Εξωτερικά. — Στένωσις της εν Πόρω υπό των πρέσβεων διαγραφείσης οροθεσίας. — Η Ελλάς αναγορεύεται κράτος ανεξάρτητον υπό τον Λεοπόλδον τον εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου.
ΚΑΙ η Ελλάς και η κυβέρνησίς της είχαν προσηλωμένα τα όμματα εις τας πράξεις του συμμαχικού συμβουλίου, και ανέμεναν εκείθεν την οριστικήν αποκατάστασιν των πραγμάτων.
Την 6 ιουλίου έφθασαν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Γαλλίας Γυιλλεμινώτος και ο αντικαταστήσας τον Στρατφόρδον Κάννιγγα Γόρδων, και έτυχαν λαμπράς και φιλόφρονος υποδοχής. Την δε 27 επεσκέφθησαν επισήμως τον Ρεήζ-εφέντην και τω εκοινοποίησαν το πρωτόκολλον της 10 μαρτίου, ειπόντες τα δέοντα εις παραδοχήν του. Ο Ρεήζ-εφέντης τοις ενεχείρισε χρυσόβουλλον και τους εβεβαίωσεν ότι περιείχεν όσα εύχοντο οι σύμμαχοι υπέρ των Ελλήνων. Τι δε περιείχε το χρυσόβουλλον, και πώς το εθεώρησαν οι πρέσβεις, γίνεται δήλον εκ της εξής περικοπής της περί αυτού προς το συμμαχικόν συμβούλιον αναφοράς των. «Θ' απορήσετε μανθάνοντες, ότι το περί ου ο λόγος χρυσόβουλλον αντίκειται τόσον εις τας προτάσεις των συμμάχων όσον παν άλλο προεκδοθέν της Πύλης έγγραφον· ως τοιούτον δεν θα το εδεχόμεθα, αν, πριν εγχειρισθή, ηξεύραμεν τι περιείχεν· ουδεμία δύναμις λόγου είναι ικανή να πείση την Πύλην να παραδεχθή μηδέ καν την υποτελή αυτονομίαν των εν Πελοποννήσω Ελλήνων». Ταύτα έγραφαν οι πρέσβεις, και τόσον απηλπίσθησαν, ώστε επρότειναν ταις αυλαίς των ν' αναγορεύσωσιν αύται την Ελλάδα κράτος ανεξάρτητον, και να διαγράψωσι και τα όρια παρά γνώμην της Πύλης. Εις υποστήριξιν δε των λόγων των, ανέφεραν τα των νέων πολιτειών της νοτίου Αμερικής, αν και δεν έπαυεν η Ισπανία θεωρούσα ταύτας υπό την κυριαρχίαν της. Εν τοσούτω ο κατά της Πύλης ρωσσικός πόλεμος ευδοκίμει ημέρα τη ημέρα, και κατετάραττε τον σουλτάνον.
Ίδιον των ισχυρογνωμόνων να πίπτωσι πολλάκις από του ύψους της υπεροψίας εις το βάθος του εξευτελισμού. Ο σουλτάνος, ο μη θέλων μήτε φιλικήν μεσιτείαν ξένων αυλών να δεχθή, μήτε το όνομα της Ελλάδος ν' ακούση, μήτε μικράν τινα πολιτικήν ύπαρξιν αυτή να δώση, ουδέ μετ' αυτήν την εν Νεοκάστρω καταστροφήν των στόλων του, ο χάριν των πιστών αυλικών του μόλις συγκατατιθέμενος να στείλη εις την Πελοπόννησον προς διοίκησιν των ραγιάδων ένα καλόν πασάν, και ο αείποτε λέγων, ότι η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησίς του ήτον, ότι επ' ουδενί λόγω και εν ουδεμιά περιστάσει ουδεμίαν εδέχετο πρότασιν περί Ελλήνων, βλέπων τας επιφόβους και ταχείας προόδους του ρωσσικού πολέμου, ήρχισε ν' αλλάζη ύφος· αφ' ού δε έμαθεν ότι οι εχθροί του επέρασαν τον Αίμον, έσπευσε ν' αναγγείλη, ότι εδέχετο την συνθήκην της συμμαχίας, αλλ' επί τη οροθεσία του κορινθιακού ισθμού, επί τη αφοπλίσει των φρουρίων της