Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 Ιουνίου. — Ναυμαχία Νεοκάστρου. — Αναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ έτος παρήλθεν αφ' ού ο εν Κωνσταντινουπόλει Κάννιγγ ανεδέχθη τον συμβιβασμόν Ελλάδος και Τουρκίας και δεν ίσχυσαν παντάπασιν οι λόγοι του. Αγέρωχος πάντοτε η Πύλη, αγερωχοτέρα εδείχθη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου και την στενήν πολιορκίαν των Αθηνών, θεωρούσα επικειμένην την παντελή καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. Ο Κάννιγγ, μη θέλων να παρεμβάλη εις την διαπραγμάτευσιν νέα προσκόμματα, δεν επρόσφερεν εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του ειμή την 24 Ιανουαρίου του έτους τούτου. Τον αυτόν δε μήνα η εχθρωδώς πάντοτε προς την Ελλάδα διακειμένη αυλή της Αυστρίας, προθεμένη να διασκεδάση τας υπέρ αυτής σωτηρίους ταύτας προσπαθείας, έστειλεν εις Ελλάδα αξιωματικόν της και ανήγγειλεν, ότι περί πολλού ποιουμένη τα συμφέροντα των Ελλήνων, ετοίμη ήτο να έλθη εις αντίληψίν των και μεσιτεύση παρά τω σουλτάνω, αν επεκαλούντο την συνδρομήν της· ήλπιζε δε να εισακουσθή διά την έως τότε αποτυχίαν της μεσιτείας της Αγγλίας και την εντεύθεν απελπισίαν των Ελλήνων. Αλλ' η κυβέρνησις της Ελλάδος, έχουσα υπ' όψιν τα κακά όσα έπασχεν η Ελλάς αδιακόπως και εκ της πολιτικής της αυλής ταύτης και εκ της αισχράς διαγωγής του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της και υποπτεύουσα επιβουλήν, απεποιήθη την προσφοράν της.
Μετ' ολίγας δε ημέρας αφ' ού ο Κάννιγγ επρόσφερε τη Πύλη εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του, έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Ρωσσίας Ριβωπιέρρος, είς των δύο εν Ακερμάνη πληρεξουσίων της, και εσύστησε και ούτος θερμώς την πρότασιν του Καννιγγος. Εις ένδειξιν δε της ανάγκης της περί ης επρόκειτο ειρηνεύσεως ανέφεραν αμφότεροι την πολυετή παράτασιν του αγώνος της Ελλάδος, την εις παύσιν του ανικανότητα της Πύλης, την εντεύθεν αιματοχυσίαν και καταστροφήν, την βλάβην του ευρωπαϊκού εμπορίου εξ αιτίας της αναφυείσης πειρατείας και την υπόθαλψιν του διά τόσων θυσιών και αγώνων σβεσθέντος αλλά μη αποσβεσθέντος φιλοταράχου πνεύματος των λαών της Ευρώπης. Γνωστοποιούντες δε κατά πρώτην φοράν και την επί σκοπώ της περί ης ο λόγος ειρηνεύσεως γενομένην πράξιν εν Πετρουπόλει και συνιστώντες τους όρους αυτής εσυμβούλευαν την Πύλην δεχομένη την μεσιτείαν να προομοιάση διά της παύσεως των εχθροπραξιών έλεγαν δε ότι, αν άλλως επολιτεύετο, θα ηναγκάζοντο αι Δυνάμεις να σχετισθώσι προς τους Έλληνας. Η Πύλη, συμφέρον έχουσα εξ αιτίας των κατά την στερεάν Ελλάδα και την Πελοπόννησον ευτυχών προόδων της ν' αναβάλλη την απάντησίν της, μόλις την έδωκε την 28 μαΐου, ίσως καθ' ήν ημέραν έμαθε την παράδοσιν των Αθηνών. Διά της απαντήσεως δε ταύτης, δι' ής έθετεν αρχάς τινας, καθ' άς καθίστανται, συντηρούνται και διοικούνται κατά θείαν νεύσιν αι κοινωνίαι, και δεν επιτρέπεται η παρέμβασις μιας Δυνάμεως εις τα εσωτερικά άλλης, και δι' ής έλεγεν, ότι όλαι αι διατάξεις αυτής θεμελιουνται επί του ιερού νόμου, και διά τούτο είναι και δίκαιαι και αμετάτρεπτοι, διεσάλπιζε την προς τους ραγιάδας γενναιότητα των Μουσουλμάνων και ιδιαιτέρως τα καλά όσα ούτοι απελάμβαναν υπό την αγαθοποιόν σκιάν του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, εμέμφετο την προς τον μεγαλόδωρον αυθέντην των αχαριστίαν των αποστατών Ελλήνων, κατέκρινε τας κατά των Μουσουλμάνων απανθρωπίας των, εκήρυττε την μεγάλην μακροθυμίαν της, την εντός του ιερού νόμου προς πάντας πάντοτε τους Έλληνας επιεική διαγωγήν της, και την προς τους εν μετανοία προσερχομένους ευσπλαγχνίαν της· διετείνετο δε ότι, περί πολλού ποιουμένη την επάνοδον της ησυχίας ηγωνίζετο να καταστέλλη την αποστασίαν, αλλά ξένοι την υπέθαλπαν και την διετήρουν, και η κυβέρνησις των ξένων τούτων (ενόει δε την αγγλικήν) επροφασίζετο, ότι δεν ημπόρει να τους εμποδίση, παραβαίνουσα τοιουτοτρόπως όσα κυβέρνησις ώφειλε προς φιλικήν κυβέρνησιν· ηπόρει δε πώς Δυνάμεις τινές εσυνθηκολόγησαν περί των αφορώντων τους αποστάτας υπηκόους της παρά γνώμην και εν αγνοία αυτής, και πώς παρέμβαιναν παρά το δημόσιον δίκαιον εις τα εσωτερικά της, εν ώ αύτη είπε ρητώς και επανειλημμένως, ότι απεποιείτο πάσαν ξένην παρέμβασιν υπενθύμιζε δε ότι και ο Στραγγφόρδος, επανελθών εκ βερώνης, την εβεβαίωσεν εξ ονόματος όλων των ανάκτων, ότι εις εαυτήν και μόνην απέκειτο να πράξη ό,τι δέον έκρινεν ως προς τους απειθείς ραγιάδας της, και ότι οι εν Ακερμάνη πληρεξούσιοι της Ρωσσίας είπαν, ότι ο αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνην την εξίσασιν των ιδιαιτέρων διαφορών του (α), και σκοπόν δεν είχε να παρέμβη εις τα της Ελλάδος· ηπόρει δε πώς δεν εσυστέλλοντο αι Δυνάμεις λέγουσαι ότι επί τη μη παραδοχή, της μεσιτείας σκοπόν είχαν να θεωρήσωσιν ως Δύναμιν συμμορίαν ληστών, και πώς, προκειμένου λόγου περί των αφορώντων την επί αποστατών υπηκόων νόμιμον εξουσίαν της Πύλης, ανέφεραν τας λέξεις μ ε σ ι τ ε ί α ν, ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ α, α ν α κ ω χ ή ν, ε ι ρ ή ν ε υ σ ι ν, εν ώ αι λέξεις αύται αναφέρονται μόνον ως προς σχέσεις κράτους προς κράτος· ηρνείτο δε ότι εξ αιτίας των ταραχών εζημιούτο το ευρωπαϊκόν εμπόριον, λέγουσα, ότι μόνα τα συμφέροντα αυτής έπασχαν, και επανελάμβανεν ότι ούτε εις βλάβην ούτε εις ύβριν της χριστιανικής θρησκείας εκινείτο ουδέ κατεφέρετο καθ' όλου του έθνους των Ελλήνων, αλλά μόνον κατά των ταραχοποιών· παραπονουμένη δε ότι αι Δυνάμεις κακώς πολιτευόμεναι εθάρρυναν τους αποστάτας λόγω και έργω, έλεγεν, ότι ουδέποτε θα απηρνείτο τα επί της Ελλάδος δίκαιά της, και ουδέποτε θα παρέβαινεν, ενδίδουσα, τα παραγγέλματα του ιερού νόμου· διεκήρυττε δ' επί τέλους διά τελευταίαν φοράν, ότι απέρριπτε διά παντός πάσαν ξένην μεσιτείαν και πάσαν παρέμβασιν, ότι μιας και της αυτής γνώμης ήσαν κατά τούτο και ο σουλτάνος και οι υπουργοί του και το έθνος όλον των Μουσουλμάνων, και ότι επεθύμει να παύσωσιν εις τα εξής αι ξέναι Δυνάμεις του να την ενοχλώσι περί τούτου.
