Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως — Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως — Μάχη του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. — Είσοδος των περί των Φαβιέρου εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία των Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι.
Η ΑΛΩΣΙΣ του Μεσολογγίου επέφερε την καταστροφήν του αγώνος καθ' όλην την Δυτικήν Ελλάδα. Οι λαοί όλων των επαρχιών εκείνου του μέρους επροσκύνησαν· ο δε Κιουταχής εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν, τους μεν των εχόντων επαρχίας οπλαρχηγών εφείλκυσε και παρέλαβεν εις την υπηρεσίαν του, τους δε ουδετέρωσεν· Ιούνιος αφήσας δε ικανήν φρουράν εν Μεσολογγίω εξεστράτευσε τον ιούνιον εις Αθήνας, επάτησε, μηδενός εναντιουμένου, την Φωκίδα και Βοιωτίαν, και την 28 ηυλίσθη εν Θήβαις. Δεκακισχίλιοι ιππείς και πεζοί υπελογίζοντο οι συνεκστρατεύσαντες, και εξ είκοσι κανονίων και έξ βομβοβόλων συνίστατο το πυροβολικόν· προνοητικότερος δε του Δράμαλη εξησφάλισε διά στρατιωτικής κατοχής καταλλήλων μεταξύ θέσεων την ελευθέραν κοινωνίαν του στρατού του μετά της Ευβοίας και του κορινθιακού κόλπου, όθεν έμελλε να πορίζεται τα χρειώδη. Εν ώ δε εστράτευεν ούτος εις Αθήνας, επάτησε και ο Καρύστιος Ομέρ-πασας την Αττικήν μετά χιλίων· και αυτός μεν κατέλαβε το Καπανδρίτι 7 ώρας απέχον των Αθηνών, οι δε περί αυτόν ιππείς επροχώρησαν εις Πειραιά, έκαυσαν τας θημωνιάς, ήρπασαν ποίμνια και επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Επί δε της επιδρομής ταύτης ο Βάσσος και ο Κριεζώτης ευρίσκοντο κατά την Κάζαν και τα Δερβενοχώρια, όπου μαθόντες τα κατά τον Πειραιά ανεστράφησαν, και την 20 εστρατοπέδευσαν κατά το χωρίον Λυόσιαν μίαν ώραν μακράν του εχθρού· την δε επαύριον, δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου, έστειλαν 100 εις ενέδραν των εχθρών εξερχομένων συνήθως προς θερισμόν. Οι σταλέντες εφόνευσαν 2, αλλ' επέδραμαν 200 ιππείς και τους απέκρουσαν· επρόφθασαν εν τούτοις και οι άλλοι Έλληνες, και ούτως οι ιππείς επανήλθαν εις τα ίδια. Την δε επαύριον επρότειναν οι Τούρκοι συνδιάλεξιν, και εισακουσθέντες έστειλαν δύο υποπλαρχηγούς υποσχόμενοι τω Κριεζώτη και τω Βάσσω μεγάλας αμοιβάς, αν επροσκύνουν· απορριψάντων δε αυτών τας προτάσεις, επεστράτευσαν πανστρατιά την 24 λίαν πρωί, αντεπεστράτευσαν και οι Έλληνες, επολέμησαν όπου και την προτεραίαν, και επληγώθησαν εξ αυτών 7, οι δε Τούρκοι επανήλθαν εις το στρατόπεδον· γνωσθέντος δε του ερχομού του Κιουταχή εις Θήβας, ανεχώρησαν οι περί τον Βάσσον και τον Κριεζώτην εις Ελευσίνα.
Αρχομένου του μαΐου, είχε διορισθή ο Γκούρας αρχηγός των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα συστηθησομένων στρατοπέδων, και είχε διαταχθή να μη αναμείνη τους εχθρούς προ των πυλών των Αθηνών· αλλ' αυτός, μη φροντίσας να φυλάξη ουδ' αυτήν την επαρχίαν του απάτητον, εκλείσθη εν τη ακροπόλει μετά 300 μισθωτών, και επί λόγω εξοικονομήσεως τούτων εβασάνισέ τινας των κατοίκων της επαρχίας αργυρολογών και αποταμιεύων· έστειλε δε επί φορολογία και εις Σαλαμίνα, όπου ήσαν Αθηναίοι, τον κακούργον οπαδόν του, Μάνδαλον, όστις διά δεινών κακώσεων εξετέλεσε τα της εντολής του. Υπό τοιούτον αρχηγόν οι επιρρεπείς εις την αταξίαν στρατιώται του έπραξαν, πριν κλεισθώσιν, όσα αισχρόν και λέγειν κατά των δυστυχών χωρικών και τους έφεραν εις τοιαύτην απόγνωσιν, ώστε επί της μικράς εισβολής του Ομέρπασα τα δύο χωρία Χασιά και Μενίδι επροσκύνησαν και υπεδέχθησαν τους ολίγους εχθρούς ως λυτρωτάς των, δολοφονήσαντες και τον οπλαρχηγόν των Μελέτην Βασιλείου τον πρώτον καλέσαντα αυτούς και τους λοιπούς κατοίκους της Αττικής εις τα όπλα και πιστώς αθλήσαντα μέχρι τέλους. Οι δε Αθηναίοι, αν και απεστρέφοντο τον φρούραρχόν των διά τας καταπιέσεις του, εφάνησαν κατά την κρίσιμον ταύτην ώραν χάριν της πατρίδος εις άκρον ανεκτικοί. Εκτός ολίγων καταφυγόντων εις Σαλαμίνα, διέμειναν εν τη πόλει όχι μόνον οι δυνάμενοι να οπλοφορώσιν ή άλλως πως να ωφελώσιν, όλοι 1000, αλλά και πάμπολλαι γυναίκες και παιδία. Εκλείσθησαν εντός αυτής και άλλοι 100 άλλων μερών οπλοφόροι υπό τον Στάθην Κατσικογιάννην, τον Διονύσιον Ευμορφόπουλον και τον Γεώργην Φωκάν· ώστε όλοι οι οπλοφορούντες εν τη πόλει και τη ακροπόλει επί της εισβολής του εχθρού ήσαν 1400.
Την δε 29 η προφυλακή του εν Θήβαις αυλισθέντος την προτεραίων εχθρικού στρατού εκ δισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων υπό τον Μουστάμπεην αφίχθη εις Καπανδρίτι, και ηνώθη μετά των υπό τον Ομέρ-πασαν· την δε επαύριον εφάνησαν ιππείς έξωθεν των Αθηνών περιφερόμενοι^ ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εξώρμησαν και τους ηνάγκασαν ν' αναχωρήσωσι. Ιούλιος Την 1 δε Ιουλίου τινές των εισβαλόντων εχθρών επροχώρησαν εις Μεσόγεια, και ευρόντες αντίστασιν κατά το Λιώπεσι ωπισθοδρόμησαν· την δ' επαύριον περί το δειλινόν εφάνησαν οι εχθροί εκ νέου έξω της πόλεως ερχόμενοι διά των Αμπελοκήπων· αλλά κανονοβοληθέντες και εκ της ακροπόλεως και εκ των κανονοστασίων του κάτω τείχους ωπισθοδρόμησαν. Την δε υστεραίαν όλον το κατά το Καπανδρίτι στράτευμα κατέλαβε το μοναστήριον του Πετράκη, και τους κήπους των Πατησίων, των Σεπωλίων, και του Χασακή. Οι Έλληνες ενισχύθησαν την επιούσαν νύκτα εμβάντων εις την πόλιν 150 οπλοφόρων εκ Σαλαμίνος ελθόντων, και κατέλαβαν την 5 τον λόφον του Μουσείου, οι δε Τούρκοι την Πνύκα, την αγίαν Τριάδα και την αγίαν Μαρίναν· την νύκτα δε της 6 κατέλαβαν οι αυτοί και τον άγιον Αθανάσιον τον παρά τον ναόν του Θησέως. Την δε 10, εν ώ οι περί τον Κριεζώτην και Βάσσον ήσαν εστρατοπεδευμένοι εν Ελευσίνι, εφάνησαν αίφνης επερχόμενοι διά της οδού των Θηβών 2,000 εχθροί, πεζοί και ιππείς, υπό τον Ασλάμπεην. Οι Έλληνες άφησαν τα οχυρώματά των, προϋπήντησαν τους εχθρούς προς το Θριάσιον πεδίον, επολέμησαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν. Επανήλθαν οι εχθροί εις το πεδίον της μάχης και την επαύριον· αλλά και τότε απεκρούσθησαν. Την δε επιούσαν οι μεν πεζοί έκαυσαν την Μάνδραν και την Μαγούλαν, οι δε ιππείς υπήγαν πάλιν όπου επολέμησαν την προτεραίαν, αλλά καταπολεμηθέντες ετράπησαν, καταλιπόντες τας σκηνάς και αποσκευάς των, και την νύκτα επανέκαμψαν εις το στρατόπεδον κακώς έχοντες. Οι δε εκτός των Αθηνών εχθροί, ορμήσαντες την 11, εκυρίευσαν τον λόφον του Μουσείου, και ανήγειραν προμαχώνας. Την 12 εξήλθαν οι Έλληνες των τειχών υπό τον Γκούραν, και κατεδίωξαν τους εχθρούς μέχρι του μοναστηρίου του Πετράκη. Την αυτήν ημέραν ο συνεκστρατεύων υπό τον Κιουταχήν Μουχτάρμπεης Κιαφτέσης έγραψε τω γνωρίμω του Γκούρα, προτρέπων αυτόν να παραδώση την πόλιν και την ακρόπολιν εις αποφυγήν της αφεύκτου των εν αυταίς καταστροφής, και υποσχόμενος ωφελείας και τιμάς, αλλ' η πρότασις απερρίφθη. Την δε 13 εξορμήσαντες οι εν τη πόλει, εν οίς, και ο Μακρυγιάννης, και προσβαλόντες τους εχθρούς εφόνευσαν δύο· υπήγαν και εις τα αλώνια του Γερανίου, όπου ήτον ολίγος σίτος αναλώνιστος, και τον έκαυσαν· θέλων δε τις των εχθρών να σβέση, την φλόγα, συνεκάη. Την νύκτα επεχείρησαν οι εχθροί να καταλάβωσι την θέσιν του ναού του ολυμπίου Διός και οχυρωθώσιν υπό την υπεράσπισιν των στηλών του, αλλά τουφεκισθέντες απεμακρύνθησαν· την δε επαύριον εισήλθεν εις την πόλιν εκ Σαλαμίνος ο επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου διακριθείς υπονομοποιός Κώστας μετά 3 συνεργατών και 70 Αθηναίων. Την 15 παραφυλάξαντές τινες των Ελλήνων κατά τον ναόν του ολυμπίου Διός εφόνευσαν 2 ιππείς και επήραν τους ίππους των. Την αυτήν ημέραν εφάνη ανυψωμένον εχθρικόν κανονοστάσιον εν Γερανίω, και άλλο την ακόλουθον νύκτα κατά την αγίαν Μαρίναν· επετέθησαν δε τέσσαρα καζάνια, και έκτοτε ο πόλεμος εγένετο σοβαρώτερος. Την 16 ήλθεν ο Κιουταχής εκ Θηβών, όπου άφησε τρισχιλίους οπισθοφυλακήν, και εστρατοπέδευσεν εν Πατησίους· την αυτήν ημέραν σφοδρώς κανονοβολούντες οι εχθροί έρριψαν μέρος ενός των δύο δυτικών πύργων του τείχους· την επιούσαν έβλαψαν και τον άλλον πύργον, οι δε Έλληνες επεσκεύασαν την νύκτα τα βλαφθέντα μέρη· κατεσκεύασαν και έν κανονοστάσιον κατά την ενορίαν των αγίων Αναργύρων προσβάλλον το εν Γερανίω εχθρικόν. Την 31 έστειλαν οι εν Ελευσίνι κατά τον Πειραιά 7 στρατιώτας εις κατασκόπευσιν των εχθρών· αλλ' έπεσαν οι σταλέντες εις χείρας αυτών και είς εφονεύθη αμυνόμενος. Μαθών δ' εκ των συλληφθέντων ο Κιουταχής ότι οι έξωθεν Έλληνες έτοιμοι ήσαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν της πολιορκίας των Αθηνών, επεμελήθη να κυριεύση όσον τάχιον την πόλιν εξ εφόδου.
