της πόλεως το λείψανον βασταζόμενον υπό Ελλήνων στρατηγών και των οικείων του λόρδου, και το έφεραν εις την επί του τείχους της πόλεως εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, όπου εψάλη η συνήθης νεκρώσιμος ακολουθία, εξεφωνήθη επικήδειος λόγος και εδόθη ο τελευταίος ασπασμός. Επρόκειτο να ταφή όπου ετάφησαν ο Μάρκος, ο Κυριακούλης και ο Νορμάννος· αλλ' αφ' ού εγνώσθη ότι θέλησίς του ήτο να μετακομισθή το λείψανόν του εις την πατρίδα του και ταφή εν τω κοιμητηρίω των προγόνων του, διετηρήθη ο νεκρός εν τω ναώ ημέρας τινάς, καθ' ας ήρχοντο έξωθεν οι χωρικοί και τον ησπάζοντο· μετά δε ταύτα μετεκομίσθη εις Ζάκυνθον και εκείθεν εις Αγγλίαν. Αι δε αποδοθείσαι όπου απέθανεν επικήδειοι τιμαί επανελήφθησαν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως και την θέλησιν του κοινού καθ' όλην την Ελλάδα. Είχαν υπ' όψιν οι λαοί της τον διάπυρον του ανδρός φιλελληνισμόν και την εντεύθεν πραγματικήν και ηθικήν προς την πατρίδα των ωφέλειαν, και δεν ήξευραν πώς να δείξωσι την ευγνωμοσύνην των. Ο λόρδος, αφ' ης στιγμής επάτησε την γην της Κεφαλληνίας, δεν έπαυσεν ευεργετών τους Έλληνας· πεινώντας Πατρείς και εις την νήσον εκείνην καταφυγόντας επί της καταστροφής της πατρίδος των εχόρτασε, γυμνούς ενέδυσε, και τους εκεί αργούντας Σουλιώτας μισθώσας απέστειλεν έκτοτε εις αντίληψιν του Μεσολογγίου επί τη εισβολή του πασά της Σκόδρας. Φιλάνθρωπος δε προς πάντας επροστάτευσεν, επεριποιήθη και απέστειλεν εις Πρέβεζαν και Πάτρας τας εν Μεσολογγίω υπ' αιχμαλωσίαν γυναίκας και τα τέκνα των Οθωμανών, κινήσας διά της πράξεως ταύτης τον θαυμασμόν και αυτών ους ήλθε να πολεμήση. Η δε πόλις του Μεσολογγίου, ήτις εις ένδειξιν της ευγνωμοσύνης της διά τας προς αυτήν αγαθοεργίας του τον είχεν ήδη πολιτογραφήσει, εκράτησεν επί της εις Αγγλίαν μετακομιδής του λειψάνου του τα σπλάγχνα του και τα απέθεσεν εν τη εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος. Ενθουσιώδης ήτον ο Βύρων ως ποιητής, αλλ' ο ενθουσιασμός του ήτο βαθύς ως η ποίησίς του· βαθεία και συνετή ήτο και η εν Ελλάδι πολιτική του· δεν αεροβάτει ως πολλοί φιλέλληνες· δεν ωνειροπόλει δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά συστήματα· παράκαιρον εθεώρει και αυτήν την εφημεριδογραφίαν· ουσιωδέστατον δε πάντων την απολύτρωσιν της Ελλάδος· διά τούτο ομόνοιαν εκήρυττε προς αλλήλους και σέβας προς τας ξένας αυλάς. Η τακτοποίησις των στρατευμάτων και η εύρεσις πόρων εις διατήρησίν των ήσαν η πρωτίστη φροντίς του· φιλόδοξος ήτον, αλλ' όχι κενόδοξος· απεποιήθη την γενικήν πολεμικήν αρχήν της στερεάς Ελλάδος, ην και η κυβέρνησις και οι κάτοικοι τω επρόσφεραν· απεστρέφετο γενικώς τα πολιτικά, και απέφευγε τας βουλευτικάς συζητήσεις και αυτής της πατρίδος του· αι Μούσαι, ο Έρως, και ο Άρης ήσαν πάντοτε τα είδωλά του· εντρύφημα δε πολλάκις της ποιητικής του μούσης η Ελλάς (β).

Ζώντος έτι του Βύρωνος, η τοπική διοίκησις της Δυτικής Ελλάδος συνέλαβε κατά του Καραϊσκάκη σφοδράς υπονοίας επιβουλής.

