Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πεζό · 1853

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

Σπυρίδων Τρικούπης · Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως — Τόμος Α΄

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθίσταται επίτροπος της αρχής της Εταιρίας των Φιλικών. — Ενέργειαι αυτού και προετοιμασίαι εις επανάστασιν της Ελλάδος.

Ο αποσταλείς προς τον Καποδίστριαν Ξάνθος ίνα τω προσφέρη την αρχηγίαν της Εταιρίας όχι μόνον δεν ηύρεν ευμενή υποδοχήν παρ' αυτώ, αλλά και κακώς απεπέμφθη ως συνεργών εις την καταστροφήν του έθνους του, και ηναγκάσθη να στρέψη προς άλλον τα βλέμματά του.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έζη εν Ρωσσία· ήτο βλαστός λαμπράς οικογενείας και υιός ηγεμόνος καταδιωχθέντος υπό της Πύλης και πρόσφυγος εις Ρωσσίαν· διέπρεψε μαχόμενος υπό την ρωσσικήν σημαίαν· εν δε τη μάχη της Δρέσδης απεκόπη και η δεξιά του. Έφερε τίτλον πρίγκηπος και βαθμόν στρατηγού, και υπασπιστού του αυτοκράτορος, και εδείκνυε πάντοτε πολλήν φιλογένειαν και μέγαν ενθουσιασμόν υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος. Τοιαύτα χαρακτηριστικά εθεώρησεν ο Ξάνθος άξια της γενικής αρχηγίας της Εταιρίας· ως μυστικός δε και αυτός αρχηγός αυτής δεν έκρινεν αναγκαίον να ζητήση την γνώμην των συναρχηγών του· έφερεν υπογεγραμμένην παρ' αυτών σύμβασιν, ην έπρεπε να προσυπογράψη ο Καποδίστριας, αν εδέχετο την γενικήν αρχηγίαν· κατ' αυτήν ώφειλεν ο γενικός αρχηγός να συμβουλεύηται και αυτούς περί πάντων (α). Ο αποσταλείς, ευρών τον Υψηλάντην πρόθυμον να την προσυπογράψη, τον εχειροτόνησεν επίτροπον της Αρχής· ο δε Υψηλάντης, λαβών εντεύθεν την απαιτουμένην εξουσίαν, και κατανοήσας οποίοι ήσαν οι συνιστώντες την Αρχήν, εσφετερίσθη όλην την υπερτάτην διοίκησιν των πραγμάτων, ολιγωρήσας μεν τους αρχηγούς της Εταιρίας και δοτήρας της εξουσίας του, και θεωρήσας την υπογραφείσαν πράξιν ως χαρτίον άγραφον, προσποιούμενος δε πάντοτε, ότι ενήργει υπό διαταγάς ανωτέρων εις πλάνην των μη ειδότων το μυστήριον της ανυπάρκτου Αρχής· ανέλαβε δε την γενικήν αρχηγίαν την εικοστήν Ιουνίου 1820, και ήρχισεν έκτοτε να ενεργή εντός της Ρωσσίας ό,τι ενόμιζεν ωφέλιμον προς τον σκοπόν του.

Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη. Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοι του ως επίβουλον, ή ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν ν' απέλθη, επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις Πελοπόννησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων· αλλά φθάσας παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών εδολοφονήθη παρ' αυτών, υπερμεσούντος του έτους. Τόσον δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής, ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της Εταιρίας.