Πελοποννήσου, επί απαγορεύσει κτήσεως ή χρήσεως πλοίων πολεμικών ή συγκροτήσεως στρατευμάτων επέκεινα του απαιτουμένου αριθμού εις διατήρησιν της εσωτερικής ησυχίας του τόπου, και επί μετοικήσει εντός του ισθμού των έξω κατοικούντων επαναστατών. Αλλ' η λύσις του ελληνικού ζητήματος και ο ρωσσικός πόλεμος ήσαν, κατά το κήρυγμα του αυτοκράτορος, αλληλένδετα και αχώριστα· διά τούτο όσον ευτύχει ο πόλεμος, τόσον ευτυχεστέρα εφαίνετο και η λύσις του ελληνικού ζητήματος· η λύσις δε αυτού έλυε και τον πόλεμον, διότι, ως προείρηται, εις ουδεμίαν των άλλων της Ρωσσίας απαιτήσεων αντέτεινεν η Πύλη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο σουλτάνος, ο δεχθείς την περί Ελλάδος συνθήκην επί προσθαφαιρέσει τινών άρθρων ότε έμαθεν ότι οι Ρώσσοι διέβησαν τον Αίμον, εδείχθη πολύ συγκαταβατικώτερος ότε έμαθεν ότι εκυρίευσαν και αυτήν την Αδριανούπολιν, διότι μεταξύ της πόλεως εκείνης και της βασιλευούσης δεν εφαίνετο άλλο τι ικανόν να στήση την πρόοδον των εχθρών του ειμή εξωτερική χειρ. Η προσέγγισις δε των εχθρών και η ήττα των οθωμανικών στρατευμάτων εκίνησαν και εν αυτή τη βασιλευούση κατακραυγάς και γογγυσμούς κατ' αυτού του σουλτάνου· ανεκαλύφθη δε και συνωμοσία φιλογενιτσάρων κατά της ζωής του, και 500 εθανατώθησαν ως ένοχοι, εν οίς και ο φρούραρχος του Βοσπόρου. Εν μέσω τοιούτων δεινών τόσον εταπεινώθη ο αγέρωχος σουλτάνος, ώστε την 28 αυγούστου εξέδωκεν επί τη αιτήσει των παρ' αυτώ πρέσβεων της συμμαχίας πράξιν λέγουσαν·
«Η υψηλή Πύλη παραδεχθείσα ήδη την συμμαχικήν συνθήκην υπόσχεται σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων της συμμαχίας να υπογράψη ανελλιπώς και όλας τας ακολούθους αποφάσεις του εν Λονδίνω συμβουλίου ως προς την εκτέλεσιν».
Εκδώσασα η Πύλη την πράξιν ταύτην, απέστειλεν εν τω άμα τους πληρεξουσίους της εις Αδριανούπολιν αιτουμένη την ειρήνην, ην και υπέγραψε την 2 σεπτεμβρίου όπως την υπηγόρευσεν ο νικητής, περιέχουσαν και άρθρον λέγον, ότι παρεδέχετο όλους τους εν τη συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 και τους εν τω πρωτοκόλλω της 10 μαρτίου 1829 όρους, και ότι υπέσχετο ν' ασχοληθή μετά της συμμαχίας εις εφαρμογήν αυτών. Δυσηρεστήθησαν η Γαλλία και η Αγγλία επί τη καταχωρίσει του άρθρου τούτου, διότι το περί Ελλάδος ζήτημα ήτο κοινόν, και εθεώρησαν μόνην την πράξιν της 28 αυγούστου καλώς έχουσαν.
Τοιούτους καρπούς έφερεν η ισχυρογνωμοσύνη του σουλτάνου απορρίψαντος πάντοτε υπερηφάνως τας πολλάκις επαναληφθείσας αιτήσεις των αυλών υπέρ των Ελλήνων, προκαλέσαντος εις πόλεμον τον ισχυρότερόν του, και ριψοκινδυνεύσαντος ασυλλογίστως το κράτος του.
Λαβόντες δε οι εν Λονδίνω αντιπρόσωποι των τριών αυλών ην έδωκεν αυτοίς η Πύλη πληρεξουσιότητα, επελήφθησαν της οριστικής εγκαταστάσεως του νέου κράτους.