Καθ' όν δε καιρόν εματαιοπόνουν οι πρέσβεις εν Κωνσταντινουπόλει, η Ρωσσία και η Αγγλία, αι επ' ειρηνεύσει της Ελλάδος συνδεθείσαι, κατεγίνοντο να παραλάβωσι και τας τρεις άλλας μεγάλας αυλάς συνεργούς· αλλ' η μεν Πρωσσία απεποιήθη επί λόγω, ότι δεν είχε το αυτό συμφέρον, και υπεσχέθη μόνον την φιλικήν παρά τη Πύλη σύμπραξίν της. Η δε Αυστρία, η πρώτη άλλοτε προτείνασα την αναγνώρισιν της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, απήντησεν, ελθούσης της κρισίμου ταύτης ώρας, ότι έχαιρε μεν επί τη ενώσει των δύο αυλών εις κατάπαυσιν των μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξιών, αλλά δεν ημπόρει ν' αναδεχθή επί αιτήσει αποστατών μεσιτεία· προθεμένην απόσπασιν μεγάλου μέρους της Ελλάδος από της εξουσίας του σουλτάνου, δεν απεποιείτο όμως ουδ' αυτή την παρά τη Πύλη φιλικήν συνδρομήν της. Μόνη η γαλλική κυβέρνησις πρόθυμος εφάνη. Η εν Γαλλία υπερισχύσασα κοινή γνώμη υπέρ Ελλάδος, αι εν αμφοτέραις ταις βουλαίς βαρείαι και συνεχείς προσβολαί κατά του υπουργείου ως τουρκίζοντος, και η αείποτε και υπεράλλοτε ευμενής τότε προς τον χριστιανικόν αγώνα διάθεσις του βασιλέως επερρέασαν επί τέλους την επί Βιλλέλου κυβέρνησιν και την ηνάγκασαν όχι μόνον ν' ασπασθή την υπέρ των Ελλήνων πράξιν των δύο Δυνάμεων, αλλά και να προβάλη ίνα μετασχηματισθή η πράξις αύτη εις συνθήκην, να εγγυηθή παρά των τριών Δυνάμεων ό,τι ορισθή, και να πειθαναγκασθή η Πύλη εις παραδοχήν αυτής· συνέταξε δε, επί τη αξιώσει Αγγλίας και Ρωσσίας, και την συνθήκην, ήτις τροπολογηθείσα υπεγράφη εν Λονδίνω την 24 Ιουνίου υπό των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων ορίζουσα εν συνόψει τα εξής.
Αι Δυνάμεις να προσφέρωσι τη Πύλη την μεσιτείαν των εις συνδιαλλαγήν αυτής και των Ελλήνων, και ν' απαιτήσωσιν άνευ αναβολής ανακωχήν.
Οι Έλληνες να κυβερνώνται υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου επί ετησίω φόρω υπό Αρχών εκλεγομένων παρ' αυτών, συνευδοκούντος και του σουλτάνου.
Οι Έλληνες να ιδιοποιηθώσι την παρ' αυτοίς ιδιοκτησίαν των Τούρκων αποζημιούντες αυτούς.
Η οροθετική γραμμή να χαραχθή μετά ταύτα.
Μηδεμίαν ωφέλειαν να ζητήσωσιν αι Δυνάμεις δι' εαυτάς ή διά τους υπηκόους των.
Ν' ασφαλισθώσιν οι συμβιβασθησόμενοι όροι υπό την εγγύησιν των Δυνάμεων όπως μετά ταύτα εγκριθή.
Και ταύτα μεν διέταττε φανερά η συνθήκη. Κατά πρότασιν δε της γαλλικής κυβερνήσεως, της υπέρ πάσαν άλλην προθεμένης να φέρη εις αίσιον και ταχύ πέρας την συνθήκην, υπεγράφησαν ταυτοχρόνως και οι εξής μυστικοί όροι.
Αν η Πύλη δεν εδέχετο εντός ενός μηνός την μεσιτείαν των Δυνάμεων, να συνδέσωσιν αύται εμπορικάς και προξενικάς σχέσεις μετά των Ελλήνων. Αν δε η Πύλη δεν εδέχετο την ανακωχήν ή οι Έλληνες απεποιούντο την εφαρμογήν αυτής, να κηρύξωσιν αι Δυνάμεις, ότι και εν τοιαύτη περιπτώσει εσκόπευαν να την πραγματοποιήσωσι διά των καταλληλοτέρων τρόπων, αμέτοχοι πάντοτε των εχθροπραξιών των αλληλομαχούντων. Αν δε παρά πάσαν προσδοκίαν η Πύλη εθεώρει τα ανωτέρω ανεπαρκή εις παραδοχήν των προτάσεών των, ή οι Έλληνες απέρριπταν τους όρους της συνθήκης, αι Δυνάμεις να μη παύσωσιν ουδέ τότε εργαζόμεναι εις ευόδωσιν της προκειμένης ειρηνεύσεως εφ' ών έθεσαν όρων.
Μοναδικόν φαινόμενον της αείποτε ιδιοτελούς πολιτικής θα θεωρήσει την συνθήκην ταύτην όστις αναλογισθή υπό ποίων, κατά ποίας περιστάσεις, διά ποία τέλη, και υπέρ ποίων αρχών εγράφη. Όσα αι Δυνάμεις διεσάλπισαν και εν Λαϋβάχη και εν Βιέννη κατά των εις βλάβην της εξουσίας εις ην υπάγονται εξανισταμένων λαών, όλα διά της συνθήκης ταύτης εματαιώθησαν. Η συνθήκη επρόσφερε θύμα εις εξιλέωσιν των λαών τας αρχάς της ιεράς συμμαχίας, εμυκτήρισε την υπό το ιερόν όνομα αυτής ανίερον πολιτικήν των αυλών βάσιν αληθή έχουσαν την φιλαρχίαν αυτών και την καταπίεσιν των λαών, και καθιέρωσε νέον δημόσιον δίκαιον νομιμοποιούσα ανέγερσιν τυραννουμένων κατά τυραννούντων. Ως αίτια δε της συνθήκης ταύτης ανεφέροντο ο παρατεινόμενος αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος, η κορυφωθείσα αταξία και αναρχία, και η εντεύθεν πηγάσασα εις βλάβην όλου του ευρωπαϊκού εμπορίου πειρατεία· αλλ' απεσιωπήθησαν τα δύο ισχυρότερα αίτια, η ένθερμος συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών λαών υπέρ των Ελλήνων, και ο φόβος της ενόπλου παρεμβάσεως της Ρωσσίας. Εγένετο δε η μεσολάβησις των αυλών, κατά το λέγειν της συνθήκης, επί τη αιτήσει των Ελλήνων προς την Γαλλίαν και την Αγγλίαν.
Είδαμεν ότι μόνης της Αγγλίας εζήτησαν οι Έλληνες την μεσιτείαν εθνικώς και επισήμως· αλλ' ο Ρόσχης διά του επί της εν Ελλάδι διατριβής του αναφανέντος γαλλικού κόμματος (β) υπενήργησεν αναφοράς πολιτών αιτουμένων την μεσιτείαν της Γαλλίας, σταλείσας προς αυτήν μυστικώ τω τρόπω, ας ανακαλύψασα η ελληνική κυβέρνησις και αυτάς κατέκρινεν ως απαδούσας προς όσα το έθνος εν Επιδαύρω εψήφισε και τους πρωταιτίους αυτών ετιμώρησεν.