Το τείχος της πόλεως ήταν όλον ημελημένον και πολλαχού σαθρόν, είχε και πολλήν έκτασιν· ο δε ολίγος αριθμός των υπερασπιστών αυτού ήτον ως προς την έκτασιν δυσανάλογος. Εικοσιτέσσαρες πύργοι περιέκειντο, αλλ' οι πλείστοι άοπλοι, οι δε ένοπλοι δεν είχαν ειμή ανά έν κανόνι, και τούτο πολλάκις δύσχρηστον· διά τα αίτια ταύτα η πόλις ήτον ευάλωτος. Αύγουστος Δύο ημέρας προ της εφόδου, ό εστι την 1 και 2 αυγούστου, έρριψαν οι εχθροί επί το τείχος όσας κανονίας δεν έρριψαν καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας, και κατηδάφισαν τόσα μέρη, ώστε δεν επρόφθαναν οι υπερασπισταί του να τα επισκευάζωσι. Το πρωί δε της 3 ώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αλαλάζοντες, επάτησαν την πόλιν διά των κατηδαφισμένων μερών, και μετά μικράν αντίστασιν την εκυρίευσαν όλην· 12 Έλληνες εφονεύθησαν, 30 επληγώθησαν, και 10 άνδρες και 40 γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, όλοι δε οι λοιποί διεσώθησαν εις την ακρόπολιν. Την δε επαύριον κατέβησαν αίφνης τινές των εν τη ακροπόλει προς το ανατολικόν μέρος της πόλεως, εμβήκαν είς τινα οικίαν, την έκαυσαν, εφόνευσαν 13 και εζώγρησαν 5· εφονεύθησαν δε και 2 εξ αυτών και επληγώθησαν 8. Είς δε των ζωγρηθέντων Τούρκων ελέγετο ότι ήτον ο αρχιπυροβολιστής του εχθρικού στρατοπέδου, όστις και συμπαρελήφθη εν τω τάγματι των Ελλήνων πυροβολιστών.
Η δε κυβέρνησις, μαθούσα ότι ο Γκούρας εκλείσθη εν τη ακροπόλει, εφρόντισε ν' αντικαταστήση άλλον αρχηγόν των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατοπέδων. Τα όμματα πολλών των μελών της κυβερνήσεως έπεσαν εξ αρχής επί τον Καραϊσκάκην μεταβάντα εις Ναύπλιον μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου· τούτον συνίστα και η κοινή γνώμη ως τον αξιώτερον να διοικήση κατά την στερεάν Ελλάδα πολυάριθμον στράτευμα, και ν' ανεγείρη τα πεπτωκότα μέρη· αλλ' ανίκητος ενομίζετο η κατ' αυτού απέχθεια του προέδρου της κυβερνήσεως Ζαήμη δι’ άς καταδρομάς και περιφρονήσεις υπέφερε παρ' αυτού ο οίκος του επί του δευτέρου εμφυλίου πολέμου. Ο ανήρ όμως ούτος τόσην πατριωτικήν ανοχήν έδειξε προς τους εχθρούς του κινδυνευούσης της πατρίδος, ώστε γενομένου λόγου επί του κυβερνητικού συμβουλίου περί διορισμού γενικού αρχηγού, πρώτος αυτός εξεστόμισεν ότι ούτε αξιώτερον ούτε καταλληλότερον άλλον εθεώρει παρά τον Καραϊσκάκην. Επευφημησάντων δε όλων των μελών, μετεπέμφθη την επαύριον ο Καραϊσκάκης εις τον θαλασσόπυργον, και ο Ζαήμης λαβών πρώτος τον λόγον τω ανήγγειλε περιποιητικώ τω τρόπω ό,τι περί αυτού εβουλεύθη η κυβέρνησις την προτεραίαν. Κατενύχθη ο Καραϊσκάκης επί τοις λόγοις του προέδρου, απήντησε φιλοφρόνως και ευγνωμόνως, υπεσχέθησαν αμφότεροι παντελή λήθην των παρελθόντων και εναγκαλισθέντες εφιλήθησαν, και το φίλημά των δεν ήτο φίλημα Ιούδα. Συλλέξας δε ο νεοχειροτόνητος αρχηγός όσους εδυνήθη εν Ναυπλίω εξεστράτευσε μετά 600 την 19 Ιουνίου εις Ελευσίνα, όπου ήσαν ήδη τα τάγματα του Βάσσου, του Πανουργιά και του Κριεζώτη, και όπου διετάχθησαν να συνέλθωσι και άλλα άλλων οπλαρχηγών· εγένετο και πάσα φροντίς εις προμήθειαν τροφών, ων δεν εστερείτο η κυβέρνησις χάρις εις τον γενναίον φιλελληνισμόν των χριστιανικών λαών· επειδή δε πας φόβος εχθρικής αποβάσεως εις Σπέτσας και Ύδραν εξέλειψεν ήδη, διετάχθη και ο Φαβιέρος να συνεκστρατεύση εις στερεάν Ελλάδα.
Διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω αταξίαν έστησε προ μικρού ο φιλέλλην ούτος την σταθεράν διαμονήν του στρατού του εν τη κατά την Πελοπόννησον χερσονήσω των Μεθένων, και έφερεν εκεί όλας του τας αποθήκας, αφήσας δύο λόχους εις φρουράν του Ναυπλίου· επροτίμησε δε το μέρος εκείνο ως παραθαλάσσιον, ως μακράν των πολιτικών και στρατιωτικών θορύβων, και ως κείμενον εν μέσω Ύδρας, Αθηνών, Ναυπλίου και ισθμού της Κορίνθου· την φύσει δε οχυράν εκείνην θέσιν εδυνάμωσεν έτι μάλλον ανεγείρας επί των δύο λόφων του ισθμού της δύο οχυρωμάτια. Καθ’ άς δε ημέρας διετάχθη να εκστρατεύση, έφθασαν εις Μέθενα εκ Μασσαλίας 70 φιλέλληνες υπό τον Ιταλόν συνταγματάρχην Πίζαν· η δε γενναία συνδρομή της εν Παρισίοις φιλελληνικής Εταιρίας επρομήθευε πρό τινος καιρού όχι μόνον τα εις τροφήν του τακτικού στρατού αλλά και τα εις λοιπήν εξοικονόμησιν των ευρωπαίων εθελοντών επί τη προτροπή του κόμητος Δαρκούρτου, μέλους και αντιπροσώπου αυτής, επισκεφθέντος κατ' εκείνον τον καιρόν την Ελλάδα εις πλήρη και ακριβή γνώσιν των αναγκών αυτής. Υπό τοιαύτας αισίας περιστάσεις εδέχθη προθύμως ο Φαβιέρος την διαταγήν της κυβερνήσεως, Αύγουστος και παραλαβών το α' και το β' των ταγμάτων εκ χιλίων ανδρών, τον υπό τον Πίζαν λόχον των φιλελλήνων, 70 ιππείς ανίππους, και 4 ορεινά κανόνια, εξεστράτευσεν αρχομένου του αυγούστου εις Ελευσίνα, όπου ηύρεν εστρατοπεδευμένους 2500 ατάκτους υπό διαφόρους και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καραϊσκάκη. Το εσπέρας δε της 5 ανεχώρησαν όλοι και έφθασαν περί το μεσονύκτιον εις Χαϊδάρι, και άλλοι μεν κατέλαβαν τον εκεί περιτετοιχισμένον κήπον κείμενον εν μικρά τινι κοιλάδι και μίαν ήμισυ ώραν απέχοντα των Αθηνών, άλλοι δε εχαρακώθησαν επί των δεξιόθεν και αριστερόθεν του κήπου λόφων· το δε τακτικόν ηυλίσθη εκ δεξιών του κήπου έχον κατά μέτωπον την πόλιν και όπισθεν το όρος.