Εν τούτοις, ο Παπαρρηγόπουλος αφιχθείς εις Κωνσταντινούπολιν παρέστη ενώπιον των εκεί εφόρων της Εταιρίας, και απεστάλη εις Πετρούπολιν προς συνέντευξιν του Υψηλάντου όπως μυσταγωγηθή δήθεν παρ' εκείνου τα της Αρχής και τω εγχειρίση τα προς αυτήν γράμματα. Ως δε διπλούς απόστολος, επεσκέφθη και τον εν Κωνσταντινουπόλει επίτροπον του Αλή προς ον ήτο συστημένος, και δι' αυτού εθάρρυνεν αύθις τον Αλήν να επιμείνη εις ην εμελέτα προς τον σουλτάνον αντίστασιν, και να ελπίζη πάντοτε εις την ρωσσικήν υπεράσπισιν· τα αυτά τω εγνωστοποίησε και αφ' ού έφθασεν εις Πετρούπολιν, και τω προανήγγειλεν ως άφευκτον τον προς την Πύλην ρωσσικόν πόλεμον· μη ευρών δε τον Υψηλάντην εν Πετρουπόλει, έτρεξε κατόπιν του εις Μόσχαν, κακείθεν εις Οδησσόν, όπου τον συνήντησε και τω ανεκάλυψε τον σκοπόν της αποστολής του. Ερωτήσας δε αυτόν και περί της Αρχής προς ην εστέλλετο, ήκουσεν, ότι ήτον αφανής, ότι αυτός ήτον ο πληρεξούσιος της, και ότι αυτώ έπρεπε και τα προς αυτήν γράμματα να εγχειρίση, και τους στοχασμούς του ν' ανακοινώση, και ότι διά του πληρεξουσίου της θα εμάνθανεν η Αρχή τα πάντα και δι' αυτού θα έδιδε τας αναγκαίας διαταγάς. Ο Παπαρρηγόπουλος τω έδωκεν επί τοις λόγοις τούτοις το συστατικόν των Πελοποννησίων, τω είπεν ότι οι Έλληνες ανέμεναν όλα τα του πολέμου παρά της Αρχής, και τον επληροφόρησεν ακριβώς περί της καταστάσεως, των πραγμάτων καθ' όλην την Ελλάδα. Ηπόρησεν ο Υψηλάντης ακούσας, ότι ούτε στρατεύματα ήσαν μυστικώς προωργανισμένα, ούτε χρήματα αποτεταμιευμένα, ούτε πολεμεφόδια ουδαμού συσσωρευμένα. Εις τόσην δε απάτην τον έρριψαν οι απόστολοί του, ώστε εδίσταζε να πιστεύση όσα αληθώς τω έλεγεν ο Παπαρρηγόπουλος, όστις θεωρήσας εθνοφθόρον τον δισταγμόν του έγραψε δι' άλλης χειρός επί του αγράφου και παρά των αρχιερέων και προκρίτων της Πελοποννήσου υπογεγραμμένου χαρτίου όσα ενόμισε συντελεστικά εις παύσιν του δισταγμού και εις αναίρεσιν των ψευδολογιών εφ' ων ο ατυχής πληρεξούσιος εσάλευε τας ελπίδας του και ερριψοκινδύνευε την ύπαρξιν του έθνους του· αλλ' αυτό το έγγραφον ίσχυσε να απαλλάξη τον Υψηλάντην της απάτης του.