Αύγουστος Έπλεαν ήδη κατά το Αιγαίον δύο μοίραι· η μεν αγγλική υπό τον Κοδριγκτώνα, η δε γαλλική υπό τον Δεριγνήν, και ανεμένετο και ρωσσική. Την 5 αυγούστου αφίχθησαν εις Ναύπλιον ο Κοδριγκτών και ο Δεριγνής και ανήγγειλαν ανεπισήμως τα της συνθήκης συμβουλεύοντες την κυβέρνησιν να καλέση τους λαούς εις ομόνοιαν και ευταξίαν, να τους προετοιμάση εις παραδοχήν ανακωχής, και να μεταβή και αύτη εις Αίγιναν εξ αιτίας των εν Ναυπλίω εμφυλίων τότε ταραχών, ίνα σκέπτεται και ενεργή εν ησυχία και ανεπηρεάστως. Συνήνεσεν η κυβέρνησις, εξέδωκε την 9 προκήρυξιν κατά την έννοιαν των συμβουλών των ναυάρχων (γ), και, απάρασα την 15 από του θαλασσοπύργου, όπου έδρευε· εξ αιτίας των εν τη πόλει ταραχών, κατήρε την 17 εις Αίγιναν. Μετέβη δ' εκεί συγχρόνως και η Βουλή, ης ο πρόεδρος, πέντε μέλη και ο επί των εξωτερικών γραμματεύς απετέλουν κατά το ις' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως το συμβούλιον, εις ό ανετέθησαν τα του συμβιβασμού (δ). Την δε 20 ο Χαμιλτών, ο Γάλλος πλοίαρχος Χουγών και ο σύμβουλος της εν Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας Τιμώνης απήτησαν επισήμως παρά των Ελλήνων ανακωχήν. Ό,τι απήτησαν αι Δυνάμεις παρά των Ελλήνων ήτον ό,τι εζήτησαν οι Έλληνες παρά των Δυνάμεων επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως· δι' ο προθύμως συνήνεσαν. Αλλ' ήσαν και πολλοί αυτών και όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες, οίτινες αντέλεγαν και αντέπρατταν πρόφασιν έχοντες αυτήν την συνθήκην ως μη διαγράφουσαν τα όρια της νέας επικρατείας και ως υποκινούσαν αμφιβολίας ως προς την μέλλουσαν τύχην της τόσα παθούσης στερεάς Ελλάδος.
Την δε 4 αυγούστου έφεραν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων εις γνώσιν της Πύλης την συνθήκην δι' ενός και του αυτού εγγράφου διαλαμβάνοντος ότι έξ έτη ματαίως ηγωνίσθησαν αι Δυνάμεις να την πείσωσιν εις ειρήνευσιν της Ελλάδος· ότι, εξ αιτίας τόσων δυστυχημάτων όσα έπαθεν εντεύθεν η ανθρωπότης, και τόσων ζημιών όσας υπέστη το εμπόριον όλων των εθνών, το ζήτημα κατέστη ευρωπαϊκόν· ότι αι Δυνάμεις ηναγκάσθησαν να παρέμβωσιν εις παύσιν του μεγάλου τούτου κακού, και ότι, αν η Πύλη απέρριπτε την μεσιτείαν των και δεν διέταττεν εντός 15 ημερών διακοπήν των εχθροπραξιών, απόφασιν είχαν να ενεργήσωσιν ό,τι απήτει το αληθές συμφέρον αυτής της Πύλης, η ασφάλεια του εμπορίου και η ησυχία της Ευρώπης.
Παρελθούσης δε της δεκαπενθημέρου προθεσμίας, υπήγαν οι διερμηνείς των τριών πρεσβειών ζητούντες απάντησιν. «Αν ήξευρα», τοις απεκρίθη ο Ρεήζ-εφέντης, «ότι το έγγραφον απέβλεπε τα της Ελλάδος, δεν θα το εδεχόμην· αλλά μαθών τι περιείχε, δεν το ανέγνωσα· είπατε προς τους αποστείλαντάς σας ότι η θετική, η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησις της υψηλής Πύλης είναι, ότι ουδεμίαν δέχεται πρότασιν περί Ελλήνων, ότι επιμένει εις ην εξέφρασεν άλλοτε γνώμην και θα επιμένει μέχρι συντελείας του αιώνος». Οι πρέσβεις, μαθόντες ταύτα, ανήγγειλαν την επαύριον τω Ρεήζ-εφέντη ότι, επειδή απερρίφθη η πρότασίς των, αι Δυνάμεις εσκόπευαν να ενεργήσωσιν αυταί τα της συνθήκης. Η Πύλη εζήτησέ τινας διασαφήσεις, επανέλαβε τα αυτά, εκήρυξεν ότι δεν δέχεται εις το εξής έγγραφον περί ταύτης της υποθέσεως, και ότι εθεώρει το δοθέν ως μη δοθέν· διέταξε δε να οχυρωθώσιν αμέσως τα του Βοσπόρου και Ελλησπόντου φρούρια, έφερε στρατεύματα εν τη βασιλευούση και παρεσκευάζετο εις πόλεμον. Επεσκέφθησαν οι διερμηνείς των πρεσβειών τον Ρεήζ-εφέντην και την 2 σεπτεμβρίου και συνδιελέχθησαν, αλλά και τότε απέτυχαν. Προκαλούμενος εν τη συνδιαλέξει ταύτη ο Ρεήζ-εφέντης παρά του διερμηνέως της Αγγλίας ν' ανακαλύψη τι διενοείτο να πράξη η Πύλη επί τη περιστάσει ταύτη, είπεν· «Ο Θεός και το δίκαιόν μου είναι το ρητόν της αυλής σου· ουδέν άλλο ρητόν εγκριτώτερον και παρ' ημίν, εν ώ προτίθεσθε να μας προσβάλετε». Οι πρέσβεις εγνωστοποίησαν την κατάστασιν των πραγμάτων τοις προξένοις και δι' αυτών τοις υπηκόοις των τριών αυλών, οίτινες, θεωρούντες άφευκτον τον πόλεμον, ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσι. Διετάχθησαν δε συγχρόνως παρά των πρέσβεων και οι ναύαρχοι να ενεργήσωσιν ό,τι ώριζεν η συνθήκη, απεχόμενοι μεν πάσης εχθροπραξίας, αλλ' εμποδίζοντες τον επισιτισμόν του τουρκοαιγυπτίου στρατού και διά της βίας, αν η χρεία το εκάλει. Διετάχθησαν παρά της γαλλικής κυβερνήσεως και οι παρά τω Μεχμέτ-Αλή Γάλλοι να παραιτηθώσι της υπηρεσίας του.
Εκείναις ταις ημέραις, είτε εκ συγκυρίας είτε εκ προμελέτης, έφερεν επισήμως προς την Πύλην ο τότε πατριάρχης Αγαθάγγελος αναφοράς των κατοίκων των υπό τα οθωμανικά όπλα επαρχιών της στερεάς Ελλάδος και της Ευβοίας, δι' ών εκθειάζοντες την φιλανθρωπίαν του Κιουταχή οι υπό το κοπτερόν ξίφος αυτού Έλληνες και μετανοούντες δι' όσα έπραξαν κατέφευγαν εις το έλεος της Πύλης αιτούμενοι διά της μεσιτείας του πατριάρχου την απόδοσιν των κτημάτων αυτών και την άφεσιν των επί της αποστασίας και των επί του παρόντος έτους οφειλομένων φόρων. Η Πύλη, θέλουσα να κατασιγάση τας φωνάς της μεσιτευούσης συμμαχίας και να εφελκύση και άλλους αποστάτας, έδραξε την ευκαιρίαν ταύτην, ήνοιξε δι' εγγράφου της προς τον πατριάρχην την θύραν του ελέους, τον διέταξε να καλέση όλους τους αποπλανηθέντας εις μετάνοιαν, υποσχομένη άφεσιν αμαρτιών και παραδεχομένη τας λοιπάς αιτήσεις των· απέλυσε δε και όλους τους επί πολιτικώ λόγω κρατουμένους Έλληνας.
Αφ' ού αι Δυνάμεις απεφάσισαν να παύσωσι τον πόλεμον άκοντος του σουλτάνου, ώφειλαν ν' αποκλείσωσι τον λιμένα της Αλεξανδρείας, όπου ευρίσκοντο ταις ημέραις εκείναις πολεμικά πλοία της Κωνσταντινουπόλεως, της Αιγύπτου, και του Τουνεζίου έτοιμα εις έκπλουν. Αν εγίνετο τούτο, και απεκλείοντο διά τινας μόνον ημέρας και τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου, δι' ών ετροφοδοτούντο τα εχθρικά στρατεύματα, και τα ολέθρια σχέδια του Ιβραήμη θα εματαιούντο, και αυτός θα ηναγκάζετο να επιθυμήση την εις Αίγυπτον επάνοδον· αλλ' η συμμαχία ηρκέσθη να στείλη τον συνταγματάρχην Κραδόκον προς τον Μεχμέτ-Αλήν εις αναβολήν του έκπλου των στόλων συμβουλευτικώ τω τρόπω· ο δε φέρων την εντολήν ταύτην δεν έφθασεν εν καιρώ εις Αίγυπτον αλλά και εν καιρώ αν έφθανε, δεν θα εισηκούετο βεβαίως· Εχρειάζετο βία και όχι πειθώ· διότι, και αν επείθετο ο Μεχμέτ-Αλής, θα εχρειάζετο και τότε βία κατ' επιφάνειαν εις δικαιολογίαν του παρά τω σουλτάνω.