Παντελή σχεδόν καταστροφήν της οθωμανικής αυτοκρατορίας εξέλαβε την εν Αδριανουπόλει συνθήκην το αγγλικόν υπουργείον, και τόσην έπαθε ρωσσοφοβίαν, ώστε, εκφράζον τους φόβους του προς τον αυτοκράτορα Νικόλαον, έλεγεν, ότι η συνθήκη αύτη εμηδένιζε την ανεξαρτησίαν του οθωμανικού κράτους, και ότι ο σουλτάνος θα εκάθητο εις το εξής επί του θρόνου του ελέει του νικητού του (α). Προθέμενον δε να προφυλάξη διά της διπλωματικής οδού ό,τι εδύνατο από της χειρός της Ρωσσίας, επρότεινεν επί του συμμαχικού συμβουλίου την ανύψωσιν της νέας ελληνικής πολιτείας εις κράτος ανεξάρτητον. «Τόσον φόβον», είπεν ο τότε επί των εξωτερικών υπουργός λόρδος Αβερδήνος, εν τη κατά την 14 ιουνίου 1854 συνεδριάσει της άνω βουλής, «διήγειρε παρ' ημίν η της Αδριανουπόλεως συνθήκη δι' ούς υπεθέσαμεν κινδύνους ως προς την ύπαρξιν του τουρκικού κράτους, ώστε όλη η πολιτική της κυβερνήσεως μετεβλήθη ως προς ουσιωδέστατόν τι ζήτημα. Ανέφερα άλλοτε, ότι αρξαμένου και προκόπτοντος του ελληνικού αγώνος, ουδέποτε έβαλε κατά νουν ο Κάννιγγ την ανέγερσιν της Ελλάδος εις ανεξάρτητον βασίλειον· ουδ' εγώ ουδ' ο δουξ του Βελιγκτώνος ανεξάρτητον εθεωρήσαμεν την ανεγειρομένην ελληνικήν πολιτείαν, αλλ' υποτελή και υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου, παρομοίαν σχεδόν της Βλαχίας και Μολδαυίας. Αλλ', υπογραφείσης της περί ης ο λόγος συνθήκης, μοι εφάνη, και ωμογνωμόνησε και ο δουξ του Πελιγκτώνος, ότι η ύπαρξις του τουρκικού κράτους, αυτή καθ' εαυτήν, ήτο τόσον ακροσφαλής, ώστε ασυνετώτατον ήτο να δημιουργηθεί πολιτεία και τεθή υπό προστασίαν και κυριαρχίαν αυτοκρατορίας, ήτις ουδεμίαν ασφάλειαν του μέλλοντός της παρείχε. Διά ταύτην την αιτίαν επροβάλαμεν τοις συμμάχοις να μεταβάλωμεν την υποτελή εκείνην πολιτείαν εις ανεξάρτητον. Συνήνεσαν οι σύμμαχοι, συγκατετέθη και η Πύλη, και τοιουτοτρόπως η ύπαρξις της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου πολιτείας οφείλεται εις ην μας επροξένησαν εντύπωσιν οι όροι της εν Αδριανουπόλει συνθήκης (β).
Αποδεχθέντες οι πληρεξούσιοι των συμμάχων την ανεξαρτησίαν της νέας πολιτείας διά τους λόγους τούτους, εστένωσαν την εν Πόρω (γ) υπό των πρέσβεων διαγραφείσαν οροθετικήν γραμμήν μέχρι των εκβολών του Αχελώου και του Σπερχειού χάριν της Πύλης, ως στερουμένης των παρά της συνθήκης της 24 ιουνίου παραχωρουμένων αυτή επί της Ελλάδος δικαιωμάτων, και ησχολήθησαν εις εύρεσιν του υπερτάτου Άρχοντος.