Το φθινόπωρον του 1820 επανήλθεν ο Παπαρρηγόπουλος εις Πάτρας και ενεχείρισε τω Πατρών (β) τα παρά του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου επιτρόπου της Αρχής αποκριτικά γράμματα πραγματοποιούντα τας αιτήσεις της Πελοποννησιακής ομηγύρεως δι' αδείας εγκαταστάσεως γενικής εφορίας διοικούσης εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας υπό την Αρχήν και εχούσης την απαιτουμένην ισχύν εφ' όλων των αδελφών, και διά συστάσεως γενικού ταμείου των κατά την Πελοπόννησον, καθ' όλον το Αιγαίον και κατά την Επτάννησον συνεισφορών αυτών. Τα αυτά γράμματα ανήγγελλαν ως εξ ονόματος της Αρχής και την αναγόρευσιν του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου αυτής. Οι Πελοποννήσιοι λαβόντες ταύτα, ακούσαντες και τους θαρρυντικούς λόγους του αποστόλου των υποπτεύσαντος τα του Υψηλάντου ως σαθρά, αλλά μη στηλιτεύσαντος αυτά, και αναγνώσαντες μάλιστα και φράσιν των προς αυτούς γραμμάτων λέγουσαν, «ε ζ η τ ή θ η - κ α ι - ό θ ε ν - έ δ ε ι - η - α ν ή κ ο υ σ α - β ο ή θ ε ι α - κ α ι - υ π ε ρ ά σ π ι σ ι ς - κ α ι - ε χ ο ρ η γ ή θ η - α φ θ ό ν ω ς», εθαρρύνθησαν και εσύστησαν την εφορίαν, υπό την προεδρείαν του Ιωάννου Βλασοπούλου προξένου της Ρωσσσίας, εκ των αρχιερέων Π Πατρών Γερμανού, Μονεμβασίας Χρυσάνθου, Χριστιανουπόλεως Γερμανού, και εκ των προκρίτων Ασημάκη Ζαήμη, Σωτήρη Χαραλάμπη και Θεοδώρου Ρέντη· διώρισαν δε και ταμίας τον Ιωάννην Παπαδιαμαντόπουλον και τον Παναγιώτην Αρβάλην. Η εκλογή αύτη εψύχρανέ τινας μη συμπαραληφθέντας εν τη εφορία, και εντεύθεν ανεφύη έρις και αντίπραξις πριν αρχίση ο αγών, και η εφορία έμεινεν εξ αυτής της συστάσεώς της νεκρά.