Την 6, ανατέλλοντος του ηλίου, επρόκυψαν εκ του ελαιώνος δισχίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, έλκοντες δύο κανόνια ελαφρά· και οι μεν πεζοί και οι πλείστοι των ιππέων προσέβαλαν τα εξ αριστερών του κήπου χαρακώματα, όπου ήσαν τα τάγματα του Κριεζώτου, του Περραιβού, του Στέφου, και το των Επταννησίων· τινές δε υπήγαν προς τα εκ δεξιών. Έδραμε κατά των επί τα αριστερά πεσόντων τα α' τάγμα, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν οι εχθροί και ηρπάγησαν και τα πολεμεφόδιά των· έδραμε και ο λόχος των φιλελλήνων κατά των προς τα δεξιά εχθρών και τόσον επροχώρησεν, ώστε ευρέθη μόνος πολεμών προς τριπλασίους· αλλά διά της περί τον πόλεμον εμπειρίας του, διά της καρτεροψυχίας του και διά του ακαταπαύστου πυρός, απέκρουσεν ευτυχώς τας επανειλημμένας προσβολάς των εχθρών, και τους έτρεψε μετ' ολίγον εις φυγήν, ελθόντων δύο λόχων του β' τάγματος εν τη ακμή της μάχης. Εθάρρυνεν η επιτυχία αύτη τον τακτικόν στρατόν, και ο Φαβιέρος, θεωρήσας αρμόδιον τον καιρόν εις συγκρότησιν γενικής μάχης, διέταξεν όλους τους υπό την οδηγίαν του να καταβώσιν εις την πεδιάδα, και βαδίσωσι κατευθύ προς την πόλιν· παρήγγειλε δε και τω Καραϊσκάκη να διατάξη τους ατάκτους να συνακολουθήσωσιν· αλλά, τούτου μη συγκατατεθέντος, είτε διότι εθεώρει το κίνημα παράτολμον, είτε διότι ήξευρεν ότι οι άτακτοι δεν συνηκολούθουν ως μη έχοντες την έξιν του μάχεσθαι εν τοις πεδίοις πεζοί προς ιππείς, ηναγκάσθη να οπισθοδρομήση. Οι Έλληνες επήραν την ημέραν εκείνην δύο σημαίας και εφόνευσαν και επλήγωσάν τινας· εφόνευσαν και ένα των αξιωματικών του ιππικού και ήρπασαν τον ίππον του· εφονεύθησαν δε και 8 εξ αυτών, και επληγώθησαν 20, εν οίς 5 φιλέλληνες· εθλάσθησαν και οι άξονες των δύο υποστατών και εστάλησαν εις Σαλαμίνα προς επισκευήν. Την αυτήν ημέραν επρόβαλεν ο Καραϊσκάκης να μεταφέρωσι τον στρατόν εις Πειραιά προς ευχερεστέραν προμήθειαν διά θαλάσσης πολεμεφοδίων και τροφών· αλλ' ο Φαβιέρος αντέτεινε λέγων, ότι ο σκοπός της εκστρατείας ήτο να λύσωσι την πολιορκίαν, και όχι να χρονοτριβώσι στρατοπεδεύοντες μακράν των εχθρών, και αμυνόμενοι μάλλον ή βλάπτοντες· αντεπρόβαλε δε να κινηθώσι την επαύριον επί τους εχθρούς· αλλ' η γνώμη του δεν έγεινε δεκτή, και αναγκασθείς να ενδώση διέταξε τους συν αυτώ να κινήσωσι το μεσονύκτιον· αλλά δύο εκ της ακροπόλεως, διαφυγόντες την προσοχήν των εχθρών, ήλθαν εις το στρατόπεδον προ του μεσονυκτίου αναγγέλλοντες ότι οι Τούρκοι ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσιν. Η αγγελία αύτη ανέτρεψε το σχέδιον της εις Πειραιά μεταβάσεως του στρατού. Η 7 του μηνός διήλθεν απόλεμος, μη φανέντος του εχθρού, όχι διότι ητοιμάζετο ν' αναχωρήση, αλλά διότι ανεμένετο ο Καρύστιος Ομέρ-πασας προ μικρού απελθών εις Εύβοιαν, όστις και έφθασε την αυτήν εσπέραν μεθ' ικανών ιππέων. Την δε επαύριον το πρωί εφάνη ο Κιουταχής ερχόμενος προς το Χαϊδάρι μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων. Ο Φαβιέρος έστειλε πάραυτα το α' τάγμα και τους ανίππους ιππείς έλκοντας τα δύο σώα κανόνιά του εις κατάληψιν ομαλού τινος και επιμήκους λόφου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν ούτοι αφ' ενός, ανέβαιναν αφ' ετέρου και οι εχθροί ιππείς· το δε εν μέσω ύψος του λόφου εμπόδιζε τους αναβαίνοντας να ίδωσιν αλλήλους, ώστε αφίχθησαν και οι μεν και οι δε εις την κορυφήν του λόφου μηδαμώς προσδοκώντες να συναπαντηθώσι. Πρώτοι δ' επυροβόλησαν οι τακτικοί και εφόνευσάν τινας, αλλ' ο εις τετράγωνον σχηματισμός αυτών, καθ' όν έν μόνον μέτωπον έβλεπε τους εχθρούς, τοις ήτον επιβλαβής· συνέβη δε και το δυστύχημα να πληγωθή ο διοικών το τάγμα Ροβέρτος, Γάλλος, και να θλασθώσιν οι άξονες των υποστατών· τα συμβάντα ταύτα επροξένησαν δειλίαν και αταξίαν εις το τάγμα, το τετράγωνον διερράγη, και οι εχθροί εισεχώρησαν διά των κενών· αλλά δραμόντες οι του β' τάγματος και οι περί τον Καραϊσκάκην και Κριεζώτην, έστησαν την ορμήν των εχθρών και επροφύλαξαν το κινδυνεύον τάγμα από του παντελούς αφανισμού του· 38 στρατιώται και είς των τυμπανιστών εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν. Ο εχθρός, κυριεύσας τον λόφον όλον, εχαράκωσε την κορυφήν του, και διαιρέσας τας δυνάμεις του έρριψε την μεν ιππικήν και μικρόν μέρος της πεζικής επί το οχύρωμα του Στέφου και του Περραιβού, όπου και ο Λέκκας, όλην δε την άλλην πεζικήν προς τον μεταξύ του οχυρώματος τούτου και του όρους λόφον, όν κατείχεν ο Κριεζώτης· και οι μεν περί τον Στέφον, Περραιβόν και Λέκκαν αντέκρουσαν τους εφορμήσαντας και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε κινηθέντες προς τον λόφον, ευρόντες τα κάτω ανώχυρα, επροχώρησαν μέχρι της κορυφής αυτού· αλλ' εκεί φθάσαντες ηύραν πολλήν αντίστασιν, και δις εφορμήσαντες απεκρούσθησαν· τόσον δε εκ του σύνεγγυς εμάχοντο, ώστε, αντί να τουφεκοβολώνται, επετροβολούντο και διεξιφίζοντο. Ετράπη μετ' ολίγον επί τους Έλληνας και το αποκρουσθέν εκ του άλλου οχυρώματος ιππικόν, και ο κίνδυνος αυτών ηυξήθη, και η θέσις όλου του ελληνικού στρατοπέδου κατέστη επισφαλής, διότι, αν υπερίσχυαν οι εχθροί και εκυρίευαν τον λόφον όλον, θα κατελάμβαναν και τα νώτα του στρατοπέδου. Ταύτα παρατηρήσας ο Φαβιέρος έστειλε προς τον λόφον τα δύο τάγματα και τους φιλέλληνας· ώρμησαν και οι γενναίως ανθιστάμενοι επί του λόφου άτακτοι, και ούτως οι εχθροί πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν· μετά ταύτα, τα δύο στρατόπεδα περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς. Πολεμικού δε συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη το μεν τακτικόν να καταλάβη τον κήπον και τα χαρακώματα, οι δε άτακτοι να πέσωσι μετά την δύσιν του ηλίου εις το επί του λόφου εχθρικόν χαράκωμα. Ελθούσης της ώρας, οι μεν άτακτοι εξήλθαν του κήπου και των χαρακωμάτων και εισήλθαν οι τακτικοί αλλ' αντί να κινηθώσιν οι άτακτοι προς τον λόφον, υπεχώρησαν προς το όρος φοβηθέντες και απειθήσαντες εις τας διαταγάς των αρχηγών. Οι εχθροί, βλέποντες τα κινήματα των Ελλήνων και την υποχώρησιν των ατάκτων, περιέκλεισαν τον κήπον. Εφοβήθησαν οι τακτικοί ιδόντες εαυτούς απροσδοκήτως εν μέσω πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού, ετράπησαν εις φυγήν, και καλή τύχη εξ αιτίας του σκότους και του μεταξύ του κήπου και του όρους μικρού διαστήματος διεξέφυγαν την παντελή καταστροφήν των. Ολίγοι εξ αυτών εφονεύθησαν, αλλά πολλοί αδύνατοι στρατιώται αποπλανηθέντες εξ αιτίας του σκότους συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο χαριέστατος και πεπαιδευμένος λοχαγός του πυροβολικού Ίβος, καί τινες πυροβολισταί φιλοτιμούμενοι να σώσωσι τα κανόνιά των^ συνελήφθη και ο Χατσή-Λάμπρος Κορομηλάς· οι πλείστοι δε του στρατού έχασαν τα σκεύη των· έμειναν και 20 περίπου πληγωμένοι εκ των διαφόρων σωμάτων εντός του εν τω κήπω πύργου και έγειναν και αυτοί, ως και οι λοιποί οι συλληφθέντες, θύματα της ωμότητος των εχθρών (α). Μεσούσης δε της νυκτός, έφθασαν τακτικοί και άτακτοι εις Ελευσίνα· φοβηθέντες δε μήπως οι εχθροί τους καταδιώξωσι και εκεί, μετέβησαν όλοι την επαύριον, εκτός των περί τον Καραϊσκάκην και τον Κριεζώτην, εις Σαλαμίνα κακώς έχοντες.