Πέντε αλληλοδιαδόχως εκλήθησαν παρά των πληρεξουσίων των συμμάχων εις την υπερτάτην Αρχήν του νέου κράτους· ο δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Ολλανδίας Φρεδερίκος, ο δευτερότοκος αδελφός του βασιλέως της Βαυαρίας Κάρολος, ο αδελφός του τοπάρχου του Εσσεχομπύργου Φίλιππος, ο αδελφός του βασιλέως της Σαξωνίας Ιωάννης, και ο εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου Λεοπόλδος· αλλά και ο Φρεδερίκος, και ο Κάρολος, και ο Φίλιππος, και ο Ιωάννης απεποιήθησαν την προσενεχθείσαν Αρχήν· μόνος ο Λεοπόλδος την ωρέγετο. Τον άνδρα τούτον ητήσατο προ πολλού, ως είδαμεν, και η Ελλάς εν πλήρει πεποιθήσει ότι εδύνατο τα μέγιστα να συντελέση εις την αναμόρφωσίν της διά των ιδιωτικών αρετών του, των πολιτικών του γνώσεων, και δι' ής απελάμβανε δικαίως γενικής υπολήψεως· τον επρότεινε δε η Γαλλία επί του συμβουλίου και τον υπεστήριξεν η Ρωσσία· αλλά Γεώργιος ο Δ', ο πενθερός του, τον απεστρέφετο ως διατηρήσαντα τας συγγενικάς του σχέσεις μετά της βασιλίσσης Καρολίνης κατά την περί διαζεύξεως δίκην· ωργίσθη δ' έτι μάλλον, διότι, μέλος του οίκου του, επεκαλέσθη εις πλήρωσιν των ευχών του ξένην προστασίαν, την του βασιλέως της Γαλλίας· έλεγε δε παρρησία, ότι αυτού βασιλεύοντος, δεν θα ηγεμόνευεν ο Λεοπόλδος, και αντεπρόβαλεν, επί τη θερμή συστάσει του αδελφού του, δουκός της Κουμβερλάνδης, τον Κάρολον δούκα του Μεκλεμπύργου· αλλ' ειπόντος αυτώ του υπουργείου του, ότι παρητείτο αν δεν συγκατένευεν, ηναγκάσθη να συγκατανεύση· και την 22 Ιανουαρίου 1830 ανηγόρευσαν οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας την Ελλάδα κράτος ανεξάρτητον υπό την διαδοχικήν Αρχήν του Λεοπόλδου, ον προσηγόρευσαν Ά ν α κ τ α-τ η ς-Ε λ λ ά δ ο ς (Ρrince Souverain de la Gr2ece), συναινούσης εν πάσι και της Πύλης. Όλοι δε οι εις Χριστόν πιστεύοντες λαοί εχαιρέτησαν αγαλλόμενοι την νέαν ταύτην δημιουργίαν.
Και ταύτα μεν όσα προεθέμην να ιστορήσω· έρχομαι δε ήδη να επιθεωρήσω τα ιστορηθέντα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως.»
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ επανάστασις διακρίνεται των λοιπών διά τινα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλού λόγου άξια. Η επανάστασις αύτη μήτε τον απολυτισμόν ή τον δεσποτισμόν επεχείρησε να χαλινώση, μήτε το κυβερνητικόν είδος του τόπου ν' αλλάξη, μήτε τους μητροπολικούς δεσμούς να διαρρήξη. Επεχείρησεν επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον· να εξώση διά των όπλων εκ της Ελλάδος ξένην και αλλόθρησκον φυλήν, ήτις διά των όπλων ηχμαλώτευσεν αυτήν προ αιώνων, και μέχρι τέλους την εθεώρει αιχμάλωτον και υπό την μάχαιράν της.