Εν τω μεταξύ δε τούτω ο εν Ρωσσία Υψηλάντης ήτησε παρά της Ρωσσικής κυβερνήσεως άδειαν απουσίας, και μετέβη εις Βεσσαραβίαν, όπου πολλάκις διελέχθη μετά διαφόρων μελών της Εταιρίας ελθόντων πολλαχόθεν εις έντευξίν του, προετοιμάζων τα πάντα προς έναρξιν του αγώνος. Οι απόστολοι της Εταιρίας, οι γενικώς την ταχείαν έναρξιν του αγώνος επιθυμούντες, τους μεν Έλληνας, προς ους εστέλλοντο, εβεβαίουν ότι πάσα βοήθεια θα ήρχετο έξωθεν άμα ήρχιζεν εντός ο αγών, τον δε Υψηλάντην εθάρρυναν λέγοντες, ότι τα πάντα ήσαν έτοιμα εντός της Ελλάδος, και ότι οι Έλληνες δεν εζήτουν ειμή αρχηγόν έξωθεν εις έναρξιν. Ο Υψηλάντης επίστευεν όσα τω έλεγαν, διότι ήσαν όσα επεθύμει και ενόμιζεν ότι δεν επρόκειτο ν' ανεγείρη θρόνον, αλλά να καθήση επί ήδη ανεγερθέντος. Αν δε τις τω έλεγε την αλήθειαν, δεν επιστεύετο· τόσον εφάνη ευαπάτητος. Απεφάσισε δε εν πρώτοις να κατέλθη εις Ελλάδα, και έστειλε καί τινας φέροντας μυστικά γράμματα εις την Πελοπόννησον, εις τας νήσους και εις την στερεάν Ελλάδα, και έχοντας εντολήν να προκηρύξωσι την ταχείαν έλευσίν του και προετοιμάσωσι την οδόν του· διενοείτο δε άγνωστος να καταβή εις Τεργέστην όπου θα τον περιέμενεν Ελληνικόν πλοίον περί την 20 νοεμβρίου, και άγνωστος να καταπλεύση εις τα παράλια της Μάνης, όθεν εμελέτα ν' αρχίση τα ένοπλα κινήματά του την 25 Μαρτίου, ημέραν του Ευαγγελισμού, ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους· αλλ' εν ώ κατεγίνετο παρασκευάζων την εις Ελλάδα κατάβασίν του, τινές των περί αυτόν υπερίσχυσαν συμβουλεύοντές τον να μεταβή εις Μολδοβλαχίαν, και εκείθεν ν' αρχίση τον αγώνα. Εις υποστήριξιν δε της γνώμης των τω έλεγαν, ότι αι δύο αύται ηγεμονείαι εθεωρούντο ως άλλη Ελλάς, διότι και ηγεμόνες και αυλικοί ήσαν Έλληνες, και ο λαός ως ομόδοξος ήτο πρόθυμος να συναγωνισθή τον υπέρ πίστεως αγώνα, ότι ο ηγεμών της Μολδαυίας τον εδέχετο προθύμως, ότι η ηγεμονεία της Βλαχίας, χηρεύουσα διά τον μεσούντος του Ιανουαρίου θάνατον του ηγεμόνος της Αλεξάνδρου Σούτσου, ετέλει υπό αδύνατον μεσηγεμονίαν ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ότι ευρίσκετο εν ταις ηγεμονείαις μέγας αριθμός Φιλικών, ότι Τούρκοι δεν ενυπήρχαν, ότι ο τόπος είχεν αφθόνους τροφάς εις διατήρησιν πολυπληθών στρατευμάτων, και ότι το ταμείον της Φιλικής Εταιρίας δεν ήτο κενόν. Τον εβεβαίουν δε εξ ων είχαν πληροφοριών, ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσιν όλοι οι Αρβανίται. Αρβανίται δε ελέγοντο οι εν ταις δύο ηγεμονίαις σύμμικτοι Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι συνδεόμενοι διά του αυτού δόγματος και ποριζόμενοι τα προς το ζην δι' οπλοφορίας, τινές δε διά μισθώσεως προσόδων. Οι Φαναριώται αυθένται, εξ ότου η ηγεμονία μετέπεσεν εις χείρας των, τους μετεχειρίζοντο εις ιδίαν φρουράν και εις δημοσίαν υπηρεσίαν. Το παράδειγμα των αυθεντών μιμούμενοι οι εντόπιοι άρχοντες είχαν και ούτοι Αρβανίτας και εις υπηρεσίαν των και εις φύλαξιν των γαιών των. Οι σύμμικτοι δε ούτοι πολεμικώτεροι των εντοπίων, ελογίζοντο τω καιρώ εκείνω τετρακισχίλιοι. Εθάρρυναν τον Υψηλάντην ίνα μεταβή εις τας ηγεμονείας και οι εξής λόγοι.