Παρευρίσκετο εν τη συνελεύσει του Μεσολογγίου ο οπλαρχηγός ούτος, όστις μετά την διάλυσιν αυτής μετέβη εις Ανατολικόν ασθενών, και διέμεινεν εκεί χάριν θεραπείας και αφ' ού εξεστράτευσαν οι άλλοι οπλαρχηγοί· εφαίνετο δε δυσηρεστημένος, διότι και ο προσδιορισθείς αριθμός των υπομισθίων στρατιωτών του ήτον ολίγος, και συχνάκις επεπλήττετο διά τας καθημερινάς αταξίας των υπ' αυτόν. Την 19 μαρτίου δύο μονοξυλιάραι Μεσολογγίται, αφ' ού ελογομάχησαν μετά του ανεψιού του επανερχομένου εκ Μεσολογγίου εις Ανατολικόν, τον ερράπισαν και έγειναν άφαντοι. Την επαύριον έστειλεν ο Καραϊσκάκης στρατιώτας εις Μεσολόγγι προς εύρεσιν και σύλληψιν αυτών· μη ευρόντες δε αυτούς οι στρατιώται ήρπασαν δύο των προκρίτων και τους έφεραν εις Ανατολικόν. Έστειλε συγχρόνως ο Καραϊσκάκης και άλλους των στρατιωτών του και κατέλαβαν απροσδοκήτως την νύκτα το Βασιλάδι, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία προ ολίγων ημερών εκπλεύσαντα των Πατρών. Συγχρόνως εξήλθαν της Ναυπάκτου και τριακόσιοι Τούρκοι και επροχώρησαν, εις την κακήν Σκάλαν· ήξευρε δε η αστυνομία ότι ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης είχεν υπάγει εις Ιωάννινα, συναινέσει του Καραϊσκάκη, προς τον Βρυώνην και επέστρεψε προ ολίγων ημερών. Ταύτα έδωκαν σφοδράς υπονοίας επιβουλής, και εις αποτροπήν παντός απευκταίου διέταξεν η διοίκησις και κατελήφθησαν αμέσως τα κανονοστάσια της πόλεως ως εν ώρα πολέμου, εδυναμώθη η φρουρά της, εκρατήθησαν οι εν Μεσολογγίω άνθρωποι του υπόπτου οπλαρχηγού, εστάλησαν ένοπλα πλοιάρια εις πολιορκίαν του Βασιλαδίου, το εν Ξηρομέρω στράτευμα ανεκλήθη, και διετάχθη ο Καραϊσκάκης ν' απολύση τους συλληφθέντας προκρίτους· τους απέλυσε και ανεκάλεσε και τους καταλαβόντας εν ονόματι του το Βασιλάδι· απελύθησαν και οι εν Μεσολογγίω κρατηθέντες άνθρωποί του. Τούτων δε γενομένων, συνελήφθη ο Βουλπιώτης, μετέβησαν ο Μαυροκορδάτος και οι εν Μεσολογγίω οπλαρχηγοί εις Ανατολικόν, και μετά δύο ημέρας εισήλθεν εις την αυτήν πόλιν όλον το κατά το Ξηρόμερον στράτευμα εκ 1500. Ο δε Καραϊσκάκης ετέθη υπό το κράτος του νόμου, και διωρίσθη επιτροπή, τόπον επέχουσα στρατοδικείου, εις δίκασιν αυτού κατηγορουμένου επί προδοσία. Η επιτροπή αύτη εξετάσασα εξέδωκε την 2 απριλίου πράξιν καταδικάζουσαν τον Καραϊσκάκην ως επίβουλον της πατρίδος και προδότην (γ). Μετά την έκδοσιν δε της πράξεως οι μεν Τσαβέλλαι, οι μόνοι των οπλαρχηγών οι υπερασπίζοντες τον κατηγορούμενον, τον εγκατέλιπαν· ούτος δε ανεχώρησεν εξ Ανατολικού ασθενών, εισέβαλεν εις το Ασπροπόταμον και ελεηλάτησέ τινα χωρία. Εκείθεν έστειλέ τινα προς τους Τούρκους ζητών καπητανάτον, αλλ' απέτυχεν εκληφθείς