Πολλά και μεγάλα έθνη των νεωτέρων χρόνων, είτε καταθλιβόμενα υπό τον απολυτισμόν, είτε τυραννούμενα υπό ξένην εξουσίαν, ανέτρεψαν, ως και η Ελλάς, εκ θεμελίων τα καθεστώτα ή διά της μεταβολής της μοναρχίας εις δημοκρατίαν, ή διά του παντελούς συντριμμού του ξένου ζυγού· αλλά τα έθνη ταύτα κατήντησαν εις τας εξαισίους ταύτας μεταβολάς χωρίς τινος προμελέτης. Ο Γουλλιέλμος Τέλλος και οι εν τω λειμώνι του Γρυτλίου ορκισθέντες υπέρ της πασχούσης πατρίδος συμπατριώται του δεν προέθεντο την κατάργησιν της καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, αν και την κατήργησαν, αλλά μόνον την ανακούφισιν των δεινών της υπό την αυτήν ξένην εξουσίαν. Το αυτό προέθεντο και αι Κάτω-Χώραι καθ' όν χρόνον ωπλίσθησαν κατά της τυραννίας Φιλίππου του Β', αν και επί τέλους ηυτονομήθησαν. Και οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας επί Καρόλου του Α' ούτε κατά της βασιλικής Αρχής εκινήθησαν, αν και την κατέλυσαν, ούτε κατά του βασιλέως, αν και τον απεκεφάλισαν, ούτε προς εγκατάστασιν δημοκρατίας, ην εγκατέστησαν. Εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε καταπατουμένων πολιτικών δικαίων, και προς εξασφάλισιν του νέου δόγματος επί λόγω ότι ο βασιλεύς το επεβουλεύετο. Άλλως ήρχισε και άλλως ετελείωσε και η μηδόλως έτι Λουδοβίκου του ΙΣΤ' προθεμένη την καταστροφήν της βασιλείας γαλλική επανάστασις, αν και την κατέστρεψε και την αιματοκύλισε. Δι' άλλους λόγους ωπλίσθη κατ' αρχάς η Αρκτώα Αμερική κατά της μητροπόλεώς της και όχι ποτέ προς απόρριψιν της κυριαρχίας της, ην απέρριψεν. Αλλ' η Ελλάς και προέθετο και εκήρυξεν ενώπιον θεού και ανθρώπων εξ αρχής του αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς ανέγερσιν του εθνισμού και της ανεξαρτησίας της. Η εκ προθέσεως αύτη διαφορά της ελληνικής επαναστάσεως και των άλλων συναδέλφων της είναι σημειώσεως αξία.
Σημειώσεως αξία είναι και η διαφορά αυτής και των άλλων και ως προς την αποπεράτωσίν της. Η ελληνική επανάστασις απεπερατώθη ευτυχώς διά της γενναίας και ομοψύχου συνδρομής όλων των χριστιανικών λαών, διά της ενόπλου και ευεργετικής παρεμβάσεως, περί τα τέλη της, τριών μεγάλων Δυνάμεων, και διά της πλήρους συγκαταθέσεως όλων των άλλων. Τα παντοδύναμα ταύτα βοηθήματα απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσω δίκαιος και ιερός ήτον ο ελληνικός αγών· διότι προς υποστήριξιν αυτού η πάντοτε αλληλομαχούσα ευρωπαϊκή πολιτική ωμονόησε κατά πρώτην φοράν, και ήκουσε τας σωτηρίους εντολάς της ηθικής και την ιεράν φωνήν της πασχούσης ανθρωπότητος.
Η επανάστασις αύτη παριστάνει και άλλο ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν. Εξερράγη μεταξύ δύο εθνών, ζώντων μεν εν τη Ευρώπη, αλλά και των δύο αγνοούντων και την πολεμικήν τέχνην και την πολιτικήν επιστήμην, δι' άς διέπρεπε και διαπρέπει η λοιπή Ευρώπη· και δύναται να θεωρηθή ως πολιτική τις και πολεμική ανωμαλία εν μέσω των πολιτικών και πολεμικών γνώσεων των σημερινών καιρών, αναμιμνήσκουσα συχνάκις διά πολλών συμβάντων και περιπετειών τους ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος.
Μοναδικόν εν τη ιστορία των εθνών φαινόμενον παριστάνει κατά θάλασσαν η Ελλάς επί της επαναστάσεώς της. Πολλαχού της οικουμένης λαοί εξανιστάμενοι ενίκησαν στρατούς, αλλ' ουδείς ουδέποτε κατέβαλε στόλους· η δόξα αύτη απέκειτο εις μόνους τους θαλασσόπαιδας της Ελλάδος, τους διά της τόλμης και της περί τον πλουν εμπειρίας των μετασχηματίσαντας παραδόξως εις φοβερά δίκροτα τα ιδιωτικά και ασθενή σκάφη των, και ως ασθενή σκάφη προσβαλόντας διά της καταναλισκούσης φλογός των τα φοβερά των εχθρών δίκροτα.