Εκείνας τας ημέρας ελλιμένιζεν έξωθεν του Πειραιώς η γαλλική ναυαρχίς. Την επαύριον της μάχης του Χαϊδαρίου υπήγαν εις επίσκεψιν του ναυάρχου Δεριγνή ο Κιουταχής και ο Ομέρ-πασας. Κατόπιν αυτών υπήγε και ο Καραϊσκάκης. Ο ναύαρχος, αφ' ού τον υπεδέχθη, τον ωδήγησεν ενώπιον των πασάδων καθημένων επί του καταστρώματος. Εξεπλάγη και ο Καραϊσκάκης ευρεθείς απροσδοκήτως εν παρουσία των πασάδων, εξεπλάγησαν και οι πασάδες ευρεθέντες απροσδοκήτως εν παρουσία του Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης τους εχαιρέτησε και εκάθησεν· εκείνοι δε τον αντεχαιρέτησαν αγερώχως κλίναντες απλώς τας κεφαλάς των και μη ανεγερθέντες. Η συνομιλία έγεινεν αλβανιστί. Ο Κιουταχής επέπληξεν ευμενεί τω τρόπω τον Καραϊσκάκην ως απιστήσαντα προς την Πύλην, και τω είπεν ότι, αν επροσκύνει, θα τω έδιδε το λαμπρότερον καπιτανάτον. «Ότε σ' εζήτησα», απεκρίθη ο Καραϊσκάκης, «καπιτανάτον, δεν εισηκούσθην· έκτοτε απεφάσισα να το κερδίσω διά της σπάθης μου, και, Θεού θέλοντος, θα το κερδίσω»· εμειδίασεν ο Κιουταχής και εσιώπησεν. Οι πασάδες ανεχώρησαν από της ναυαρχίδος πρώτοι· απέμεινε δέ τις Αλβανός, όστις επανέλαβεν εξ ονόματος του Κιουταχή προς τον Καραϊσκάκην ιδιαιτέρως ως γνώριμός του όσα τω είπεν ο Κιουταχής παρρησία, αλλά και ούτος ήκουσεν όσα και ο αυθέντης του· η συνέντευξις αύτη των πασάδων και του Καραϊσκάκη έλαβε χώραν κατά συγκυρίαν.
Μετά δε την εν Χαϊδαρίω αποτυχίαν, οι πλείστοι των εν τη ακροπόλει υπομισθίων του Γκούρα, φοβούμενοι τα δεινά μακράς και στενής πολιορκίας, βουλήν έβαλαν να δραπετεύσωσι διά νυκτός παρά γνώμην του φρουράρχου. Ειδοποιηθείς ούτος περί τούτου και θέλων να τους εμποδίση, ανήγγειλε τοις εχθροίς άνωθεν μεγαλοφώνως την μελετωμένην έξοδον, και οι στρατιώται φοβηθέντες μη πέσωσιν εις χείρας αυτών γρηγορούντων εμποδίσθησαν· αλλά δράξαντές τινες αυτών άλλην ευκαιρίαν εδραπέτευσαν, και έτοιμοι ήσαν να δραπετεύσωσι και πολλοί άλλοι. Ένεκα τούτου, εδειλίασε και αυτός ο Γκούρας, και παρήγγειλε μυστικώς να σταλώσι πλοία εις τους τρεις πύργους προς μετακόμισιν όλων των πολιορκουμένων, αν η ανάγκη το εκάλει. Είπαμεν, ότι πλήθη γυναικών και παιδίων εκλείσθησαν εν τη ακροπόλει επί της κυριεύσεως της πόλεως. Εξ αυτών απεπέμφθησαν την νύκτα της 12 ασφαλώς εις Σαλαμίνα 300, συναπεπέμφθησαν καί τινες άχρηστοι άνδρες· ώστε λήγοντος του αυγούστου δεν ήσαν έγκλειστοι ειμή 800 ένοπλοι Αττικοί, 250 ακόλουθοι του φρουράρχου, 80 ακόλουθοι των άλλων οπλαρχηγών, και 500 γυναίκες και παιδία, όλοι ψυχαί 1630· ήσαν και ενός έτους τροφαί, αλλ' ολίγα πολεμεφόδια· έκειντο δε επί των τειχών 14 κανόνια και 3 βομβοβόλοι.
Οι δ' εχθροί, ανεγείραντες επί του λόφου του Μουσείου πυροβολοστάσιον και επιθέσαντες κανόνα@ και βομβοβόλους, ώρμησαν σωρηδόν την 15 μετά το δειλινόν ίνα κυριεύσωσι τον υπό την ακρόπολιν ναόν του αγίου Γεωργίου. Τον ναόν τούτου κατείχαν Έλληνες, οίτινες προϊδόντες το συμβάν τον υπενόμευσαν^ επί σκοπώ δε ν' απατήσωσι τους ορμήσαντας εχθρούς των και τους φέρωσιν εντός αυτού θαρραλέους, υπεκρίθησαν αντίστασιν, ετουφέκισαν ικανήν ώραν και μετά ταύτα υπεχώρησαν ως μη δυνάμενοι δήθεν να τον υπερασπίσωσιν. Οι εχθροί απατηθέντες εμβήκαν οι μεν εις τον ναόν, οι δε εις τας πέριξ οικίας, και αίφνης ανετράπη ο ναός, συνανετράπησαν και αι οικίαι, και συναπωλέσθησαν πάμπολλοι εχθροί· επληγώθησαν δε και 15 Έλληνες, εξ ών είς απέθανεν. Οι εχθροί έπαθαν μετ' ολίγας ημέρας άλλην βαρείαν βλάβην· έμαθεν ο εν Ελευσίνι στρατοπεδεύων Καραϊσκάκης ότι 500 εφύλατταν κατά τα Σκούρτα επί των μεθορίων της Βοιωτίας και Μεγαρίδος αποτεταμιευμένας τροφάς, και απέστειλε την 23, 1200 υπό τον Γεώργην Χελιώτην. Ο οπλαρχηγός ούτος εξετέλεσεν ευτυχώς τα της αποστολής του· επιπεσών αιφνιδίως εφόνευσεν ικανούς, διεσκόρπισε τους λοιπούς, ελαφυραγώγησε, και την επαύριον έφερεν εις Ελευσίνα ολόκληρα ποίμνια και αγέλην ημιόνων.
Εκείνας τας ημέρας έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων επίσημός τις αναφορά του Κιουταχή προς τον αρχιβεζίρην, και ιδιόχειρος επιστολή αυτού πρός τινα Αλήαγαν@, ο εστί προς τον σουλτάνον καλυπτόμενον, κατά την κοινήν γνώμην, υπό το όνομα τούτο. Έλεγε δε η αναφορά, ότι το φρούριον των Αθηνών, ωκοδομημένον εφ' υψηλής και τραχείας πέτρας, ούτε υπόνομον υπεδέχετο ούτε έφοδον εφοβείτο· ότι πολυάριθμα στρατεύματα των απίστων συνηθροίσθησαν κατά τον ισθμόν, και 20 και 30 πλοία των περιέπλεαν· ότι δεν ευκαίρει να εφορεύη τα της πολιορκίας των Αθηνών, και αναγκαίον εθεώρει να παρευρίσκεται πάντοτε τολμηρός και εμπειροπόλεμος βεζίρης οποίος ο Καρύστιος Ομέρ- πασας· ότι επεσκεύασε δέκα μύλους πέριξ των Αθηνών, και ηναγκάζετο εις φύλαξιν αυτών να διατηρή ανά 80 και 100 στρατιώτας, και ότι ητοίμασεν επτά σχεδόν χιλιάδων εκλεκτόν στρατόν εις αποστολήν προς τον ισθμόν της Πελοποννήσου, αλλά δεν τον έστειλεν εισέτι δι' έλλειψιν τροφών.
Εψεύδετο ο Κιουταχής λέγων ότι ηναγκάζετο να διατηρή ιδιαιτέρας φρουράς εις φύλαξιν των μύλων, διότι ούτοι ήσαν τόσον πλησίον του στρατοπέδου, ώστε δεν είχαν χρείαν ιδίας φρουράς· δεν επεσκεύασε δε ειμή πέντε· ουδέ περιέπλεαν 20 και 30 πλοία κατ' εκείνα τα νερά, αλλά 3 μόνον.
Η δε ιδιαιτέρα του επιστολή, δι' ής απεκάλει τον άγνωστον Αλήαγαν «ζωοποιόν του αυθέντην», επανελάμβανε τα αυτά, και έλεγεν εν τέλει, ότι αναγκαιοτάτην εθεώρει την σύμπραξιν άλλου βεζίρη, όπως δυνηθή αυτός να προκαταλάβη τα προς τον ισθμόν στενά, εν όσω το εμπειροπόλεμον στράτευμα της στερεάς Ελλάδος ευρίσκετο εν Πελοποννήσω εξ αιτίας του κατά την Κόρινθον επικρατούντος εμφυλίου πολέμου· διότι, αν εξήρχετο και αυτό εις ενίσχυσιν του τακτικού, εματαιούντο όλοι οι κόποι του, εκινδύνευαν τα στρατεύματά του, και ουδείς θα διέμενε ραγιάς· αν δε διετηρείτο η στερεά Ελλάς υποτεταγμένη, υπέσχετο να εξουσιάση την Πελοπόννησον εντός δύο μηνών.