Διέτριβαν εν Βλαχία δύο σημαντικοί οπλαρχηγοί Έλληνες, ο Γεωργάκης Ολύμπιος ή Ολυμπιώτης υπηρετήσας άλλοτε υπό τους Ρώσσους, και ο Καμινάρης Σάββας Φωκιανός Πάτμιος έχοντες αμφότεροι ικανόν αριθμόν οπλοφόρων· και ο μεν Ολύμπιος, νυμφευθείς την χήραν του περίφημου Σέρβου Χαϊδούκου Βέλκου και πολεμήσας άλλοτε υπέρ αυτού εν Σερβία, είχεν εκεί μέγα κόμμα· ο δε Σάββας είχε πολλήν επιρροήν εν Βουλγαρία· αμφότεροι δε ούτοι, μέλη όντες της Εταιρίας των Φιλικών, ειδοποίησαν τον Υψηλάντην, ότι ήσαν και έτοιμοι και ευέλπιδες να κινήσωσιν εις επανάστασιν τους τόπους εκείνους. Εκτός τούτου απηγορεύετο κατά τας συνθήκας Τουρκίας και Ρωσσίας πάσα εισβολή τουρκικών στρατευμάτων εις τας ηγεμονείας άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και ευλόγως εσυλλογίζετο ο Υψηλάντης ότι, αν ετάραττε τας ηγεμονείας, η Πύλη μανθάνουσα τας ταραχάς ή θα έστελλεν αμέσως διά το κατεπείγον της περιστάσεως κατά των αποστατών δυνάμεις άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και τότε παρέβαινε τας συνθήκας και έδιδε δικαίαν αφορμήν πολέμου, ή θα εζήτει την συγκατάθεσίν της εις αποστολήν στρατευμάτων, και τότε παρήρχετο πολύς καιρός· ώστε εδύνατο ο Υψηλάντης εν τω μεταξύ τούτω, μένων ανεπηρέαστος, να οργανίση ικανάς δυνάμεις εν ταις ηγεμονείαις και ευτυχώς να προοδεύση· επίστευε δε ως κατορθωτόν και σχέδιόν τι σταλέν παρά της εν Κωνσταντινουπόλει εφορίας και επιδιορθωθέν και εγκριθέν παρ' αυτού, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εν ρητή ημέρα θα εκαίετο, ο Σουλτάνος θα εφονεύετο, ο στόλος θα εκυριεύετο ή θα κατεστρέφετο, και οι βασιλικοί θησαυροί θα διηρπάζοντο. Τοιούτοι λόγοι έπεισαν τον Υψηλάντην να προτιμήση την εις τους παραδουναβίους τόπους μετάβασιν επί σκοπώ πάντοτε να μη διαμείνη εν Μολδοβλαχία, Σερβία ή Βουλγαρία, αλλά να καταβή εις Ελλάδα ανάπτων παντού καθ' οδόν την φλόγα της αποστασίας. Επετάχυναν δε την έναρξιν του αγώνος προ της προσδιορισθείσης ημέρας 25 Μαρτίου αι εξής αιτίαι.

Μεταξύ των αποστόλων, ους ο Υψηλάντης έπεμψεν εις διάφορα μέρη φέροντας τας περί της αποστασίας εντολάς του, ήσαν και ο Δημήτριος Ύππατρος Μετσοβίτης, και ο Αριστείδης Παπάς ή Πωπ Θεσσαλός, και οι δύο άλλοτε κληρικοί. Τούτων ο μεν πρώτος διέβη εις Θεσσαλονίκην φέρων γράμματα του Υψηλάντου, εν οις και ιδιόχειρα αυτού, προς πολιτικούς και πολεμικούς των μερών εκείνων, και σκοπεύων ν' απέλθη εις Ήπειρον· ο δε δεύτερος εστέλλετο εις Σερβίαν φέρων και αυτός γράμματα προς επανάστασιν της ηγεμονείας εκείνης. Αμφότεροι δε, συλληφθέντες καθ' οδόν, αρχομένου του Ιανουαρίου, εφονεύθησαν, και τα γράμματα έπεσαν εις χείρας της οθωμανικής εξουσίας. Ο Υψηλάντης, εν αγνοία εισέτι των κατά τον Αριστείδην, αλλ' εν πλήρει γνώσει των κατά τον Ύππατρον, κατεθορυβείτο αναλογιζόμενος ότι, αν η Πύλη έστελλε τα γράμματα ταύτα προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον παραπονουμένη, ότι στρατηγός του ωργάνιζεν επανάστασιν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και απαιτούσα την ματαίωσιν του σχεδίου του, θα ηναγκάζετο ο αυτοκράτωρ να τον ανακαλέση εκ Βεσσαραβίας και να τον καταστήση διόλου άχρηστον· αρθέντος δε αυτού εκ μέσου, εματαιούντο όλα τα σχέδια της Εταιρίας. Εκτός του δεινού τούτου συμβάντος, εγνώσθη ότι καί τις Ασημάκης Θεοδώρου Πελοποννήσιος επρόδωκε την Εταιρίαν τω σουλτάνω, και τις Διόγος Επταννήσιος, μέλος της Εταιρίας, την επρόδωκε και αυτός τω Αλή, ούτος δε την ανεκάλυψε τω κυριάρχη του επ' ελπίδι να εύρη χάριν ενώπιόν του· έλαβε δε και εξ Ελλάδος ο Υψηλάντης κατ' εκείνας τας ημέρας γράμματα λέγοντα, ότι η Εταιρία, ήτο πασίγνωστος, ότι το έθνος ευρίσκετο επί του χείλους της αβύσσου εξ αιτίας της ανακαλύψεώς της, και ότι ώφειλε να καλέση τους λαούς άνευ ουδεμιάς αναβολής εις τα όπλα.