Όχι μικράς παρατηρήσεως αξία είναι και η άκρα δυσαναλογία της πολεμικής καταστάσεως των εις μάχην ελθόντων μερών, του μεν προς διατήρησιν του δε προς συντριβήν του ζυγού. Το μέρος, το πολλά έτη προς συντριβήν του ζυγού πολεμήσαν αβοήθητον άλλοθεν, ήτο το εικοστημόριον του άλλου μέρους, και οι πόροι του ήσαν μηδαμινοί, διότι ήσαν πόθοι ιδιωτών απέναντι πόρων μεγάλης και παλαιάς αυτοκρατορίας. Το ευτυχές της δυσαναλογίας ταύτης και απροσδόκητον αποτέλεσμα, δακτυλοδεικτούμενον, είναι ικανόν να εμπνέη πάντοτε μέγα θάρρος προς τους πάσχοντας και αδικουμένους λαούς, όταν άποροι και ανίσχυροι αναδέχωνται μετά σταθεράς αποφάσεως τον ιερόν αγώνα της πίστεως και της πατρίδος, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της εθνικής τιμής και της ευδαιμονίας εναντίον της πνευματικής καταθλίψεως και της αρπαγής της πατρώας γης, της δουλείας και της αδικίας, του εθνικού εξουδενισμού και της κοινωνικής αθλιότητος.
Τα αποτελέσματα της ελληνικής επαναστάσεως εδείχθησαν γιγαντιαία και κατ' άλλον τρόπον· διότι ανέτρεψαν τας πολυθρυλλήτους αρχάς της ιεράς συμμαχίας καταδικαζούσης οιανδήποτε πολιτικήν μεταβολήν ενεργουμένην δι' αποστασιών και δι' όπλων, διετάραξαν το αείποτε περί πολλού παρά τη ευρωπαϊκή πολιτική σύστημα της ισορροπίας, και ανακαλέσαντα εις την δόξαν και την πολιτικήν ζωήν έθνος ριφθέν προ αιώνων εις τον τάφον της αδοξίας και της δουλείας, συνέτρεξαν και εις το να διαλύσωσι μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν γεννηθείσαν, ανδρωθείσαν, γηράσασαν και αποθνήσκουσαν ανεπιστήμονα, αντικοινωνικήν και βάρβαρον. Εν ενί λόγω η ελληνική επανάστασις ετίμησεν υπέρ πάσαν άλλην την ανθρωπίνην φύσιν· διότι το λαμπρότερον, το διδακτικώτερον και το κατανυκτικώτερον όλων των θεαμάτων, όσα παριστάνει επί της σκηνής του κόσμου η ιστορία, είναι η ανέγερσις πεπτωκότος έθνους· το δε σάλπισμα τοιούτου πολέμου είναι χερουβικός ύμνος εις τον Ύψιστον. Αλλά το θέαμα τούτο καθίσταται έτι μεγαλοπρεπεστέρον, αν τύχη το ανεγειρόμενον έθνος να έχη και ένδοξον καταγωγήν· και τοιαύτης φύσεως θέαμα, και θέαμα μοναδικόν εν τη ιστορία του ανθρωπίνου γένους, είναι η εν μέσω αιμάτων, καταστροφών και δεινών αγώνων ανέγερσις του ελληνικού έθνους κοιτομένου προ αιώνων υπό ξένην και αλλόπιστον δουλείαν και καταπιεζομένου, αλλά μη απολέσαντος ολοτελώς τον χαρακτήρα του, την ενέργειάν του, ή τας προγονικάς αναμνήσεις του.