Εν τούτοις, δεν έπαυεν ο Κιουταχής να στενοχωρή τους εν τη ακροπόλει κανονοβολών και βομβοβολών καθ' ημέραν. Εξαιτίας της οχυράς θέσεώς της οι έγκλειστοι δεν εφοβούντο έφοδον· εβλάπτοντο όμως κανονοβολούμενοι και βομβοβολούμενοι διά το πετρώδες έδαφος και την στενήν περιφέρειάν της· εφοβούντο δε κυρίως την αφαίρεσιν των εν τω παρατειχίσματι πηγαδίων και της επί του Οδυσσέως ανακαλυφθείσης πηγής· διά τούτο προσείχαν εις φύλαξιν αυτών, και ιδόντες τους εχθρούς ανοίγοντας τάφρον εις κατασκευήν υπονόμων υπό το παρατείχισμα επέπεσαν την 26, τους απεδίωξαν, ήρπασαν τους επενδύτας και τα εργαλεία των και επανήλθαν εις την ακρόπολιν. Επίμονοι οι εχθροί εις τον σκοπόν των επανέλαβαν τας υπονομικάς εργασίας των, έσκαψαν βαθείαν τάφρον αρχομένην από των προπόδων του Αρείου πάγου και εκτεινομένην προς την μεσημβρινήν πλευράν του παρατειχίσματος και ήνοιξαν και τρεις υπονόμους υπό το θέατρον του Ηρώδου· Σεπτέβριος αλλ' οι περί τον Μακρυγιάννην, οι φυλάσσοντες το παρατείχισμα, έτρεψαν την νύκτα της 13 σεπτεμβρίου τους εργαζομένους εις φυγήν, ένωσαν την τάφρον, κατέστρεψαν τας υπονόμους, εφόνευσαν και εζώγρησάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια φέροντες τα προς μετακόμισιν χωμάτων καλάθια των εργαζομένων. Είς των Ελλήνων εφονεύθη και είς επληγώθη, όστις απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Την νύκτα δε της 17 οι Τούρκοι ώθησαν εις κυρίευσιν της πηγής και απεκρούσθησαν· την δε 19 ανέκτησαν την τάφρον όθεν απεδιώχθησαν την 13· αλλ' ο προσεκτικός και άοκνος υπονομοποιός Κώστας προείδε την συμβάσαν ανάκτησιν της θέσεως εκείνης, και προλαβών διώρθωσε μίαν των καταστραφεισών υπονόμων, ενέθεσε πυρίτιδα και την εσκέπασεν ώστε δεν εφαίνετο· προς δε το μεσονύκτιον, καθ' ήν ώραν ειργάζοντο οι εχθροί ανοίγοντες την παραχωθείσαν τάφρον, μετέδωκε το πυρ διά τινος αφανούς αγωγού και κατέστρεψε και τους εργάτας και τους φυλάττοντας αυτήν· εκραγείσης δε της υπονόμου έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς και τους απεμάκρυναν· θα εκυρίευαν δε και τα πλειότερα πυροβολοστάσια αυτών, αν η λειποταξία τινών των περί τον Γκούραν δεν έβαλλεν εις αταξίαν τους λοιπούς. Εν τοσούτω, και η προλαβούσα και η εσχάτη αύτη λειποταξία αποκατέστησαν απολύτως αναγκαίαν την εις την ακρόπολιν είσοδον άλλων στρατιωτών.
Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου διωργανίσθη εκ νέου σώμα των Επταννησίων, και αρχηγός ανηγορεύθη ο εν τη ακροπόλει ιθακήσιος Ευμορφόπουλος. Ούτος και ο Γκούρας έγραψαν τη επιτροπή των Επταννησίων και τη κυβερνήσει επικαλούμενοι την εις την ακρόπολιν ταχείαν άνοδον του σώματος τούτου, εξαπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν και τον συναγωνιστήν των και συγγενή του Γκούρα Μαμούρην. Οι Επταννήσιοι υπήκουσαν προθύμως, και συνοδευόμενοι υπό τινων Μεγαρέων και άλλων απέβησαν την 12 είς τι μέρος της Αττικής κατά την Αλικήν, και οδοιπορούντες υπό την οδηγίαν του Μαμούρη έφθασαν πλησίον της ακροπόλεως, αφ' ού ενύκτωσεν· αλλ' οι συνοδοιπόροι των, δειλιάσαντες καθ' οδόν, δεν συνακαλούθησαν· κατέλαβε δε τους Επταννησίους και το φως της σελήνης, διά τούτο μετέβησαν αυτονυκτί εις Καράν αναβαλόντες εις την ακόλουθον νύκτα την εις την ακρόπολιν άνοδον· αλλ' ιδόντες εκείθεν τα χαρακώματα των εχθρών, νομίσαντες το μέρος δι' ού έμελλαν να εισέλθωσιν αδιάβατον, και υποπτεύσαντες ότι τους είδαν οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν την επελθούσαν νύκτα προς το μέρος όπου απέβησαν, και, ευρόντες εκεί τους καθ' οδόν εγκαταλιπόντας αυτούς συνοδοιπόρους, επέρασαν όλοι την 14 εις Σαλαμίνα, όπου συμπαρέλαβαν 120 Στερεοελλαδίτας, προς 100 και 150 γρόσια στρατολογηθέντας, εμβήκαν όλοι, ως 250, υπό την οδηγίαν του Μαμούρη εις το πλοίον του Χατσή-Αλεξανδρή, και απέπλευσαν εξ Αμπελακίων την 27 περί την γ' ώραν της νυκτός· συνέπλεαν δε και οι περί τον Κριεζώτην, σκοπεύοντες να προστατεύσωσι την απόβασιν αυτών, αν παρενέπιπτέ τι πρόσκομμα. Την η' ώραν έφθασαν παρά την Μουνυχίαν, όπου μη ευρόντες εχθρόν απέβησαν ανεμπόδιστοι· χωρισθέντες δε από των περί τον Κριεζώτην, μεινάντων επί του πλοίου, ώδευσαν προς το φρούριον. Έν τέταρτον της ώρας μακράν αυτού ιδόντες οι προπορευόμενοι ικανούς ιππείς βαδίζοντας την αυτήν οδόν παρεμέρισαν και έπεσαν κατά γης· διέβησαν μετ' ολίγον την αυτήν οδόν και άλλοι εχθροί· υπό το σκότος δε της νυκτός ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι είδαν τους προς την ακρόπολιν οδεύοντας· αλλ' ούτοι φοβηθέντες εστράφησαν, οι μεν οπισθοδρομούντες εις τον τόπον της αποβάσεώς των, οι δε αναβαίνοντες τον Υμηττόν. Οι Τούρκοι, νοήσαντές τους εκ της ποδοβολής, τους κατεδίωξαν σποράδην, διαρκούσης της νυκτός· ημέρας δε γενομένης, εφάνησαν οι πλείστοι των φυγόντων προς το παραθαλάσσιον, ανακαλούντες διά σημείων το απάραν ήδη πλοίον και φέρον τους περί τον Κριεζώτην. Το πλοίον επανέπλευσε και παρέλαβε τους επί του παραθαλασσίου σώους· εκ δε των λοιπών, επτά εκλείσθησαν εν τη προς τους τρεις Πύργους μικρά εκκλησία, και εξ αυτών οι έξ απωλέσθησαν· ο δε έβδομος, ο Ανδρέας Κόνταρης, ριφθείς εις την θάλασσαν γυμνός, διεσώθη εις το πλοίον. Περιφερόμενοι οι εχθροί επορεύθησαν και προς την Αλικήν εις ανίχνευσιν άλλων, και ηύραν επί νησιδίου πλησίον της ξηράς 22. Ούτοι οχυρωθέντες επολέμησαν θαρραλέως και ευτυχώς δι' όλης της ημέρας· νυκτός δε γενομένης, ήλθαν τινες των εν τω πλοίω επί δύο λέμβων και τους έσωσαν· αφ' ού δε οι μη εκτελέσαντες το σκοπούμενον συνήχθησαν εις Σαλαμίνα ευρέθησαν 30 ολιγώτεροι. Τοιουτοτρόπως απέτυχεν η εις ενίσχυσιν της φρουράς της ακροπόλεως δευτέρα αύτη απόπειρα· οι δε έγκλειστοι, εν ώ εζήτουν έξωθεν βοήθειαν, έπαθαν αίφνης το εξής πάθημα.
Την 30 σεπτεμβρίου διενυκτέρευεν ο Γκούρας έξω του παρατειχίσματος παρατηρών τα κινήματα των εχθρών, εμποδίζων την επικρατούσαν λειποταξίαν των στρατιωτών, και τουφεκίζων εκ διαλειμμάτων τα πλησίον εχθρικά χαρακώματα. Τουφεκίσαντος δε προς το μεσονύκτιον, εχθρός τις οδηγηθείς υπό του εν τη εστία αναλάμψαντος πυρός, μη διαδοθέντος και εντός του σωλήνος, εσφαιροβόλησε τον Γκούραν εις τον μήλιγγα και τον έρριψε νεκρόν· οι δε περί αυτόν στρατιώται μετεκόμισαν το σώμα του αταράχως εντός του παρατειχίσματος, και το πρωί το ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και το έθαψαν έμπροσθεν του παρθενώνος, αφ' ού ετελέσθησαν τα νενομισμένα. Η γυνή του έδειξεν επί τω θανάτω του και φρόνησιν και γενναιότητα· ιδούσα τους στρατιώτας κλαίοντας, «Τι κλαίετε»; τοις είπε, «σεις εθανατώσατε τον άνδρα μου λειποτακτούντες· αν σας τύπτη τα συνειδός ως αιτίους της χηρείας μου, αλλάξατε διαγωγήν, και μη θελήσετε να φονεύσετε και την γυναίκα του τα αυτά πράττοντες»· κατενύχθησαν οι παρεστώτες επί τοις λεγομένοις, ωρκίσθησαν επί του Ευαγγελίου και της εικόνος του Χριστού να φυλάξωσι πίστιν εις την γυναίκα του αρχηγού των μαχόμενοι, και ετήρησαν τον όρκον των. Καθ' όλον δε το διάστημα της πολιορκίας της πόλεως και της ακροπόλεως μέχρι του θανάτου του Γκούρα ερρίφθησαν υπό μεν των πολιορκούντων 6325 κανονόσφαιραι και βόμβαι, υπό δε των πολιορκουμένων 1191· οι δ' εντός της ακροπόλεως φονευθέντες εν τω διαστήματι τούτω ελογίσθησαν εκατόν.
