Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,του γυρισμού, στη μεγάλητης αμμουδιάς απλωσιά.Στην καρδιά μουτα βλέφαρά μου κλεισμένα·και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
Bοή του πελάου πλημμυρίζειτις φλέβες μου·απάνω μου τρίζεισα μυλολίθαρο ο ήλιος·γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μουκαι απλώνεται η θάλασσα πάσα.
Σε ψηλοθόλωτο κύματην υψώνει το απέραντο χάδι·ποτίζουν τα σπλάχνατα ολόδροσα φύκια,ραντίζει τα διάφωτη η άχνατου αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμαοπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.
Mια βοή φτάνει απόμακρα·και άξαφνα,σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαραστην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.
Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μουείναι ίσια με τη δύναμή μου.Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικοβαθιά το κορμί μου.Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,και η ελεύτερη γη μου!