μυστικός εχθρός αυτών· αποδιωχθείς δε υπό των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους κατά διαταγήν της τουρκικής Αρχής μετέβη εις Άγραφα· αποδιωχθείς και εκείθεν κατέφυγεν εις Καρπενήσι και εκλείσθη εν τη εκκλησία του αγίου Αθανασίου, δύο ώρας μακράν της πρωτευούσης της επαρχίας, αλλά και εκεί απεκλείσθη· απαλλαγείς δε κακείθεν, και πάντοθεν πολεμούμενος, έγραψε τω Μαυροκορδάτω απολογούμενος δι' όσα έπραξε και αιτούμενος συγγνώμην. «Δεν εξεύρω», έγραφεν, «αν ήναι από τα κρύα τα πολλά όπου αρρώστησα πάλιν, ή από τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε· και σε παρακαλώ να με συγχωρήση η διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί, και να μου σταλή και μία συγχωρητική ευχή από τον αρχιερέα». Αλλ' η αίτησίς του δεν εισηκούσθη· αποπεμφθείς δε και εκ της επαρχίας εκείνης επρόστρεξεν εις τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Ίσκον, και επί τέλους και προς αυτήν την κυβέρνησιν, ήτις έχουσα χρείαν της υπηρεσίας του διά τας τότε εμφυλίους ταραχάς, τον εσυγχώρησε και τον επεριποιήθη. Αφ' ού δε απεμακρύνθη του Ανατολικού ο Καραϊσκάκης, εξήλθαν και τα εις αυτό εξ αιτίας του εισελθόντα τάγματα των Δυτικοελλαδιτών· ανεχώρησαν μετά ταύτα και τα των Σουλιωτών, πληρωθέντων των καθυστερούντων μισθών, τα μεν εις Γαστούνην τα δε εις Σάλωνα.

Καθ' όν δε καιρόν τα κατά τον Καραϊσκάκην απησχόλουν την Δυτικήν Ελλάδα, η Ανατολική ήτο και αύτη όλη εις πολιτικήν κίνησιν. Ο Νέγρης, αφ' ού έπεσεν επί του σχηματισμού της κυβερνήσεως της β' περιόδου, και δεν ανηγέρθη επί των εν Σιλήμνη συμβάντων, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου, επρόσπεσεν εις τον μέχρι θανάτου αποστρεφόμενον αυτόν Οδυσσέα, έλαβε την άφεσίν του και προσηλώθη ως ιδιαίτερος σύμβουλός του μεθ' όλου του ζήλου ανδρός μετανοούντος. Θέλων δε ν' ανορθωθή και αυξήση και την δύναμιν και την επιρροήν του προστάτου του, τω επρότεινεν, επί της διαιρέσεως της Πελοποννήσου και του νομοτελεστικού και βουλευτικού, να εργασθώσιν εις ένωσιν όλης της στερεάς Ελλάδος διά συγκαλέσεως πληρεξουσίων αυτής, να ενισχυθώσι διά του τρόπου τούτου, και επί λόγω πάντοτε συνδιαλλαγής και εθνικών συμφερόντων να κατορθώσωσι τους σκοπούς των, γενόμενοι αναγκαίοι προς το έν ή το άλλο των αντιφερομένων κομμάτων. Προθύμως ησπάσθη ο Οδυσσεύς την γνώμην του Νέγρη και ησχολήθη εις πραγματοποίησίν της. Και οι δύο ούτοι εμίσουν τους πολιτικούς της Πελοποννήσου, ους απεκάλουν ολιγαρχικούς, και ηγάπων τους αντιπάλους των· αλλά δεν ήθελαν να δείξωσι τι επρέσβευαν πριν γνωσθή το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Εν ώ δε ταύτα εμελέτων, συνέπεσεν