Εν τούτοις, λήγοντος του Ιουλίου, εξέπλευσαν του λιμένος της Αλεξανδρείας 92 πλοία, εξ ών 51 πολεμικά, και τα λοιπά φορτηγά· και ο μεν βυζαντινός στόλος υπό τον καπητανάμπεην συνίστατο εις δύο δίκροτα, πέντε φρεγάτας, και εννέα κορβέττας· ο δε αιγύπτιος υπό τον Μουχαρέμπεην εις τέσσαρας φρεγάτας, ένδεκα κορβέττας, τέσσαρα βρίκια, έξ γολέττας και έξ πυρπολικά· συνέπλεαν δε και τρεις τουνεζικαί φρεγάται μικραί μεθ' ενός βρικίου, και ως οδηγός του Μουχαρέμπεη ο Γάλλος υποναύαρχος Τελλιέρος, υφ' όν και υπό τινας άλλους Γάλλους αξιωματικούς εξησκήθησαν τρισχίλιοι Άραβες περί τα ναυτικά (ε)· τα δε φορτηγά, τα μεν 36 ήσαν υπό σημαίαν τουρκικήν, τα δε 5 υπό αυστριακήν, φέροντα όλα 1000 τακτικούς, 100 ιππείς ανίππους, τρόφιμα, πολεμεφόδια και έν εκατομμύριον διστήλων. Εσκόπει δε ο Ιβραήμης να προσβάλη μετά την άφιξιν της δυνάμεως ταύτης την Ύδραν. Τα πλοία ταύτα κατευωδώθησαν την 20 αυγούστου εις Νεόκαστρον, ουδέν συμμαχικόν ή ελληνικόν πλοίον απαντήσαντα καθ' όλον τον πλουν.
Ο δε δραστήριος Ιβραήμης ήρχισεν αμέσως να επιβιβάζη εις άλλα πλοία άλλα στρατεύματα προς ταχείαν εκπλήρωσιν του μεγάλου σκοπού του. Καθ' ήν δε ημέραν κατέπλευσεν η εχθρική αύτη δύναμις εις Νεόκαστρον, ο μεν Κοδριγκτών ευρίσκετο εν Ναυπλίω, ο δε Δεριγνής εν Μήλω· αμφότεροι δε μαθόντες τον κατάπλουν, ανεχώρησαν· και ο μεν Κοδριγκτών, Σεπτέμβριος αφιχθείς πρώτος έμπροσθεν του Νεοκάστρου, έστειλε την 7 επιστολήν προς τον καπητανάμπεην κοινοποιούσαν τα της συνθήκης και λέγουσαν, ότι κατ' αυτήν απηγορεύετο πάσα κίνησις πλοίων και στρατευμάτων και πάσα μεταφορά πολεμεφοδίων εις βλάβην οποιουδήποτε μέρους της στερεάς Ελλάδος και των νήσων, και ότι, αν μία κανονία ερρίπτετο επί την βρεττανικήν σημαίαν, θα κατεστρέφετο όλος ο στόλος του. Την 10 αφίχθη και ο Δεριγνής, και έγραψαν αμφότεροι αυθημερόν τω Ιβραήμη τα αυτά. Την δ' επαύριον επεσκέφθη ο Δεριγνής τον Ιβραήμην συναινέσει και του Κοδριγκτώνος και τον ηύρεν εις άκραν αμηχανίαν περί του πρακτέου, διότι ούτε τας δυνάμεις του ήθελε να ριψοκινδυνεύση, ούτε τας διαταγάς του σουλτάνου να παρακούση· ηγνόει δε και την γνώμην του πατρός του. Την δε 1 εξήλθαν εις επίσκεψίν του οι δύο ναύαρχοι, και παρόντων των αρχηγών των στόλων επανέλαβαν όσα έγραψαν. Ο Ιβραήμης απεκρίθη εις επήκοον όλων, ότι δεν ήτον αυτεξούσιος, αλλ' υπηρέτης της υψηλής Πύλης, και ότι, διαταχθείς να καταστρέψη την ελληνικήν επανάστασιν διά της καταστροφής της Ύδρας, χρέος του ενόμισε να εκτελέση την θέλησιν του κυρίου του· επειδή όμως ενδεχόμενον να μη προείδεν ο κύριός του την νέαν φάσιν των πραγμάτων, εθεώρει αναγκαίον να ζητήση νέας διαταγάς, έτοιμος πάντοτε να υπακούση, oποίαι και αν ήσαν· αλλ' υπέσχετο ε π ί-λ ό γ ω-τ ι μ ή ς μηδένα έκπλουν να επιτρέψη εν τω μεταξύ τούτω. Οι ναύαρχοι της συμμαχίας ευχαριστήθησαν και ανεχώρησαν, ο μεν Κοδριγκτών εις Ζάκυνθον, ο δε Δεριγνής εις Ελαφοννήσια, αφήσαντες ανά μίαν φρεγάταν έφορμον.
Την δε 19, περί το δειλινόν, ειδοποιήθη ο Κοδριγκτών, ότι 30 πλοία, των εν Νεοκάστρω, πολεμικά και φορτηγά, έπλεαν υπό επιτήδειον άνεμον προς τας Πάτρας εις τιμωρίαν, ως εγνώσθη μετά ταύτα, των περί τον Χάστιγγα και εις επισιτισμόν του στρατού. Ανήχθη επί τη αγγελία ταύτη η αγγλική ναυαρχίς, και πρωίας γενομένης ευρέθη μεταξύ του στόματος του κόλπου και της τουρκικής ταύτης μοίρας παρακολουθουμένη υπό των φρεγατών Δαρτμούθης και Ταλβότης καί τινος βρικίου. Ο Κοδριγκτών έσπευσε να ειδοποιήση τον αρχηγόν της τουρκικής μοίρας, ότι παράβασιν του λόγου της τιμής του γενικού αρχηγού εθεώρει τον έκπλουν της μοίρας ταύτης και δεν επέτρεπε να προχωρήση. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επόδισεν η μοίρα προς το Νεόκαστρον, και την επαύριον απήντησεν άλλην παρακολουθούσαν εκ του Νεοκάστρου, εν ή και ο Ιβραήμης. Επόδισε και αύτη προς το Νεόκαστρον μαθούσα τα του Κοδριγκτώνος. Επανέπλευσαν τότε εις Ζάκυνθον τα αγγλικά πλοία. Σκότους δε γενομένου, εστράφησαν αι δύο αιγύπτιαι μοίραι προς τας Πάτρας· αλλ', επικρατούσης καθ' όλην την νύκτα σφοδράς αντιπνοίας, ολίγον επροχώρησαν. Οι δε περί τον Κοδριγκτώνα, ιδόντες την επαύριον τα πλοία ταύτα, ανήχθησαν, και, θαλασσομαχούντες εξ αιτίας της δεινής κακοκαιρίας, τα επρόφθασαν το εσπέρας έμπροσθεν του Πάπα, τα εκανονοβόλησαν και τα ηνάγκασαν να επαναπλεύσωσιν εις Νεόκαστρον. Εν τούτοις έφθασε και η ρωσσική μοίρα υπό τον υποναύαρχον Χεϋδένον.