Αξία της βαθείας σκέψεως παντός πολιτευτού είναι και η επί του ελληνικού αγώνος παλίμβουλος διαγωγή των μεγάλων Αυλών. Είδαμεν οποίαι, αρχομένου του αγώνος, ήσαν αι βουλαί και αι πράξεις αυτών κατ' ανδρών επιχειρησάντων επί τιμή του αίματός των ν' αποτινάξωσι τον βαρύν, τον άτιμον, τον τρισβάρβαρον ζυγόν, υφ' όν προ αιώνων εστέναζαν. Αλλ' είδαμεν μετά ταύτα, ότι αι πολιτικαί περιστάσεις εις ας υπόκεινται και αι αυλαί αυταί, ως άλλοτε υπέκειντο οι Θεοί του Ολύμπου εις τας βουλάς της Ειμαρμένης, τας ηνάγκασαν, χάρις εις την ακλόνητον καρτεροψυχίαν των Ελλήνων και εις την μεγάλην συμπάθειαν όλων των χριστιανικών λαών, να εξαλείψωσιν αι ίδιαι ό,τι έγραψαν κατά των Ελλήνων, να χύσωσιν αίμα υπέρ αυτών, ν' ανοίξωσι θησαυρούς εις αντίληψίν των, να κηρύξωσι το καταδεδικασμένον έθνος ελεύθερον, αυτόνομον και ανεξάρτητον, να χαιρετήσωσι την επαναστατικήν του σημαίαν και να εγγυηθώσιν ενώπιον όλου του κόσμου την πολιτικήν και ανεξάρτητον ύπαρξίν του.
Είναι τω όντι αξιοπαρατήρητον, ότι τα σχέδια των αυλών επί του ελληνικού αγώνος όχι μόνον εματαιώθησαν, αλλά και εναντία της θελήσεως και της πολιτικής των όλα απέβησαν. Ήθελαν αύται την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η οθωμανική αυτοκρατορία κατεκολοβώθη· ήθελαν την κατάθλιψιν και αποτυχίαν του επαναστατικού κινήματος της Ελλάδος, και το επαναστατικόν κίνημα της Ελλάδος εν μέσω ορατών και αοράτων δυσκολιών και κινδύνων εθριάμβευσεν· ήθελαν την Τουρκίαν ισχυράν, και κατέστρεψαν αυταί την δύναμίν της εν Νεοκάστρω· ηγωνίζοντο να εμποδίσωσι παντοίοις τρόποις τον Τουρκορρωσσικόν πόλεμον, και ο Τουρκορρωσσικός πόλεμος εξερράγη. Τόσον απρονόητος και τόσον επισφαλής είναι η πολιτική των θνητών, ως και αυτών των επί βαθεία συνέσει και πολιτική πείρα μεγαλαυχούντων.
Τοιαύτα είναι τα άξια πάσης προσοχής χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως, ης την ιστορίαν επεχείρησα να συγγράψω.
Εις τέσσαρας δε διακεκριμένας περιόδους δύναταί τις ευλόγως να διαιρέση τα γεγονότα· εις την απ' αρχής μέχρι της εις Πελοπόννησον αποβάσεως των Αιγυπτίων· εις την εντεύθεν μέχρι της συνθήκης της 24 Ιουνίου· εις την μετά την συνθήκην μέχρι της αφίξεως του Καποδιστρίου· και εις την μετά την άφιξιν αυτού μέχρις ου ανηγορεύθη η Ελλάς κράτος ανεξάρτητον. Και η μεν πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τετραετίαν, η δε δευτέρα διετίαν και τετραμηνίαν, ημιετίαν δε η τρίτη, και διετίαν η τετάρτη. Εκάστη δε αυτών έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα.
Μεγάλα τα παθήματα των απανταχού της οθωμανικής αυτοκρατορίας Ελλήνων επί της πρώτης περιόδου, καθ' ήν κατεστράφησαν πόλεις και χώραι, εξωλοθρεύθησαν λαοί, εμιάνθηθησαν τα άγια και μέγιστοι κίνδυνοι περιεστοίχισαν τον αγώνα· αλλ' εν μέσω των παθημάτων, των ασεβημάτων και των κινδύνων ο αγών εκραταιώθη, και η Ελλάς εν πολλοίς εδοξάσθη· η κραταιώσασα όμως τον αγώνα και δοξάσασα την Ελλάδα περίοδος αύτη εμολύνθη δι' εμφυλίων σπαραγμών.
Δεινή και πολύδακρυς απέβη η, διαρκούντων των εμφυλίων τούτων σπαραγμών, αρξαμένη δευτέρα περίοδος· αλλά και κατ' αυτήν γενναίως απεκρούσθησαν οι εχθροί δις επιχειρήσαντες να εισβάλωσιν εις την Μάνην, και ο Έλλην ετερατούργησεν εν Μεσολογγίω, όπου εν μέσω γενικής αθυμίας πρώτοι των άλλων οι εντόπιοι απεφάσισαν μεγαλοφρόνως, ως και επί της πρώτης πολιορκίας, ν' αποθάνωσι μάλλον ή να προσκυνήσωσιν.