η εις Ελλάδα άφιξις του Βύρωνος και του Στάνωπος. Έβαλαν τότε κατά νουν να εφελκύσωσιν αμφοτέρους. Κατ' εκείνον τον καιρόν περιώδευε την Ελλάδα κατά παραγγελίαν του λόρδου, ως είρηται, ο Τρελώνης. Αθλητού σώμα και καρδίαν είχεν ο Άγγλος ούτος και έχαιρεν ενδυόμενος και διαιτώμενος ως τα παλληκάρια της Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς, όστις είχε τον σκοπόν του, τον έθελξε και τον ενθουσίασε διά του βίου και του τρόπου του. Μετά τινα δε καιρόν εδέχθη ο Οδυσσεύς και τον Στάνωπα εν Αθήναις. Ο ανήρ ούτος ηγάπα, ως είπαμεν, την ευταξίαν, την τακτοποίησιν της υπηρεσίας, την σύστασιν εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων, την στερέωσιν εν Ελλάδι δημοκρατικών θεσμών, και την ύπαρξιν πανελευθέρου εφημεριδογραφίας. Ο οξυδερκής και πολυμήχανος Οδυσσεύς, ιδών τας κλίσεις αυτού, τον εφείλκυσεν υποκρινόμενος τον φιλόμουσον, τον υπερασπιστήν των δικαίων του λαού, τον φίλον της ελευθεροτυπίας, τον άσπονδον εχθρόν των μοναρχιών, τον φιλεύτακτον και τον αφιλοκερδή· ο δε Στάνωπ, αγνοών και τον χαρακτήρα και τους αληθείς σκοπούς του ανδρός, και έτοιμος να συντείνη εις ό,τι εθεωρείτο εθνοφελές, έπεισε τον Βύρωνα να παρευρεθή εις την συνέλευσιν, όπου εκλήθησαν και ο Μαυροκορδάτος και οι Δυτικοελλαδίται· αλλ' ο Μαυροκορδάτος, ειδώς τα του Οδυσσέως και του Νέγρη, προς ους δεινώς αντεφέρετο, και υφ' ων την επιρροήν συνεκροτείτο η συνέλευσις, ανέβαλε την προκειμένην μετάβασιν επί διαφόροις λόγοις. Απρίλιος Εν τοσούτω την 8 απριλίου εγένετο η έναρξις της συνελεύσεως, την δε επιούσαν απεστάλησαν τρεις εις Μεσολόγγι, εν οίς και ο Τρελώνης, φέροντες γράμματα προς τον Βύρωνα και τον Μαυροκορδάτον εις επιτάχυνσιν της μεταβάσεώς των· αλλ' ο μεν Βύρων έκειτο νεκρός, ο δε Μαυροκορδάτος απεποιήθη να μετατοπίση ως προσηλωμένος εις διόρθωσιν ων επέφεραν αίφνης κακών ο θάνατος του λόρδου, τα κατά τον Καραϊσκάκην, και η εις Ανατολικόν είσοδος των στρατευμάτων. Εν τούτοις, η κυβέρνησις παντού υπερίσχυεν· η βεβαία δε αύτη και εγγύς κρίσις των κυβερνητικών πραγμάτων εματαίωσε τον υποκρυπτόμενον σκοπόν της εν Σαλώνοις συνελεύσεως, ήτις, συνεδριαζόντων και δύο τριών αντιπροσώπων της Δυτικής Ελλάδος, απεπεράτωσεν ησύχως τας εργασίας της την 28, παραδεχθείσα σχέδιά τινα πολεμικά εις προφύλαξιν κατά το ενεστώς έτος της στερεάς Ελλάδος από εισβολών, τακτοποιήσασα ε π ί - χ ά ρ τ ο υ τα εσωτερικά του τόπου και κυρίως τα οικονομικά και δικαστικά, ορίσασα τα καθήκοντα των πολιτικών και στρατιωτικών, εκφρασθείσα κατά των ανταρτών και των τουρκιζόντων, και κηρυχθείσα υπέρ της κυβερνήσεως και της στερεώσεως των νόμων. Και ταύτα μεν τα εν Σαλώνοις.