Οκτώβριος Αφ' ού παρέβη ο Ιβραήμης τον λόγον του, οι ναύαρχοι εσκέφθησαν, ότι δεν ησφαλίζοντο ειμή παραφυλάττοντές τον. Επί τω σκοπώ τούτω συνήνωσαν τα πλοία των την 6 οκτωβρίου έμπροσθεν του Νεοκάστρου· αλλ' επειδή εθεώρησαν και βαρύ και επικίνδυνον να θαλασσομαχώσι παρά την δυσπαράπλευστον εκείνην ακτήν, απεφάσισαν να εισπλεύσωσιν εν ειρηνικώ πνεύματι. Ηρεθισμένοι δε διά την παράβασιν του λόγου του Ιβραήμη, ηρεθίσθησαν έτι μάλλον κατ' αυτού ως δις συμβουλεύσαντές τον προ ολίγου να μη καταστρέφη ως αγενής εχθρός την Μεσσηνίαν διά πυρός και σιδήρου και μη εισακουσθέντες. Ουδέν ήττον ηρεθισμένοι κατά των ναυάρχων ήσαν και οι Τούρκοι, βλέποντες τα μεγάλα σχέδιά των διασκεδαζόμενα καθ' ήν ώραν εφαίνετο βεβαία η ευόδοσίς των, τους τόσον αιματηρούς και πολυδαπάνους αγώνας των ματαιουμένους, και εαυτούς ενώπιον των αποστατών εξευτελιζομένους. Υποπτεύοντες δε μάχην προητοιμάσθησαν θέσαντες τα πλοία των εις σχήμα πετάλου επί δύο γραμμών αρχομένων από της μιας άκρας της εισόδου του λιμένος, παρατεινομένων εις το εν μέσω αυτού κείμενον νησίδιον του Χελωνακίου και εις την άλλην άκραν περατουμένων· το σχήμα δε τούτο έθετε τα εισπλέοντα πλοία υπό την πυροβολήν όλου του στόλου. Συνίστατο δε η εν τω λιμένι του Νεοκάστρου δύναμίς των την ημέραν εκείνην εις τρία δίκροτα, δεκαεννέα φρεγάτας, ων αι τέσσαρες αιγύπτιαι ήσαν δίφρακτοι (vaisseau ras1es), εικοσιέξ κορβέττας, δώδεκα βρίκια και έξ πυρπολικά, φέροντα όλα κανόνια 1994 (ς)· εφρουρείτο δε το στόμα του λιμένος και υπό του πυρός του φρουρίου και μιας εκατέρωθεν του στόματος κανονοστοιχίας. Και η μεν ένδον γραμμή εσχηματίζετο εκ δικρότων και φρεγατών, έχουσα επί των εσχατιών της εκατέρωθεν τα πυρπολικά, η δ' εκτός υπό κορβεττών και βρικίων κατά τα κενά της ένδον· εσάλευαν δ' επ' αγκύρας όπισθεν της έξω γραμμής καί τινα των μικροτέρων πλοίων διαγράφοντα τρίτην ατελή γραμμήν προς τα άνω και κατά την αριστεράν πλευράν του πετάλου· εναυλόχουν δε τα τουνεζικά εκείθεν του Χελωνακίου· τα δε φορτηγά έκειντο όλα παρά τον νοτιοανατολικόν αιγιαλόν. Και οι μεν περί τον καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατείχαν τα δεξιά, οι δε περί τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην τα αριστερά. Εν τούτοις εισέπλευσαν τον λιμένα δύο συμμαχικά πλοία μη φέροντα σημαίαν, και περιπλεύσαντα εις κατασκόπευσιν, ως εικάζεται, εξέπλευσαν ακοινώνητα και ανεπηρέαστα.
Ο δε Κοδριγκτών, όστις, έχων βαθμόν αντιναυάρχου, ήρχεν όλου του συμμαχικού στόλου, εχόντων των δύο συναδέλφων του τον του υποναυάρχου, διέταξε τον είσπλουν, μεσούσης της ημέρας της 8, παραγγείλας ουδείς των υπό την οδηγίαν του να κανονοβολήση, αν δεν εκανονοβόλουν οι Τούρκοι πρώτοι. Συνεκροτούντο δε αι συμμαχικαί μοίραι, η μεν αγγλική εκ τριών δικρότων, της ναυαρχίδος Ασίας, της Γενούης και της Αλβιώνος, εκ τεσσάρων φρεγγατών, της Γλασκόβης, της Καμβρίας, της Δαρτμούθης και της Ταλβότης, και εκ πέντε βρικίων και γολεττών, του Ρόδου, του Κώνωπος, του Γοργού, της Φιλομήλας και της Ελάφου· η δε γαλλική εκ τριών δικρότων, της Βρεσλαβίας, του Σκιπίωνος και της Τριαίνης, εκ δύο φρεγατών, της ναυαρχίδος Σειρήνος και της Αρμίδας, και εκ δύο γολεττών, της Δάφνης και της Αλκυώνος· η δε ρωσσική εκ τεσσάρων δικρότων, της ναυαρχίδος Αζόφης, του Αλεξάνδρου Νεύσκη, της Γαγγούτης και του Ιεζεκιήλ, και εκ τεσσάρων φρεγατών, του Κάστορος, του Κωνσταντίνου, της Ελένης και της Προβονόης. Ιδού τα ονόματα των πλοίων τούτων των μεν Αγγλιστί των δε Γαλλιστί· Asia, Genoa, Albion, Glasgow, Cambria, Dartmouth, Talbot, The Rose, Muskitto, Alegro, Philomelus, Zebra. — Breslaw, Scipion, Trident, Sir;ene, Armide, Daphn;e, Alcyon. — Asof, Alexandre Newsky, Slanat, Jeseckiel, Castore, Constantin, Hell2ene, Provonnog· έφεραν δε αι τρεις αύται μοίραι κανόνια 1276 (ζ)· αλλ' η δύναμις αύτη, αν και υποδεεστέρα της τουρκικής κατά τον αριθμόν των κανονίων, ήτο λίαν επικρατεστέρα ως εμπεριλαμβάνουσα δέκα δίκροτα, και, αν προσέβαλλε την τουρκικήν μετέωρον, θα την κατέστρεφε και ευκόλως και ταχέως. Έπλεαν δε αι σύμμαχοι μοίραι εις δύο γραμμάς, υπήνεμον μεν η αγγλική και γαλλική, υπερήνεμον δε η ρωσσική. Και κατ' αρχάς μεν προέπλεεν αύτη· αλλ', αφ' ού έφθασε προς το στόμιον του λιμένος, φοβηθείς ο Κοδριγκτών μη τα φρούρια και αι κανονοστοιχίαι πυροβολήσωσι τα πλοία διαπλέοντα προς τα ακροστόμια, την διέταξε ν' ανακωχεύση, και, τούτου γενομένου, κατέλαβε την πρώτην τάξιν η αγγλική, την δευτέραν η γαλλική και την τελευταίαν η ρωσσική επί σκοπώ να διαπλεύσωσιν επί μιας γραμμής το στόμα του λιμένος κατάμεσον.
Μόλις εφάνη εισπλέουσα η αγγλική ναυαρχίς και κανονοκρότησις από του φρουρίου έβαλεν εις κίνησιν ως εκ συνθήματος όλον τον τουρκοαιγύπτιον στόλον. Ο δε καπητανάμπεης, βλέπων αυτήν προβαίνουσαν είπεν, «ο κύβος ερρίφθη, οι Άγγλοι δεν παίζονται», παρήγγειλε δ' εν τω άμα τω Κοδριγκτώνι να εκπλεύση. «Δεν ήλθα να λάβω, ήλθα να δώσω διαταγάς», απεκρίθη ο υπερήφανος Άγγλος, προσθέσας, ότι η απιστία του Ιβραήμη ηνάγκασε τους συμμάχους να εισπλεύσωσι, και ότι, αν επυροβολείτο η σημαία των, θα κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος.
Την β' ώραν μετά μεσημβρίαν εισέπλευσαν υπό λεπτόν εμβάτην, εξαιρουμένων της Καμβρίας και της Γλασκόβης, ανενόχλητα τα αγγλικά πλοία· και αγκυροβόλησαν τα μεν τρία δίκροτα κατά σειράν παράπλευρα της τουρκικής ναυαρχίδος, ενός άλλου δικρότου και μιας φρεγάτας· η δε Δαρτμούθη, τα βρίκια και αι γολέτται παρά τα προς τον είσπλουν πυρπολικά, τα μεν κατά την Σφακτηρίαν, όπου και η Ταλβότη, τα δε αντικρύ, εν οίς και η Δαρτμούθη. Συνεισέπλευσαν καί τινα της γαλλικής μοίρας μετά της ναυαρχίδος. Και η μεν Σειρήν ηγκυροβόλησεν εντεύθεν των αγγλικών δικρότων παρά τα κατά την αυτήν πλευράν αιγύπτια πλοία, όπου διετάχθησαν να παραπλαγιάσωσι και δύο των εισέτι έξω του λιμένος τριών γαλλικών δικρότων· η δε Αρμίδα ηγκυροβόλησε παρά την Ταλβότην, η δε Δάφνη και η Αλκυών παρά την Ασίαν· τα δε λοιπά και όλη η ρωσσική μοίρα ενηνέμουν έξωθεν του λιμένος.