Λήγοντος δε του δεκεμβρίου του αυτού έτους, κατέβη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου ο εκ της επαρχίας του Λεονταρίου αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος Φλέσσας, ο κατ' αρχάς απόστολος και μετά ταύτα μέλος της υπερτάτης αρχής, ήτοι ειδώς το μυστήριον της απάτης, άνθρωπος νεωτεριστής, μεγαλότολμος και πνευματώδης, αλλ' ανίκανος να εμπνεύση σέβας διά του χαρακτήρος του ή της διαγωγής του· διά ταύτα, και διότι οι αρχιερείς και οι προεστώτες της Πελοποννήσου, γινώσκοντές τον προ ολίγου μικρόν, τον είδαν διά μιας μέγαν, κακίστην επροξένησεν εντύπωσιν ο υψηλός διορισμός του εξ αυτών των προοιμίων.

Η δε εν Πελοποννήσω τουρκική εξουσία είχε συλλάβει πρό τινος καιρού μεγάλας υποψίας περί των μελετωμένων. Πάσα άλλη εξουσία θα εξιχνίαζεν ακόπως και ακριβώς όλη την αλήθειαν εξ όσων ασυστόλως ελέγοντο και ενηργούντο καθ' όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου· αλλ' οι υπό την Πύλην ηγεμόνες, καταγινόμενοι εις το ν' αργυρολογώσι μάλλον ή να διοικώσιν, έχοντες δε και έξιν να σφάζωσι και καταστρέφωσιν οσάκις συνελάμβαναν πολιτικάς υποψίας, συγχέοντες πταίστας υπόπτους και αθώους, δεν εφρόντιζαν συνήθως να προασφαλίζωσι την επικράτειαν καθ' ους απαιτεί η προνοητική πολιτική τρόπους. Την φύσει δε τυφλήν ως προς τα τοιαύτα τουρκικήν εξουσίαν απετύφλωσε και η αποστασία του Αλή, ην δράξαντες ως αφορμήν οι Έλληνες διέσπειραν επιτηδείως παντού, ότι ο Αλής, ον παρωνόμαζαν επονειδίστως Καρά - Αλήν, ηρέθιζε την Πελοπόννησον, και ότι αρχιερείς και άρχοντες κατεγίνοντο εις ματαίωσιν των σχεδίων του. Αλλά μόλις διεσκεδάζοντο αι επικρατούσαι υποψίαι, και ανεφύοντο νέαι ισχυρότεραι, ώστε οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες άλλα συμφέροντα παρά τα των ηγεμονευόντων, ήσαν πάντοτε έμφοβοι. Διά τας αιτίας ταύτας, και προς ακριβή γνώσιν της αποστολής του Δικαίου και σπουδαίαν σύσκεψιν περί του πρακτέου, συνήλθαν εις Βοστίτσαν, ως εις απόκεντρον μέρος, αρχιερείς τινες και προεστώτες συναινέσει και των μη παρόντων, εις αποφυγήν υποψιών, θέλοντες δε να κρύψωσι και οι ολίγοι ούτοι τον αληθή σκοπόν της συνελεύσεως, διέδοσαν, ότι συνήρχοντο κατά διαταγήν της Μεγάλης εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινος σταυροπηγιακού διαφιλονεικουμένου. Υπό το πρόσχημα τούτο συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου, και ηκροάσθησαν τον Δίκαιον διαδίδοντα ασκέπτως και ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιζεν η έναρξις του αγώνος, και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά βοηθήματα· έδειξε δε εν Βοστίτση, και τας οδηγίας του και τα πιστωτήριά του, δι' ων απεκαλείτο παρά του Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής απάτης του Υψηλάντου περί τα της Ελλάδος, και της σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος οδηγιών τα ακόλουθα.