Την δε 24 εισέπλευσαν τον αργολικόν κόλπον υπό γαλλικήν σημαίαν δύο πολεμικά πλοία, το μεν κορβέττα το δε δικάταρτον· και η μεν κορβέττα ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν των Μύλων, το δε δικάταρτον έπλεε προς την ακροναυπλίαν. Το πλοίον τούτο έφερε τον εν Μύλω υποπρόξενον της Γαλλίας καί τινα τραπεζίτην Αρμένιον. Η εν Μύλοις κυβέρνησις υπώπτευσε, και η υποψία της ήτο αληθής, ότι επρόκειτο να εξαγορασθώσιν εν αγνοία αυτής οι δύο εν Ναυπλίω αιχμάλωτοι πασάδες. Έξ κανονίας έρριψεν, εισπλέοντος του πλοίου τούτου, η έμπροσθεν των Μύλων ελληνική ναυαρχίς επί σκοπώ να το αποτρέψη το να παραβιάση τον αποκλεισμόν, αλλά το πλοίον δεν υπήκουσε και ηγκυροβόλησεν υπό την ακροναυπλίαν· ο δε πλοίαρχος της κορβέττας, παρ' ού η κυβέρνησις εζήτησε λόγον της παρακοής ταύτης, ηθέλησε να δικαιώση τον είσπλουν επί λόγω ότι σκοπόν είχεν ο πλοίαρχος ν' απαιτήση τι πρός τινα Γάλλον χρέος του πεσόντος νομοτελεστικού αντιπροσωπευομένου εν Ναυπλίω παρά του φρουράρχου Πάνου. Η κυβέρνησις απεδοκίμασεν εγγράφως πάσαν συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων και των υπόπτων πλοίων, απαγόρευσε την επί οιωδήποτε λόγω παραλαβήν των πασάδων και διεμαρτυρήθη, αλλ' ούτε απάντησις εδόθη, ούτε το ύποπτον πλοίον μετετόπισεν. Η κυβέρνησις, ήτις δεν ήλπιζεν εκ της επιστολής της το ποθούμενον, έσπευσε να στείλη εις Ναύπλιον προς παρεμπόδισιν της απολύσεως των αιχμαλώτων τον φθάσαντα εις Άργος κατ' αυτάς Οδυσσέα· αλλά το ζήτημα τούτο ελύθη απροσδοκήτως άλλως πως. Απεστάτησαν την επελθούσαν νύκτα οι φυλάσσοντες τον θαλασσόπυργον Κολοκοτρωνικοί, απέβαλαν τον φρούραρχον Καβαδίαν, παρέδωκαν το φρούριον εις την κυβέρνησιν, και διαταγή αυτής το παρέλαβεν ο Ρόδιος, όστις παρήγγειλεν ευθύς τω Γάλλω πλοιάρχω εν ονόματι της κυβερνήσεως ν' αποπλεύση αμέσως, ει δε μη, θα εκανονοβολείτο. Απέπλευσε το δικάταρτον και μετ' ολίγον και η κορβέττα χωρίς να εκτελέσωσι τα σκοπούμενον· αλλά και ο Πάνος ουδαμώς συνήνεσεν εις την παράδοσιν των αιχμαλώτων.

Μαθών δε ο φρούραρχος ούτος όσα έπραξεν ο πατήρ του περί του φρουρίου τα εδέχθη προθύμως και τα επραγματοποίησεν, ειδώς ότι πάσα αντίστασις κατά της κυβερνήσεως έξωθεν έπαυσε, και ευρισκόμενος και αυτός εν πολλή στενοχωρία ένεκα της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν πολιορκίας της πόλεως και της παραδόσεως του θαλασσοπύργου· Ιούνιος και την μεν 4 ιουνίου εξήλθαν αδεία της κυβερνήσεως οι επί της πολιορκίας της πόλεως εν αυτή διαμείναντες ομόφρονες και συμπράκτορές του, Ανδρέας Μεταξάς και Χαραλάμπης Περούκας· την δε 7 και αυτός ο Πάνος και ο αδελφός του. Εισήλθε δε αυθημερόν επιτροπή της κυβερνήσεως και δύναμις στρατιωτική και παρέλαβαν τα φρούρια. Μετέβησαν εκεί μετά τρεις ημέρας και οι εν Άργει διατρίβοντες βουλευταί. Οι δε νομοτελεσταί, οι καθ' όλον τούτο το διάστημα διατρίψαντες εν τοις πλοίοις, εισήλθαν την 12 εν συνοδία 350 υπό τον πολύκροτον κανονοβολισμόν των φρουρίων και της ναυαρχίδος· την δε επαύριον ανήγγειλαν παντού επισήμως τα συμβάντα, δοξάζοντες την εξ ύψους Πρόνοιαν, και κηρύττοντες ότι αι ταραχαί έπαυσαν, ότι τα εσωτερικά εξωμαλύνθησαν, και ότι τα εθνικά συμφέροντα ετέθησαν υπό την υπεράσπισιν των νόμων και την προστασίαν της κυβερνήσεως. Εν τούτοις, όλοι οι αντάρται κατέθεσαν τα όπλα και αναφοραί των ήρχοντο καθ' ημέραν αιτούντων την άφεσίν των. Η δε κυβέρνησις έδειξεν άκραν ανοχήν και ευμένειαν, εκήρυξε την 2 Ιουλίου γενικήν αμνηστείαν, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα και, κατά το λέγειν του νομοτελεστικού, υπό το κράτος του νόμου· αλλ' ούτε οι νόμοι εκραταιώθησαν, ούτε η Πελοπόννησος ειρήνευσεν.

1824