Εν τούτοις, απέστειλεν ο πλοίαρχος της Δαρτμούθης την λέμβον του προς τους εν τω παρ' αυτή πυρπολικώ παραγγέλλων ν' απομακρυνθή· αλλ' οι εν αυτώ, υποπτεύσαντες ότι ήρχοντο οι Άγγλοι να το κυριεύσωσι, τους ετουφέκισαν ερχομένους απροφυλάκτως και εσκότωσαν τον αξιωματικόν καί τινας των ναυτών· αντετουφέκισαν οι εν τη Δαρτμούθη και οι εν τη παρελλιμενιζούση Σειρήνι· έπεσε παρά τινος των αιγυπτίων πλοίων μία κανονία εις την Σειρήνα· αντεκανονοβολησεν η Σειρήν· συνεκανονοβόλησεν η Ασία την βυζαντινήν ναυαρχίδα κανονοβολήσασαν αυτήν πρώτην, και ούτως εξήφθη η μάχη. Επί δε τη θέα ταύτη, ανήγγειλεν ο Μουχαρέμπεης, ούτινος το πλοίον έκειτο και αυτό παράπλευρον της Ασίας αριστερόθεν ότι σκοπόν δεν είχε να την κανονοβολήση· απέστειλε και ο Κοδριγκτών τον πρωρέα του, Πέτρον Μικέλλην, ίνα αναγγείλη ότι, μη κανονοβολούμενος, ουδ' αυτός θα εκανονοβόλει· αλλ' οι περί τον Μουχαρέμπεην, είτε κατά διαταγήν είτε εν αγνοία αυτού, και τον στελλόμενον εσκότωσαν, προσερχομένης της λέμβου, και πρώτοι εκανονοβόλησαν την Ασίαν. Ήρχισε τότε η μέχρι τούδε κανονοβολούσα την βυζαντινήν ναυαρχίδα δεξιόθεν Ασία να κανονοβολή και την αιγυπτίαν αριστερόθεν και κατεναυμάχησεν αμφοτέρας· οι δ' εκθρώσκοντες ουρανομήκεις καπνοί τόσον την περιεκάλυψαν υπό παχείαν νεφέλην, ώστε οι παρεστώτες την εξέλαβαν ως συναπολεσθείσαν αλλά, διασκεδασθέντος του καπνού, την εχαιρέτησαν αναφανείσαν αλαλάζοντες. Πολλά δε παθούσα επί της συμπλοκής ταύτης, πλείστα έπαθεν αρθέντων των πλοίων τούτων εκ του μέσου από της πυκνής πυροβολής της δευτέρας και τρίτης γραμμής.
Διεκρίθη και η Γενούη προς έν δίκροτον και μίαν μαχομένη φρεγάταν· και το μεν δίκροτον κατεπολέμησε, την δε φρεγάταν αύτανδρον εβύθισεν· αλλ' η καταναυμαχηθείσα τουρκική ναυαρχίς εξοκείλασα όπισθεν της Γενούης και εκκενώσασα την κανονοστοινίαν της, καιρίως την έβλαψε και πολλούς των εν αυτή εφόνευσεν, εν οίς και τον πλοίαρχον Βαθούρστην ιστάμενον επί της στέγης του πλοίου άφοβον καθ' όλην την πάλην.
Προσέβαλε και η Αλβιών μίαν εχθρικήν φρεγάταν, και πλήρεις τόλμης οι ναύται της επιπεσόντες ξιφήρεις την επάτησαν αλλ' οι εν αυτή προφθάσαντες την επυρπόλησαν και ερρίφθησαν προς σωτηρίαν εις την θάλασσαν· παρ' ολίγον δε συνεπυρπόλησαν και την Αλβιώνα. Αποφυγούσα δε τον κίνδυνον τούτον η Αλβιών, έπεσεν εν μέσω τριπλού πυρός προσβαλλομένη ταυτοχρόνως υπό μιας φρεγάτας και των δύο παθόντων δικρότων εξοκειλάντων προς την πρύμνην της και απώλεσέ τινας, εν οίς και τον υποπλοίαρχον. Καλή τύχη, εισέπλευσε την ώραν εκείνην η Βρεσλαβία, και δραμούσα την απήλλαξε των δεινών τα δύο δ' εχθρικά δίκροτα, εξοκείλαντα επί της όχθης, εκάησαν.
Τα δε πλοία τα παραφυλάττοντα τα πυρπολικά ριψοκινδύνως επάλαισαν ποτέ απωθούντα αυτά και ποτέ καταστρέφοντα. Έν δε των πυρπολικών μετέδωκε τας φλόγας του εις την Δαρτμούθην, αλλά και αι φλόγες εσβέσθησαν και το φλέξαν αυτήν πλοίον κανονοβολούμενον εβυθίσθη· κατέστρεψε δε η Δαρτμούθη καί τινα παρά την πόλιν μικρά πλοία, και κατεσίγασε και το επί του αιγιαλού παρακείμενον κανονοστάσιον. Μεγάλως ηρίστευσαν και αι συμπολεμούσαι Ταλβότη και Αρμίδα, προκαλέσασαι δι' ών κατώρθωσαν τας ευφημίας των ορώντων. Ουδέν ήττον ηρίστευσαν και τα μικρά πλοία.
Η δε Σειρήν μέγαν αγώνα υπέστη, αρξαμένης της μάχης, μόνη παλαίουσα προς τρεις διφράκτους φρεγάτας· αλλ' εισπλεύσασα μετ' ολίγον η Τρίαινα ήλθεν εις αντίληψίν της, και διήρεσε τας κατ' αυτής δυνάμεις. Επί δε της συμπλοκής ταύτης κατεφλέχθη μία των διφράκτων φρεγατών, και παρακειμένη η Σειρήν εκινδύνευε μέγαν κίνδυνον· αλλ' ελκομένη διά σχοινίων υπό της Δαρτμούθης, και υπό διαφόρων λέμβων ρυμουλκουμένη, διεσώθη απομακρυνθείσα. Εισέπλευσεν εν τούτοις ο Σκιπίων. Τρις εξερράγη το πυρ εντός αυτού, εφορμήσαντος ενός πυρπολικού, και ως εκ θαύματος διεσώθη καταστρέψας επί τέλους το πυρπολικόν.
Μόλις την γ' ώραν εισέπλευσεν εξ αιτίας της νηνεμίας η ρωσσική μοίρα, και ισχυρώς από του φρουρίου και υπό των επί της Σφακτηρίας κανονίων προσβληθείσα και παθούσα, αντιπαρετάχθη προς όλην την δεξιάν πλευράν των εχθρών. Πρωταγωνιζομένου δε του γηραιού Χεϋδένου ανηβήσαντος εν τη μάχη έθραυσε τους παρατεταγμένους εχθρούς συνεργεία προς μεν τα άνω της Βρεσλαβίας, προς δε το στόμιον της Αρμίδας και Ταλβότης και των βραδύτερον εισπλευσασών Καμβρίας και Γλασκόβης· αποβιβάσασα δε ναυμάχους ηνάγκασε τους κατέχοντας την επί της Σφακτηρίας κανονοστοιχίαν να την εγκαταλείψωσιν· εφαίνετο δε η νήσος αύτη όλη φλεγομένη, εξαπτομένων υπό της διακαούς πυροβολής των επικειμένων θάμνων.
Τετράωρος διήρκεσεν η καταστρεπτική αύτη μάχη. Απαξάπαντες οι υπό τας συμμαχικάς σημαίας διέπρεψαν αμιλλώμενοι τις να φανή ευτολμότερος και επιδεξιώτερος. Ευτόλμως και ριψοκινδύνως ηγωνίσθη και ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, αλλ' έπαθε τα πάνδεινα διά την υπερέχουσαν δύναμιν και την πείραν των πολεμίων. Δίκροτα, φρεγάται, κορβέτται, βρίκια, τα μεν κατεσυντρίφθησαν, τα δε εκάησαν, τα δε εβυθίσθησαν ή εις την ξηράν εξεβράσθησαν· τινά δε και επ' αγκύρας εισέτι σαλεύοντα κατήντησαν άχρηστα· ολιγώτατα δε τα μη παθόντα.
Υπερπεντακισχίλιοι ελογίσθησαν οι απολεσθέντες και πάμπολλοι οι πληγωθέντες, εν οίς και ο Μουχαρέμπεης και ο καπητανάμπεης, αποκοπέντος του ποδός του· πολλοί επί των κυμάτων διεσώθησαν υπό των ναυτών των υπό τας συμμαχικάς σημαίας πλοίων, καί τινες αποβάντες εις την άκραν του λιμένος απηυδημένοι έπεσαν εις χείρας των παρενεδρευόντων Ελλήνων. Εφονεύθησαν δε και εκ των υπό τας συμμαχικάς σημαίας 175, και επληγώθησαν 451, εν οίς και ο υιός του Κοδριγκτώνος (η).