Έχοντες δε πάντοτε κατά νουν οι πολιορκηταί την αφαίρεσιν του νερού, εμελέτησαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την έμπροσθεν της πηγής οχυρωθείσαν θέσιν του Λεονταρίου, και οι Αλβανοί ανεδέχθησαν τον αγώνα. Οι Έλληνες υπώπτευσαν το μελετώμενον και υποσκάψαντες υπόνομον την προετοίμασαν εις έξαψιν καθ' ήν στιγμήν θα επάτουν την θέσιν εκείνην οι εχθροί. Οκτώβριος Πριν δ' εξημερώση η 6 Οκτωβρίου, ώρμησαν οι Αλβανοί, προηγουμένου εφίππου του φρουράρχου των Αθηνών. Προθέμενοι οι Έλληνες να παγιδεύσωσι τους εχθρούς απεμακρύνθησαν μετά μικράν αντίστασιν, βαλόντες πυρ εις την υπόνομον· αλλ' υγρανθείσης της πυρίτιδος εκ της πολυκαιρίας, η υπόνομος δεν εξερράγη· οι δ' Έλληνες, κυλίοντες βόμβας, ηνάγκασαν τους εχθρούς να εγκαταλείψωσι την θέσιν εκείνην, διότι διαρρηγνύμεναι προ των ποδών αυτών εθανάτωσάν τινας, εν οίς και τον φρούραρχον. Μετά την αποτυχίαν ταύτην απεφάσισαν οι αρχηγοί να επιχειρήσωσι δι' εφόδου την άλωσιν του παρατειχίσματος, και υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς τοις προαιρουμένοις ν' αναδεχθώσι την ανάβασιν· την ανεδέχθησαν οι Γκέγκαι μυκτηρίζοντες τους Αλβανούς ως αναξίους φανέντας εις κυρίευσιν του Λεονταρίου· αφ' ού δε ητοιμάσθησαν, ώρμησαν αίφνης την 7 περί την δ' ώραν, εκυρίευσαν έν των πλησίον του παρατειχίσματος οχυρωμάτων και κατέλαβαν και το στόμα υπονόμου τινός, καθ' ήν ώραν συνέπεσε να ενευρεθή ο υπονομοποιός Κώστας επιτηρών την κατασκευήν της. Ιδών δε ο το παρατείχισμα φυλάττων Μακρυγιάννης τον κίνδυνον του υπονομοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του παραλαβών τους περί αυτόν Αθηναίους. Εξήλθαν μετ' ολίγον καί τινες άλλοι, και συγκροτήσαντες δίωρον μάχην, κανονοβολούντων και βομβοβολούντων και των εν τη ακροπόλει, απεδίωξαν τους εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιμον συναγωνιστήν των. Επιμένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν· αλλ' οι Έλληνες, κρεμώντες άνωθεν βόμβας, αναμμένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας εμπρηστικάς ύλας, έβλαψαν πολλούς και ηνάγκασαν τους λοιπούς, ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δρομαίοι· τέσσαρες αυτών έπεσαν επί της εξόδου των^ οι δε φιλέκδικοι Αλβανοί, οι ονειδισθέντες έτι τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία, βλέποντες άνωθεν του Μουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις συμπάθειαν, εκάγχαζαν εμπαίζοντές τους. Πολλαί βόμβαι και κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ημέραν εκείνην επί την ακρόπολιν, δέκα Έλληνες εφονεύθησαν και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Την δε επιούσαν νύκτα ήναψεν ο Κώστας την υπόνομον, εν ή ευρέθη επί της εφόδου, ώρμησαν οι Έλληνες μετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την ημέραν εκείνην.
Εν ώ δε οι εν τη ακροπόλει ηγωνίζοντο ευτυχώς τον αγώνα τον καλόν και ερριψοκινδύνευαν, τα ελληνικά στρατεύματα εκάθηντο αργά τήδε κακείσε, και οι αρχηγοί των εφιλονείκουν ανοήτως προς αλλήλους· τινές δε αυτών, οι αφρονέστεροι, υπεστήριζαν τον εν τη επαρχία της Κορίνθου εκραγέντα αισχρόν πόλεμον. Εις διατήρησιν της ακροπόλεως εχρειάζετο απαραιτήτως να εισέλθη νέα δύναμις· αλλά δις εματαιώθη η απόπειρα της εισόδου των Επταννησίων, διότι η περιφρουρούσα την ακρόπολιν εχθρική γραμμή εφαίνετο αδιάσπαστος. Έπρεπε ν' αναγκασθή ο Κιουταχής δι' άλλων αλλού κινημάτων των Ελλήνων να ολιγοστεύση την εκεί παραφυλάττουσαν πολλήν δύναμιν, ώστε να δυνηθώσιν οι Έλληνες να εισδύσωσιν. Εθεώρησε και ο Φαβιέρος αρμόδιον τον καιρόν εκείνον να πέση εξ απροόπτου εις Θήβας, όπου εφέδρευαν πάντοτε εχθροί. Διά τον διττόν τούτον σκοπόν απεφασίσθη τα στρατεύματα να κινηθώσι, και ο μεν Φαβιέρος, παραλαβών τα δύο τάγματα εκ 1000 στρατιωτών, τας δύο ίλας εξ 80 ιππέων, τον λόχον του πυροβολικού εξ άλλων τόσων κανονοβολιστών, τον λόχον των φιλελλήνων και 4 κανόνια ελαφρά, μετέβη εις Μέγαρα, συμπαρέλαβε και άλλους 600 ελαφρούς υπό τον Καλλέργην και τον Στέφον, και αναχωρήσαντες όλοι εκείθεν έφθασαν την νύκτα της 9 εις Ασωπόν ποταμόν, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως των Θηβών. Μετά δύο ημέρας εξεστράτευσαν και οι περί τον Καραϊσκάκην προς αντιπερισπασμόν των περί την ακρόπολιν εχθρών, και φθάσαντες περί την ε' ώραν της νυκτός κάτωθεν του Μενιδίου ετουφέκισαν. Ο δε Κριεζώτης, ο Μαμούρης και ο Τσουράς μετά των περί αυτούς και μετά τινων Επταννησίων, όλων 300, εμβάντες εις το πλοίον του Χατσή Αλεξανδρή και εις άλλα πλοιάρια, απέπλευσαν την αυτήν ημέραν καθ' ήν εξεστράτευσεν ο Καραϊσκάκης εξ Αμπελακίων επί σκοπώ να εισδύσωσιν εις το φρούριον. Αλλ' εν ώ ανεπαύοντο οι περί τον Φαβιέρον αναμένοντες την ανατολήν της σελήνης ίνα πέσωσιν εις Θήβας, ήλθαν προς αυτόν ο Καλλέργης και ο Στέφος αναγγέλλοντες ότι οι στρατιώται των ελειποτάκτησαν. Ο Φαβιέρος, επιμένων εις τον σκοπόν του, απεφάσισε να κινηθή έχων μόνους τους τακτικούς· αλλ' η λειποταξία των ατάκτων εψύχρανε την ζέσιν των τακτικών, εξ ών ελειποτάκτησάν τινες υπό το σκότος της νυκτός· ώστε ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος και αγανακτών εις Μέγαρα.
Οι δε περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έφθασαν εις το παράλιον των τριών Πύργων μετά το μεσονύκτιον, ό εστιν αφ' ού ετουφέκισαν οι εν Μενιδίω και είλκυσαν προς εκείνο το μέρος τινάς των εχθρών. Αποβάντες δε επί της ξηράς ώδευσαν ανενόχλητοι προς την ακρόπολιν, έως ου έφθασαν υπό το Μουσείον· τότε η φυλακή της θέσεως εκείνης, ακούσασα ποδοβολήν, ηρώτησε δις τους ερχομένους ποίοι ήσαν· μη λαβούσα δε απάντησιν ετουφέκισεν· αλλ' έως ου εξυπνήσωσιν οι άλλοι επί τω τουφεκισμώ, οι περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έδραμαν και ανέβησαν σώοι όλοι και αβλαβείς εις την ακρόπολιν προς ανεκλάλητον χαράν των εν αυτή· την δε ακόλουθον νύκτα άναψάν τινα υπόνομον ετοίμην, εξώρμησαν μετά την έκρηξιν αυτής, εδίωξαν τους εχθρούς από του προς την ακρόπολιν περιχαρακώματος, και κατηδάφισαν πολύ μέρος αυτού· μαχόμενοι δε υπό το σκότος της νυκτός και αγνοούντες ως νεήλυδες τους συνεξορμήσαντας συναδέλφους των, εθανάτωσαν τρεις εξ αυτών και επλήγωσαν οκτώ.
Αφ' ού δε οι τριακόσιοι εισήλθαν εις την ακρόπολιν, οι Τούρκοι εβάθυναν την μεταξύ του Μουσείου και του παρατειχίσματος τάφρον εις εμπόδιον πάσης εις το εξής διοδείας, ανύψωσαν χώματα, και επεσώρευσαν κλάδους δένδρων επί των χειλέων. Ησχολήθησαν δε και εις κατασκευήν νέας υπονόμου προς ανατροπήν του παρατειχίσματος· αλλ' οι Έλληνες υπέσκαψαν ανθυπόνομον, και έτοιμοι να εφορμήσωσιν επί τη εκραγή, άναψαν δις την 24 προς το μεσονύκτιον το φυτίλιον, αλλ' εσβέσθη· τότε εξώρμησαν, απήλασαν τούς εχθρούς από των
προς το παρατείχισμα οχυρωμάτων, εφόνευσάν τινας, και συνέλαβαν και 16 εργάτας· αλλ' έπαθαν και αυτοί όσην ζημίαν δεν έπαθαν άλλοτε· εννέα εθανατώθησαν, και οκτώ επληγώθησαν.