Επί δε της τρίτης περιόδου ήλθαν εις αντίληψιν της κινδυνευούσης Ελλάδος αι τρεις πρώτισται αυλαί της Ευρώπης, και μόνην παλαίουσαν μέχρι τούδε προς τας κατά ξηράν και θάλασσαν ηνωμένας δυνάμεις Τουρκίας, Αιγύπτου και Βαρβαρίας την απήλλαξαν των επικειμένων δεινών, καταστρέψασαι τους κατά θάλασσαν εχθρούς της.
Επέστη η τετάρτη περίοδος, καθ' ήν ετακτοποιήθη η υπηρεσία, ενισχύθη η ησυχία, ανεκουφίσθη ο λαός, επήλθεν η προς επάνοδον εις τα ίδια αναγκάσασα τους Αιγυπτίους εκστρατεία των Γάλλων, απεπέμφθηοαν διά των ελληνικών όπλων οι πλείστοι των πέραν του ισθμού πολεμίων, κατέπαυσεν oλοτελώς ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πόλεμος, άφησεν η Πύλη ταπεινωθείσα εις χείρας των συμμάχων την λύσιν του ελληνικού ζητήματος, και η επί τεσσάρων αιώνων υπό σκληράν δουλείαν Ελλάς μετέβη υπερφυώς εκ του θανάτου εις την ζωήν. Καθ' όλας δε τας περιόδους ταύτας εμεγαλύνθη το ναυτικόν της Ελλάδος, και όλοι οι χριστιανικοί λαοί θερμοί φίλοι του ελληνικού αγώνος ανεδείχθησαν. Αξιοσημείωτον ότι κατά το μακρόν τούτο διάστημα ο αγών δεν παρήγαγε τον άνδρα του. Πολλάκις η εξουσία έκειτο κατά γης. Πολλάκις εδόθησαν αφορμαί εις ευχερή κατάληψιν αυτής, αλλ' ουδείς ουδέποτε το επεχειρίσθη, διότι ουδείς και αυτών των υπερυψωθέντων είχε το σύνολον ων η περί τα τοιαύτα μεγαλοπραγμοσύνη απήτει προσόντων, εφόρευε δε τας πράξεις και κατεσκόπευε τα διανοήματα η προς αλλήλους πατροπαράδοτος αντιζηλία.
Μελετών δε, ω αναγνώστα, τα κατά την επανάστασιν, τροφήν και πόσιν των πεινώντων και διψώντων ελευθερίαν λαών, ελπίδα των θλιβομένων, και στηριγμόν των εν πολέμω κλονιζομένων, και εκπληττόμενος δι' όσα κατώρθωσαν οι επέκεινα εξαετίας αβοηθητί τον υπέρμεγαν τούτον και άνισον αγωνισθέντες και κατά γην και κατά θάλασσαν αγώνα, ενθυμού, ότι ο αγών ήτον υπέρ πίστεως και υπέρ ανακτήσεως πατρώας γης και ελευθερίας, τουτέσιν ο ιερώτερος και ο ενδοξότερος όλων των αγώνων^ τοιούτων δε άθλων προκειμένων «ο ύ τ ε-π λ ή θ η-ν ε ώ ν, ο ύ τ ε-κ ό σ μ ο ι-κ α ι-λ α μ π ρ ό τ η τ ε ς-ε π ι σ ή μ ω ν, ο ύ τ ε-κ ρ α υ γ α ί-κ ο μ π ώ δ ε ι ς-ή-β ά ρ β α ρ ο ι-π α ι ά ν ε ς-έ χ ο υ σ ί-τ ι-δ ε ι ν ό ν-α ν δ ρ ά σ ι ν-ε π ι σ τ α μ έ ν ο ι ς-ε ι ς-χ ε ί ρ α ς-ι έ ν α ι-κ α ι-μ ά χ ε σ θ α ι-τ ο λ μ ώ σ ι ν».