Παυσάσης της μάχης, οι ναύαρχοι της συμμαχίας έγραψαν τω Ιβραήμη (θ) και τοις αρχηγοίς του στόλου ότι δεν εισέπλευσαν ως εχθροί, ότι δεν θα τους επολέμουν, αν δεν επυροβόλουν την σημαίαν των εκείνοι πρώτοι, και ότι ουδέ μετά την απρομελέτητον μάχην είχαν σκοπόν να συντρίψωσι τα διασωθέντα πλοία των· αλλ', αν επυροβολούντο εκ νέου, και τα διασωθέντα θα κατέστρεφαν, και τα φρούριά των θα κατηδάφιζαν, και ως κήρυξιν πολέμου του σουλτάνου κατά των συμμάχων την πράξιν ταύτην θα εξελάμβαναν· επί τέλους δε τοις έλεγαν να υψώσωσιν αυθημερόν επί των φρουρίων λευκήν σημαίαν, αν ήθελαν να θεωρώνται εις το εξής ως φίλοι. Έντρομοι οι τουρκοαιγύπτιοι ύψωσαν την λευκήν σημαίαν, αι εχθροπραξίαι δεν επανελήφθησαν, και την 13 απέπλευσαν αι συμμαχικαί μοίραι, διότι πολλά των πλοίων αυτών έπαθαν και εστάλησαν προς επισκευήν τα μεν εις Μάλταν, τα δε εις Τολώνην, τα δε εις Αγγλίαν, αλλ' ουδέν αυτών απωλέσθη.
Ο δε Ιβραήμης, όστις, εν ώ κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, περιεφέρετο εις τα πλησιόχωρα μέρη καταστρέφων και αυτός, επανήλθε την επαύριον της μάχης εις Νεόκαστρον, όπου αφήσας προ ολίγου λαμπρούς στόλους ηύρε ναυάγια· ανακαλέσας δε τα στρατεύματά του και συγκεντρώσας αυτά παρά τα φρούρια ησχολήθη σπουδαίως να επισκευάση όσα των παθόντων πλοίων ήσαν επισκευάσιμα, και την 6 δεκεμβρίου απεστάλησαν εις Αλεξάνδρειαν έν δίκροτον, τέσσαρες φρεγάται, δύο κορβέτται, τρία βρίκια και πολλά φορτηγά· έφεραν δε τα πλοία ταύτα και τους διασωθέντας των φθαρέντων ναύτας, τους ασθενείς και πληγωμένους, τας γυναίκας του Ιβραήμη και των αγάδων και τρισχιλίους αιχμαλώτους Έλληνας και Ελληνίδας.
Ανεκλάλητον χαράν εχάρη όλη η Ελλάς επί τη καταστροφή του τουρκοαιγυπτίου στόλου, ανέπεμψε προς Θεόν ευχαριστίας επ' εκκλησίας και υπέλαβε το ακούσιον έργον των ναυάρχων της συμμαχίας ως έργον της αοράτου χειρός του. Εχάρησαν και η Αμερική και η Ευρώπη αι υιοθετήσασαι τον αγώνα. Συνεχάρησαν και αι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ρωσσίας· αλλ' η της Αγγλίας ελυπήθη και παρέστησεν ενώπιον των βουλών της την ναυμαχίαν ως απαίσιον συμβάν. Είχεν ήδη αποθάνει ο Γεώργιος Κάννιγγ, και η εξουσία περιήλθεν εις άλλας άλλως πολιτευομένων χείρας· ευάριθμοι δε ήσαν οι εν ταις βουλαίς φιλελληνίζοντες, και εις μάτην οι γενναιόφρονες Ολλανδός εν τη άνω βουλή και Βρούχαμος εν τη κάτω ωνείδιζαν τους βλασφημούντας την κατά των βαρβάρων ναυμαχίαν υπουργούς (ι).
Οκτώβριος Πριν δε μάθη το μέγα συμβάν η Πύλη, τα έμαθαν οι παρ' αυτή πρέσβεις. Πλοίαρχός τις Άγγλος ειδοποίησεν εκ Σμύρνης τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν, ότι την 8 οκτωβρίου, μετά μεσημβρίαν, εν ώ έπλεε μεταξύ Κυθήρων και Μάνης, εφαίνοντο λάμψεις εναέριοι και ηκούοντο βαρείαι βρονταί κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, και ότι, απαντήσας την αυτήν ημέραν πλοίον ελληνικόν αποπλεύσαν την προτεραίαν εκ Νεοκάστρου, έμαθεν, ότι οι σύμμαχοι στόλοι ητοιμάζοντο να εισπλεύσωσι την επαύριον. Την δε 16 εβεβαιώθησαν οι καταταραχθέντες επί τη ανωτέρω αγγελία πρέσβεις εκ γραμμάτων των ναυάρχων, ότι αι αναφανείσαι λάμψεις ήσαν αι αναβαίνουσαι φλόγες των καιομένων πλοίων, και αι ακουόμεναι βρονταί ήσαν οι συντριμμοί των. Ήκουσε και η Πύλη όσα εφημίζοντο, και καλέσασα τους διερμηνείς των πρεσβειών την 21, έμαθεν ότι, παραβάντος του Ιβραήμη τον λόγον της τιμής, έπλευσαν εν ειρηνικώ πνεύματι οι συμμαχικοί στόλοι εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ότι κατεστράφη ο τουρκοαιγύπτιος δώσας πρώτος αιτίαν, ότι ελυπούντο οι πρέσβεις, διότι ηναγκάσθησαν οι στόλοι της συμμαχίας ν' αντιτάξωσι βίαν προς την βίαν, και ηύχοντο η φρόνησις της υψηλής Πύλης ν' αποτρέψη καν εις τα εξής άλλα δυστυχήματα.
Τοιούτον συμβάν, οποίον το εν Νεοκάστρω, αν συνέβαινε καθ' ούς καιρούς επεκράτει ο γενιτσαρισμός, θα έφερεν άνω κάτω την Κωνσταντινούπολιν και θα έβαλλεν εις κίνδυνον και την ζωήν και την τιμήν των Φράγκων· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγόγγυσαν μεν οι Μουσουλμάνοι, αλλά δεν ητάκτησαν, και ανέθεσαν παρά πάσαν προσδοκίαν τα πάντα εις την φρόνησιν της κυβερνήσεώς των. Η δε κυβέρνησίς των ησθάνθη και την μεγάλην φθοράν και την μεγάλην περιφρόνησιν, εθεώρησε και παρέστησε το συμβάν προς τους πρέσβεις, ομολογούντας πάντοτε τα προς αυτήν φιλικά αισθήματα των αυλών, ως έργον πολέμιον, εκώλυσε τον πλουν των υπό τας σημαίας αυτών εν τω λιμένι πλοίων, δεν έδωκε τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια τοις ταχυδρόμοις αυτών, απήτησεν ικανοποίησιν και αποζημίωσιν, και διέκοψε μέχρι τινός τας προς αυτούς αμέσους σχέσεις της· αλλ’, αισθανομένη την αδυναμίαν της, δεν επροχώρησε περαιτέρω. Εν μέσω δε του αναφανέντος κινδύνου μεγάλην σταθερότητα έδειξαν οι πρέσβεις κατ' αρχάς ως προς τον υπέρ της εκτελέσεως της συνθήκης σκοπόν της συμμαχίας εντός πάντοτε των όρων της ειρήνης. «Δεν θέλω ν' ακούσω παραμικρόν λόγον περί Ελλάδος», τοις έλεγεν ο Ρεήζ-εφέντης, «και συμβιβαζόμεθα περί παντός άλλου»· «αχώριστα είναι», απεκρίνοντο οι πρέσβεις, «τα της Ελλάδος και τα των τριών αυλών». Η Πύλη τοις έλεγεν ότι απέλυε τα κρατούμενα πλοία και εξέδιδε τα οδοιπορικά φιρμάνια, αν υπέσχοντο να μη επέμβωσι πλέον αι αυλαί εις τα της Ελλάδος, να την αποζημιώσωσι διά την φθοράν του στόλου της, και να την ικανοποιήσωσι διά την ύβριν της σημαίας της. Οι δε πρέσβεις απεκρίνοντο, ότι η περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος κατά την συνθήκην απόφασις των αυλών ήτον αμετάτρεπτος, ότι ουδεμία αποζημίωσις ωφείλετο διά την φθοράν του στόλου της ως προκληθείσαν παρ' αυτής, και ότι, υβρίσασα η Πύλη πρώτη την σημαίαν των, αδίκως απήτει ικανοποίησιν· την ηρώτων δε αν είχε σκοπόν να παύση ενεργούσα παρά τας συνθήκας, κρατούσα τα πλοία και μη δίδουσα τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια, και αν συγκατετίθετο εις τας προς αυτήν περί Ελλάδος προτάσεις των. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη, η Πύλη μη αλλάξασα σκοπόν ήλλαξεν ύφος, και επ' ελπίδι να φέρη διαίρεσιν μεταξύ των πρέσβεων, ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρους ποτέ μετά του ενός ποτέ μετά του άλλου δώσασα καί τινας ελπίδας συμβιβασμού ηθέλησε δε να παρεμβάλη μεταξύ εαυτής και των τριών πρεσβειών την αυστριακήν πρεσβείαν, ήτις επί τη αιτήσει αυτής έγραψε ταις συναδέλφαις της, ότι η υψηλή Πύλη απεφάσισε ν' απολύση τα υπό την σημαίαν των αυλών αυτών πλοία και απήτει να τη στείλωσι την συνήθη περί αυτών σημείωσιν^ ητιολόγει δε την παρέμβασίν της επί τη μη προσελεύσει των διερμηνέων αυτών εις την Πύλην, ως και πρότερον. Αλλ' οι πρέσβεις απέρριψαν ομοθυμαδόν την φιλικήν παρέμβασιν της Αυστρίας, και απέδειξαν ανίσχυρον την δικαιολογίαν της, ειπόντες, ότι η Πύλη συνείθιζε να καλή παρ' εαυτή τους διερμηνείς των, οσάκις είχε τι να τοις κοινοποιήση· έστειλαν δε προς την Πύλην αυθημερόν τους διερμηνείς ζητούντες κατ' ευθείαν απάντησιν επί των τελευταίων προτάσεων αλλ' η Πύλη επανέλαβε το πρώτον ύφος· και ως προς μεν το κατά το Νεόκαστρον συμβάν απήντησεν, ότι, μη λαβούσα εισέτι καθαράς πληροφορίας, ηναγκάζετο ν' αναβάλη πάσαν συζήτησιν, αλλ' ότι το εθεώρει παράβασιν των συνθηκών και κήρυξιν πολέμου· περί δε των ελληνικών πραγμάτων είπε και ήδη όσα και πάντοτε, δηλαδή ότι απέρριπτε την παρέμβασιν· απεσιώπησε δε το περί απολύσεως των πλοίων. Ωργίσθησαν οι πρέσβεις επί τη απαντήσει ταύτη και απήτησαν να τοις αναγγείλη σαφώς, αν, συγκατατιθεμένη εις την επανόρθωσιν των σχέσεων, απέλυε τα κρατούμενα πλοία, και αν εδέχετο τας περί μεσιτείας και ανακωχής προτάσεις, διότι άλλως θ' ανεχώρουν. Η Πύλη εδείχθη ευδιάθετος μεν ως προς την απόλυσιν των πλοίων, αλλ' εναντία, ως αείποτε, ως προς τα της Ελλάδος· επειδή όμως απεφάνθησαν οι πρέσβεις την φοράν ταύτην ότι ανεχώρουν, αν απερρίπτετο το περί Ελλάδος ζήτημα, ανέβαλε την οριστικήν απάντησιν περί πάντων.
Εν τούτοις, κατέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν ο εν Νεοκάστρω επί τη καταστροφή του στόλου Ταχήρπασας, και έπαθεν η Πύλη επί τη ελεύσει του ανδρός τούτου ό,τι πάσχει μήτηρ επί τη πρώτη συνεντεύξει οικείου παρευρεθέντος επί τω εν τη αλλοδαπή θανάτω αγαπητού τέκνου. Ο Ταχήρης, ανήρ πλήρης προλήψεων και μίσους προς τους Φράγκους, τόσον εξηγείωσε την Πύλην αναξήνας τας πληγάς της δι' ών ανέφερεν, ώστε οι μέχρι τούδε ακλόνητοι πρέσβεις εκλονίσθησαν εξ αιτίας του τραχέος και αποτόμου ύφους αυτής· και επί μακράς συνεντεύξεως αυτών και του Ρεήζ-εφέντη (κ) ηρώτησαν, αν η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ των Ελλήνων μεσιτείαν, ευηρεστείτο καν να τοις χαρίση αυθόρμητος προνόμια ανάλογα της συνθήκης, ό εστι Μολδοβλαχικά, αν κατέφευγαν εις το έλεός της. Ο Ρεήζ-εφέντης ανέβαλε την απάντησιν, και μετά την συνέντευξιν ταύτην εκλήθησαν οι μεγιστάνες του κράτους εις γενικόν συμβούλιον, και, γενομένου λόγου περί των τελευταίων προτάσεων της συμμαχίας ως παραιτουμένης από πάσης παρεμβάσεως, ενέκριναν όλοι ομοθυμαδόν ως υπέρτατον όρον των προς τους αποστάτας βασιλικών δωρεών, αλλά και αυτών προς χάριν της συμμαχίας, την λήθην των παρελθόντων, την απόδοσιν των κτημάτων και την άφεσιν των οφειλομένων φόρων· ο δε σουλτάνος, καμφθείς εις τας θερμάς παρακλήσεις του αρχιβεζίρη επικαλεσθέντος γονυκλινώς το προς τους πταίσαντας έλεός του, συγκατένευσε να τοις χαρίση και τον του χαρατσίου φόρον του πρώτου έτους αφ' ού επροσκύνουν. Οι πρέσβεις, ιδόντες ότι και από των όρων της συνθήκης παρεκτραπέντες δεν εισηκούσθησαν, εζήτησαν μετά τρεις ημέρας τα αποδημητήριά των. Η Πύλη δεν αντέτεινεν εις την αναχώρησίν των, αλλά δεν έδωκε τα αποδημητήρια μη θέλουσα να φανή ότι συγκατετίθετο. Εζήτησαν μετά ταύτα αξιωματικούς της Πύλης ως συμπλωτήρας μέχρι των φρουρίων εις εξομαλισμόν ενδεχομένων δυσκολιών, αλλ' ουδέ και κατά τούτο εισηκούσθησαν· ανήγγειλαν, ότι αναχωρούντες έθεταν τους υπηκόους των αυλών των και τα συμφέροντά των υπό την προστασίαν του πρέσβεως της Ολλανδίας, αλλ' ουδέ τούτο εδέχθη η Πύλη, ειπούσα, ότι αύτη είχε σκοπόν ν' αποπέμψη όλους τους κακούς, και να κρατήση υπό την προστασίαν της μόνους τους καλούς· επρόβαλαν ν’ απολύση τα υπό τας σημαίας των αυλών των πλοία, αλλά και την πρότασιν ταύτην ετροποποίησεν η Πύλη υπό τον όρον ν' αποβιβάσωσι τας τροφάς επί πληρωμή μέρους της τιμής επί του παρόντος, και του υπολοίπου βραδύτερον. Οι πρέσβεις ανήγγειλαν την αναχώρησίν των τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των, τοις ναυάρχοις της συμμαχίας και τοις κατά την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν προξένοις· Νοέμβριος την δε 23 νοεμβρίου ειδοποίησαν την Πύλην, ότι την εθεώρουν υπεύθυνον, αν, εξ αιτίας της διαγωγής της, συνέβαινε τι δεινόν είτε προς αυτούς αναχωρούντας, είτε προς τους υπηκόους των αυλών των μένοντας· και οι μεν της Αγγλίας και Γαλλίας απέπλευσαν την 26, ο δε της Ρωσσίας την 4 δεκεμβρίου.
Όχι μόνον ουδεμιάς μομφής αλλά και πολλών επαίνων φαίνεται αξία η Πύλη, ως ανεξάρτητος Αρχή, διά την ακλόνητον επιμονήν της εις απόρριψιν της δι' επιρροής ξένων αυλών ειρηνεύσεως του κράτους της· ο δε επί των εξωτερικών υπουργός, Πετέρ-εφέντης, εδείχθη ανήρ πολλής ικανότητος. Αλλά μωρά και ανεπιτήδειος εφάνη, μη θελήσασα επί τη προτάσει των τριών πρέσβεων να παραχωρήση ο ί κ ο θ ε ν-κ α ι-ά ν ε υ-ξ έ ν η ς-π α ρ ε μ β ά σ ε ω ς τα Βλαχομολδαυικά προνόμια, απατηλά και αυτά ως ανεγγύητα. Άπορον δε πώς οι πρέσβεις, κατά παράβασιν των όρων της συνθήκης και εν αγνοία, των Ελλήνων, επρότειναν τοιούτον αισχρόν συμβιβασμόν. Αλλά καλή τύχη η δυσμενής Πύλη διά της άφρονος και ιδιοβλαβούς αποποιήσεώς της διέσωσε τας συμμάχους αυλάς από του δικαίου τούτου επί τη παλινωδία των πρέσβεων ονειδισμού, και προητοίμασεν άκουσα ευτυχεστέραν λύσιν του ελληνικού ζητήματος.