Ο δ' εχθροί ματαιωθέντων εκ νέου των εις κυρίευσιν του παρατειχίσματος έργων του, επανέστρεψε την προσοχήν του επί το περικλείον την πηγήν τείχισμα και επεχείρησε να το υποσκάψη, αρξάμενος από του ναού της Υπαπαντής. Αλλ' ο πολυμήχανος Κώστας, ανθυπανομεύσας, εματαίωσε πάλιν τα σχέδιά του. Απελπισθέντες τότε οι εχθροί του να επιτύχωσι δι εκείνου του μέρους, ητοίμασαν άλλην υπόνομον δέκα οργυιάς μακράν, ενέθεσαν 2800 οκάδας πυρίτιδος, και την 10 νοεμβρίου α' ώραν μετά το μεσονύκτιον, αφ' ού εκανονοβόλησαν τρις, και έδωκαν το σημείον ν' απομακρυνθώσιν οι επί του Αρείου-πάγου και οι περί τον ναόν της Υπαπαντής, όπου το φυτίλιον της προετοιμασθείσης υπονόμου, οικείοι των, και αφ' ού συνήχθησαν πάμπολλοι επί του Μουσείου ίνα ίδωσιν εξ ύψους το αποβησόμενον, και επί τη καταστροφή του τειχίσματος εφορμήσωσιν εις κυρίευσιν της ακροπόλεως, έβαλαν πυρ εις την υπόνομον· ήσαν δε τόσον βέβαιοι ότι το ήμισυ της ακροπόλεως θα κατεκυλίετο και θα κατεπλάκονε μέρος της πόλεως, ώστε πολλοί των εν ταύτη απεμακρύνθησαν. Εσείσθη τω όντι η ακρόπολις επί τη εκρήξει, αλλά δεν επήλθεν η προσδοκωμένη καταστροφή, διότι ο προνοητικός Κώστας επρόλαβε και ήνοιξε πέριξ αυτής δώδεκα λάκκους εννέα οργυιάς βαθείς, δι' ών η υπόνομος εξεθύμανε. Την δε 19 εφάνησαν επί του Αρείου-πάγου δύο δυστυχείς Έλληνες σουβλισμένοι απέναντι της ακροπόλεως. Εφρύαξαν οι εν αυτή επί τη φρικτή ταύτη θέα και συλλαβόντες τους εγκλείστους Τούρκους, όλους 18, τους εκρέμασαν την νύκτα της 23 πέριξ της ακροπόλεως μηδέν πταίσαντας, εν οίς και τον άλλοτε συλληφθέντα αρχιπυροβολιστήν του Κιουταχή καί τινα Αλβανόν, Ισούφ Δεβένην, διοικητήν άλλοτε του Λιδωρικίου, καλοκάγαθον άνδρα, αναιδώς χλευασθέντα προ του θανάτου και σκληρώς βασανισθέντα. Τοιουτοτρόπως τα φρικτόν και ασυλλόγιστον ανοσιούργημα του Κιουταχή επί βλάβη των Ελλήνων, έπεσεν επί τας αθώας κεφαλάς των δυστυχών ομοπίστων του.
Εν τούτοις, ο εχθρός υπέσκαψεν άλλην υπόνομον προς την Υπαπαντήν, και το εσπέρας της 24 την άναψεν· αλλά και αυτήν ο Κώστας εξησθένισεν· εσείσθησαν εν τοσούτω επί τη εκρήξει και ταύτης τα πέριξ, εσείσθη ολίγον και η ακρόπολις, έπεσαν τοίχοι τινων των πλησίον της Υπαπαντής οικιών καί τινες άνθρωποι απωλέσθησαν. Μετά τας αλλεπαλληλους ταύτας αποτυχίας οι εχθροί έπαυσαν υπονομεύοντες.
Εν τοσούτω η λύσις της πολιορκίας ούτε κατωρθούτο ούτε κατορθωτή εφαίνετο διά των αμέσων προσβολών· και ο μεν Κωλέττης εστάλη εις Σκόπελον, Σκιάθον και Σκύρον προς σύναξιν των εν εκείναις ταις νήσοις διεσπαρμένων θετταλομακεδόνων και κατοχήν των Θερμοπυλών, και συνεπεστάλησαν και δύο πλοία, το του Λεμπέση και το του Κυριακού· ο δε Καραϊσκάκης ανεδέχθη να εκστρατεύση εις άλλας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος προς αποδίωξιν των εν αυταίς οθωμανικών φρουρών και εμψύχωσιν και ανέγερσιν των υποταχθέντων λαών· έπλευσαν δε και δύο γολέτται, η του Ανδριανού και η του Δημήτρη Κριεζώτη, εις τον ερετριακόν κόλπον προς εμπόδιον της εις το εν Αθήναις εχθρικόν στρατόπεδον δι' εκείνου του μέρους σιταγωγίας. Και τα μεν δύο ταύτα πλοία απεβίβασαν εις Κάλαμον ους έφεραν στρατιώτας επί καταστροφή των εκεί μύλων του εχθρικού στρατοπέδου· απέκλεισαν δε εν τω λιμένι του Ωρωπού τρία εχθρικά πλοία εκπλεύσαντα της Χαλκίδος και καταφυγόντα εκεί δια τον φόβον των ελληνικών. Καθ’ άς δε ημέρας το του Κριεζώτη πλοίον απέκλειε την Κάρυστον, επέπλευσαν μία εχθρική γολέττα και μία λεύκα ένοπλοι, αλλ' έδραμεν εις βοήθειάν του η εν Ωρωπώ γολέττα του Ανδριανού, και τα εχθρικά πλοία φοβηθέντα κατέφυγαν εις Μάρμαρι, απεβίβασαν οι εν αυτοίς τα κανόνιά των, και κατέλαβαν δυνατάς θέσεις εις υπεράσπισιν των πλοίων· απεβίβασαν και οι ημέτεροι κανόνια και στρατιώτας, και ώρμησαν διά ξηράς και θαλάσσης κατά των εναντίων· αλλ' ήλθαν και άλλοι Τούρκοι, και οι αποβάντες Έλληνες επανήλθαν εις τα πλοία των, απολέσαντες δύο συναγωνιστάς.
Νοέμβριος Ο δε Κωλέττης και 1500 θετταλομακεδόνες, ους συνέλεξεν αποπλεύσαντες την 3 νοεμβρίου αφίχθησαν την 5 εις Ταλαντονήσι επί των υπό τας διαταγάς αυτού δύο πολεμικών πλοίων και πολλών άλλων πλοιαρίων των οπλαρχηγών. Συμπαρηκολούθουν δε καί τινες φιλέλληνες, εν οίς και ο Βουτιέρος, αρχηγός 80 τακτικών, ους εστρατολόγησεν, ώπλισε και εμίσθωσε διά χρημάτων του εν Ρωσσία φιλογενούς Καλλέργη. Οι Θετταλομακεδόνες ήσαν υπό διαφόρους οπλαρχηγούς· δύο δε υπερείχαν, ο Καρατάσος και ο Γάτσος· αλλ' οι δύο ούτοι δύο ημέρας εφιλονείκουν περί της αρχηγίας· διά τούτο οι μεν περί τον Γάτσον απέβησαν, οι δε περί τον Καρατάσον έμειναν εν τοις πλοίοις, μη θέλοντες να συμπράξωσιν.
Υπήρχαν εν Ταλαντίω εχθρικαί αποθήκαι και 200 Τούρκοι φυλάττοντες αυτάς. Εις άλωσιν αυτών εξεστράτευσαν οι περί τον Γάτσον την νύκτα της 8· αλλ’, εν ώ επλησίαζαν οδεύοντες παρά τους πρόποδας των βουνών, εξεφανερώθησαν το πρωί επί της από Λεβαδείας οδού χίλιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην σταλέντες παρά του Κιουταχή μαθόντος την εκστρατείαν ταύτην. Κατεταράχθησαν οι μηδέν τοιούτον προσδοκώντες Έλληνες, και οι μεν έφυγαν οι δε ετοποθετήθησαν εν τοις παρακειμένοις λόφοις· ο δε Γάτσος και 30 στρατιώται εκλείσθησαν εν παλαιά τινι εκκλησία. Επεξήλθαν οι εν Ταλαντίω εχθροί, ο πόλεμος ήρχισε σποράδην, και οι Έλληνες έπαθαν πολλήν ζημίαν. Εφονεύθησαν οι αρχηγοί, Άγγελος, Καλαμίδας, Κοντός, Χαμακιώτης, και 37 στρατιώται· εφονεύθη και ο Σακκελίωνος, ο άλλοτε αρειοπαγίτης· συνελήφθη δε ζων και ο Θανάσης Εμμανουήλ Παπάς· τα δε πτώματα όλων των φονευθέντων έμειναν υποχείρια των εχθρών, και μόλις διεσώθησαν οι πληγωθέντες 32, εν οίς και ο Βελέντσας. Ο δε Γάτσος και οι συν αυτώ εχάνοντο και εκείνοι, αν δεν επρόφθαναν οι περί τον Αποστολάραν και τον Τσάμην Καρατάσον να τους λυτρώσωσι. Μετά την ήτταν ταύτην όλοι οι Θετταλομακεδόνες επανήλθαν εις τα πλοία των, και ολιγωρούντες τας διαταγάς του Κωλέττου απέπλευσαν εις τα ίδια και διεσκορπίσθησαν.