«Άρθρ. β'. Οι αρχιερείς, οι άρχοντες και οι δημογέροντες της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των προεστώτων δύω τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους, οι οποίοι κ α θ ή μ ε ν ο ι - ε ι ς - Τ ρ ι π ο λ ι τ σ ά ν να θεωρώσι τας συμπίπτουσας κοινάς της πατρίδος υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και ταχέως.

Αρθρ γ'. Το στρατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως· η ευταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει φυλαχθή, όταν καθ' όλας τας επαρχίας διορισθώσι χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός.

Άρθρ στ'. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει εύλογον, να αρματωθή ο τυχών διά την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαν από την απειρίαν του όχλου. Να εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην ε ί κ ο σ ι - π έ ν τ ε - μ ό ν ο ν - χ ι λ ι ά δ ε ς - σ τ ρ α τ ό ς - α π ό - ά ν δ ρ α ς - ε κ λ εκ τ ο υ ς - κ α ι - ε μ π ε ί ρ ο υ ς - ε ι ς - τ α - ό π λ α, διά να οδηγηθώσι τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοή ευθύς οπού φανή εις την Πελοπόννησον.

Αρθρ η'. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της αδελφότητος όλης διά να εξετασθή η κατάστασις του καθ' ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη είναι γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής.

Αρθρ θ'. Οι χιλιάρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού Χριστού κ.τ.λ.».

Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν πελοποννησιακών πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις εγκατάστασιν επαναστατικής αρχής και εις μυστικήν διεξαγωγήν των συμπιπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, και ότι δυνατόν ήτο να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων, ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να οργανισθώσι μυστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών.

Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε άλλος εγώ Δικαίος επρόσθετεν, ότι η Ρωσσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν Ελλάδι, και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και στρατεύματα και πολεμεφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και όπλων και χρημάτων και πολεμεφοδίων εκ της Ρωσσίας, και ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν. Ηγανάκτησεν η συνέλευσις διά τας αναιδείς ψευδολογίας του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν, ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην ιδέαν και περί τον προσωπικού και περί των πόρων της Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των συνελθόντων και η προ τινος καιρού γενομένη και απορριφθείσα απαίτησις της εν Κωνσταντινουπόλει γενικής εφορίας του ν' αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά, και αν υπώπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων ν' αναστείλωσι· πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν αποφασίσαντες τα εξής.

«Ο Δίκαιος ν' αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση.

Να γείνη φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ ταμία, Παπαδιαμαντοπούλω.

Η Πελοπόννησος να μη κινηθή, μηδέ αφ' ού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος.

Να εξιχνιασθή διά νέας αποστολής εις Ρωσσίαν και Πίσαν, όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενον αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν.

Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ως προς τον αγώνα.

Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας· και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κωνσταντινούπολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου».

Ταύτα εβουλεύθησαν, και παρηγγέλθησαν καί τινες αυτών, επανερχόμενοι εις τα ίδια, να τα κοινοποιήσωσι τοις πλησιετέροις συναδέλφοις των· διέταξαν δε και τον μεγασπηλαιώτην Ιερόθεον να περιέλθη την Πελοπόννησον μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών.

Τοιαύται ήσαν αι περιστάσεις και αι διαθέσεις των εν Ελλάδι, ότε ο Υψηλάντης απεφάσισε να κινήση την επανάστασιν. Εν ώ δε κατεγίνετο προετοιμάζων και προετοιμαζόμενος, συνέβη το εξής εις επιθάρρυνσίν του.

1821