Αφειδώς καταναλώσαντες την πυρίτιδα οι εν τη ακροπόλει των Αθηνών εις συνεχείς πυροβολισμούς και κατ' εξοχήν εις υπονομικάς εργασίας, και φοβούμενοι μη, παραταθείσης της πολιορκίας, υποστώσι παντελή στέρησιν αυτής, επεκαλέσθησαν, μεσούντος του νοεμβρίου, την αντίληψιν της κυβερνήσεως. Το έργον αποστολής πυρίτιδος ήτο δεινόν· τάφροι και χάρακες εζώννυαν την ακρόπολιν και οι εχθροί περικαθήμενοι ηγρύπνουν μετά την επιτυχή είσοδον των περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς. Πρόθυμος η κυβέρνησις εις αντίληψιν των πολιορκουμένων έστρεψε τα όμματά της προς τον Φαβιέρον και μετεκαλέσατο αυτόν, καθήμενον αργόν εν Μεθένοις ως μη θέλοντα να συμπολεμή μετά των ατάκτων μετά την εκ της λειποταξίας των αποτυχίαν της εις Χαϊδάρι και Θήβας εκστρατείας του, και ως μη δυνάμενον να επιχειρήση τι επί του παρόντος διά μόνων των τακτικών του. Ο Φαβιέρος ανεδέχθη το επικίνδυνον τούτο έργον, και επιστρέψας εις Μέθενα παρέλαβε 430 εκ των εκλεκτοτέρων στρατιωτών του, 60 πυροβολιστάς και 40 φιλέλληνας, όλους 530, και κατασκευάσας ισαρίθμους σάκκους έβαλεν εν ολίγοις μεν αυτών ανά 500 πυρολίθους, εν τοις πολλοίς δε ανά οκτώ οκάδας πυρίτιδος. Δεκέμβριος Αφ' ού δε τα πάντα ητοιμάσθησαν, απέπλευσαν οι 530 την 28 υπό την οδηγίαν του αρχηγού των επί του πλοίου του Χατσή-Αλεξανδρή, κατευωδώθησαν την 1 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εις τους τρεις Πύργους, άφησαν σχεδόν όλοι εν τω πλοίω τα σκεύη των, διότι σκοπόν είχαν, αφ' ού φέρωσι τα πελεμεφόδια εις την ακρόπολιν, ν' αναχωρήσωσιν, ενωτοφόρησεν έκαστος των αξιωματικών και των στρατιωτών ανεξαιρέτως τον σάκκον του, και προ του μεσονυκτίου εκίνησαν προς την ακρόπολιν. Το κινδυνώδες τούτο επιχείρημα ήτο και κατ' άλλον λόγον κινδυνωδέστατον, διότι οι σάκκοι ήσαν κατεσκευασμένοι εκ λεπτού πανίου, και αν είς άναπτε καθ' οδόν, όλοι θ' άναπταν και θα έκαιαν τον στρατόν οδεύοντα εις πυκνήν φάλαγγα. Ένεκα τούτου, εξαιρέσας ο Φαβιέρος τους συνακολουθούντας φιλέλληνας και τους πυροβολιστάς, διέταξε να μη φέρη άλλος γεμάτον τουφέκι. Έτυχε δε και η νυξ εκείνη όλη σεληνόφωτος. Τοιούτοι κίνδυνοι περιεστοίχιζαν τους υπό τον Φαβιέρον, βαθεία δε σιωπή εβασίλευεν επί της οδοιπορίας των· κρότοι μόνον αραιών τουφεκιών, ακουόμενοι μακρόθεν, διέκοπταν εκ διαλειμμάτων την βαθείαν σιωπήν. Μετά δίωρον πορείαν έφθασαν υπό τον λόφον του Μουσείου, ό εστιν επί της όχθης της τάφρου. Επροπορεύοντο δε της φάλαγγος και κατείχαν τας πλευράς αυτής οι φιλέλληνες και οι πυροβολισταί. Καθ' ήν δε στιγμήν έφθασαν υπό τον λόφον, τους είδαν οι εφιστάμενοι δύο φύλακες και ηρώτησαν τίνες ήσαν· εκείνοι δεν απεκρίθησαν· ηρώτησαν πάλιν ούτοι τίνες ήσαν· εχλεύασαν οι ερωτηθέντες· ετουφέκισαν τότε οι χλευασθέντες και ήρχισεν εν τω άμα πολλαχόθεν πολύς τουφεκισμός. Ο δε Φαβιέρος ξιφουλκήσας «β ή μ α-σ υ μ π λ ο κ ή ς», εφώναξε μεγαλοφώνως προς τους τυμπανιστάς, και «ε μ π ρ ό ς-π α ι δ ι ά-ε μ π ρ ό ς» προς τους στρατιώτας. Έκρουσαν αμέσως τα τύμπανα οι τυμπανισταί, ηλάλαξαν οι στρατιώται, και πλήρεις θάρρους και ενθουσιώντες έδρασαν προς την τάφρον τριών μέτρων βάθος και πέντε πλάτος έχουσαν, διέσχισαν τους φυλάττοντας αυτήν υποχωρήσαντας επί τη ορμή των και διέβησαν υπό βαρύν τουφεκισμόν. Ακουσθέντος του κρότου των τυμπάνων εν τη ακροπόλει, εξώρμησαν οι εν αυτή εις αντίληψιν των ερχομένων, και ούτως εισήλθαν οι περί τον Φαβιέρον εις το παρατείχισμα φέροντες τα επώμια φορτία των. Οκτώ εφονεύθησαν επί της εισελεύσεως και δεκατέσσαρες ελαφρώς επληγώθησαν, εν οίς και ο Φαβιέρος και ο Πίσσας. Ο δε Ροβέρτος, θλασθέντος του ποδός του υπό τουφεκοβολής, έπεσε κατά γης μεταξύ της τάφρου και των ελληνικών χαρακωμάτων. Εκεί ευρόντες αυτόν τινες των εχθρών επεχείρησαν να τον αποκεφαλίσωσιν· αλλ' ούτος, και χαμαί κείμενος, υπεράσπισεν εαυτόν ανδρείως αντιπαλαίων ικανήν ώραν διά του ξίφους, έως ου τινες των εξελθόντων, ακούσαντες τας φωνάς και την κλαγγήν των όπλων, έδραμαν, τον ελύτρωσαν φέροντα επί του σώματος εικοσιέξ πληγάς, και τον απεκόμισαν εις την ακρόπολιν, όπου απέθανε μετά έξ ημέρας. Η τολμηρά αύτη εκστρατεία υπερύψωσε το τακτικόν και τον φιλοκίνδυνον αρχηγόν του.
Αλλ' όσον εχάρησαν οι έγκλειστοι, ιδόντες τους τακτικούς αναβάντας, τόσον ελυπήθησαν μαθόντες ότι θ' ανεχώρουν. Θέλοντες δε να τους αποτρέψωσι, τοις έλεγαν ότι θα συνανεχώρουν και αυτοί· αλλ' ο Φαβιέρος δεν μετεπείσθη, και δικαίως· φόβος δεν ήτο να κινδυνεύση η ακρόπολις δι' έλλειψιν υπερασπιστών, αλλά δι' έλλειψιν τροφών και όσον πλειότεροι ήσαν οι εν αυτή, τόσον ταχύτερον εφθείροντο αι τροφαί. Έβλεπεν ο Φαβιέρος την έξοδόν του όχι μόνον αβλαβή αλλά και ωφέλιμον, καθ' όσον εδύνατο να φέρη έξωθεν αντιπερισπασμόν· αλλ' η έξοδός του, γρηγορούντων των εχθρών νύκτα και ημέραν, ήτο σχεδόν αδύνατος. Πλησίον της προς την ακρόπολιν όχθης της τάφρου ήσαν οικίαι τινές κατεχόμεναι υπό των Τούρκων. Σκεφθείς ο Φαβιέρος ότι, αν εκυρίευε τας οικίας εκείνας, ήνοιγε την διά της τάφρου δίοδόν του, διότι ηναγκάζοντο οι εχθροί υπό το πυρ των κατεχόντων αυτάς ν' απομακρυνθώσι, παρέλαβέ τινας τακτικούς και ατάκτους, και εξήλθε κατ' εκείνο το μέρος την 6, όρθρου βαθέως, εις κυρίευσιν αυτών. Συνεξήλθαν και οι περί τον Κριεζώτην και τον Ευμορφόπουλον κατά το μέρος της αγίας Παρασκευής και της Πλάκας εις αντιπερισπασμόν, απεδίωξαν τους πλησίον εχθρούς, έδραμαν περαιτέρω, επάτησαν οικίας της πόλεως, εφόνευσάν τινας εχθρούς, και, ημέρας γενομένης, επανήλθαν εις την ακρόπολιν φέροντες λάφυρα· τινές δε αυτών, μη προφθάσαντες να εισέλθωσι, κατέφυγαν εις το προς ανατολάς σπήλαιον, υπεράσπισαν εαυτούς πανήμεροι, και την επελθούσαν νύκτα διεσώθησαν και αυτοί αβλαβείς εις την ακρόπολιν. Οι δε περί τον Φαβιέρον, πεσόντες αίφνης εις ας εσκόπευαν να κυριεύσωσιν οικίας, τας επάτησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν άπρακτοι εις την ακρόπολιν· δύο εξ αυτών εφονεύθησαν και πέντε επληγώθησαν, εν οίς και ο υπολοχαγός Γεωργάκης Καρατσάς. Επειράθησαν και την 19 και την 23 να εξέλθωσιν, αλλά και τότε απέτυχαν και ενδιέμειναν άκοντες μέχρι τέλους της πολιορκίας υπέρ τους άλλους υπό του ψύχους πάσχοντες ως μη έχοντες επενδύτας. Την δε 25 επρόβαλε τοις εν τη ακροπόλει ο Κιουταχής να παραδοθώσιν υπό ωφελίμους όρους· απορριφθείσης δε της προτάσεως, ητοιμάσθη εις άλωσιν του παρατειχίσματος δι' εφόδου, συνέλεξεν επί του Μουσείου πολλά στρατεύματα την 6 ιανουαρίου, και εκανονοβόλει την Χρυσοσπηλαιώτισσαν· αλλ' η επιτυχής κανονοβολή των πολιορκουμένων εματαίωσε τα μελετώμενα. Κατέχοντες οι Τούρκοι την Υπαπαντήν επεβουλεύοντο δι' υπονόμων το περιτείχισμα της πηγής είκοσι μόλις οργυιάς απέχον. Αναγκαίαν εξ αιτίας τούτου θεωρήσαντες οι Έλληνες την κυρίευσιν της Υπαπαντής, άναψαν την επιούσαν νύκτα υποσκαφείσαν τινα πρό τινων ημερών υπόνομον, επάτησαν την εκκλησίαν, και τους μεν των εν αυτή φονεύσαντες, τους πλείστους δε διασκορπίσαντες, και παν το ευρεθέν αρπάσαντες επανήλθαν εις την ακρόπολιν φοβηθέντες να την κρατήσωσι· πολλήν βλάβην επέφερε και η υπόνομος εκραγείσα. Εν τω μεταξύ δε τούτω διέταξεν ο Φαβιέρος και ετρύπησαν δύο των κατά γης σπονδύλων και εμβαλόντες πυρίτιδα και ανάψαντες φυτίλιον τους εκύλισαν εις την πόλιν, οίτινες εκραγέντες κατεδάφισάν τινας σαθράς οικίας. Μετά τινας δε ημέρας έπαθαν αι ωραίαι τέχναι πάθημα ανήκεστον. Ο Γκούρας μετεσχημάτισε τον ναόν του Ερεχθέως εις οίκημα της γυναικός και των συγγενών του. Εις προφύλαξίν των δε από των επιρριπτομένων βομβών εσώρευσεν επί της οροφής πολύ χώμα· αλλ' ό,τι έπραξεν εις προφύλαξιν συνετέλεσεν εις καταστροφήν. Κανονοβολούντος την νύκτα της 12 του εχθρού, είς των κιόνων του ναού και το επιστύλιον ετέρου έσπασαν, και η μέγα βάρος φέρουσα οροφή πεσούσα εθανάτωσεν ένδεκα, εν οίς και την σύζυγον του Γκούρα.
1826-27