Χαμένα λόγια.
Κάποτες μ' έρχεται να φωνάξω δυνατά, που όλος ο κόσμος να μ' ακούση• — « Μη! Μη! Μη! Μη χαλνάτε τη γλώσσα! Καταστρέφετε την αρχαία και τη νέα μαζί. Θέλετε γλώσσα που να μοιάζη τόντις με την αρχαία, που να είναι η ίδια γλώσσα; Πάρτε τη γλώσσα του λαού. Θέλετε ξένη γλώσσα; Πάρτε την καθαρέβουσα• θα δείξη σ' όλο τον κόσμο, που τόντις χάθηκε η αρχαία. Θέλετε να παίξετε; Θέλετε νοστιμάδες, χωρατάδες και κωμωδίες; Τότες να γράφετε την καθαρέβουσα! Θέλετε επιστήμη, κόπο και μάθηση; Θέλετε να πιάσετε σοβαρή δουλειά; Να γράφετε την εθνική σας γλώσσα. Από την απόφαση σας, θα φανή αν είστε ή άντρες ή παιδιά.
Αφήστε την ψεφτομάθηση, την ψεφτοσοφία, τους _συμβιβασμούς_ και τους δασκάλους. Μην πιστέβετε όσα λεν, που _βαθμηδόν_ η γλώσσα θα καλητερέψη και που θα γράφουμε μια μέρα σαν τον Ξενοφώντα. Μόνο που σας λέει κανείς τέτοιο λόγο, σας δείχτει που δεν κατάλαβε ακόμη μήτε τι είναι Ξενοφώντας μήτε τι θα πη γλώσσα. Βαθμηδόν ξέρετε τι θα γίνη; Θα χαθή η εθνική μας γλώσσα και θαφανίσετε την αρχαία. Τι με μέλει που θυμώνετε τώρα μ' όσους σας μιλούν έτσι; Μια μέρα θα καταλάβετε οι ίδιοι το κακό που μας κάμνετε όλους• θα κλαίτε και θα λυπάστε και δε θα μπορήτε πια να διορθώσετε το λάθος σας. Αχ! τι βάσανο που είναι να βλέπη κανείς την αλήθεια και να μην μπορή να τη δείξη στους άλλους!
Μην τα θέλετε όλα μισά. Αμάθεια και περηφάνεια σας έφεραν τέτοιο κακό• περηφάνεια, γιατί θέλει ο καθένας να φαντάξη και να μην είναι σαν το λαό• αμάθεια, γιατί καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα του λαού, γιατί τόλμησαν οι δασκάλοι να βρίσουν όλο το έθνος και να πούνε βάρβαρη μια γλώσσα, που δεν τη σπούδαξαν ακόμη. Αφτή η γλώσσα όμως υπάρχει• μπορείτε να την κάμετε κομμάτια• κανείς δε θα μας τη σηκώση. Με κανέναν τρόπο δε θα γυρίση πίσω η αρχαία. Οι ιστορικοί νόμοι για σας δε θαλλάξουν. Του κάκου βρίζετε την εθνική μας γλώσσα και τη λέτε πρόστυχη, και καμώνεστε πως μήτε ξέρετε τι είναι, και πολεμάτε να μας δείξετε που μιλείτε την αρχαία, που η αρχαία ακόμη ζη.
Ποτές, όχι! ποτές δε θα κάμετε τον κόσμο να σας πιστέψη. Του κάκου γράφετε γραμματικές της _καθωμιλημένης_ και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλαβα, υπερσυντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουν. Πάντα θα σας καταδικάση η επιστήμη κ' η ορθή κρίση. Πάντα κάπου θα βρεθή ένας να σας το πη — κι αν πάλε δε βρεθή, δεν πειράζει! Η αλήθεια θα μείνη αλήθεια. Η αλήθεια, για να υπάρχη, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη διούμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια μοιάζει με τα μακρινά τάστρα που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ως τόσο λάμπουν ολομόναχα, κι ας μην τα βλέπη κανένας!
Η καρδιά μου πονεί να σας ακούω! Το χαμό σας θέλετε• το κακό σας γυρέβετε μόνο. Αν ήξεραν οι δασκάλοι την αρχαία με τα σωστά τους, δε θα πολεμούσαν κάθε ώρα να μας δείξουν πως την ξέρουν και θάγραφαν τη δημοτική, αφού κ' οι αρχαίοι οι ίδιοι έγραφαν τη δημοτική τους γλώσσα. Με την ψεφτογραμματική δε φτειάνεται γλώσσα, δε φτειάνεται φιλολογία. Τι λόγια να βρω για να με πιστέψετε; Χαλνάτε μια γλώσσα που είναι θησαβρός για την επιστήμη, που θα σας δοξάση στον κόσμο. Χαλνάτε μια γλώσσα που μόνη της μπορεί να σας δώση μια μέρα εθνική φιλολογία, ποίηση και φήμη, μια γλώσσα που θα σας κάμη να μοιάξετε ίσως και σεις τους αρχαίους. Μη! Μη! Μη!»
Αχ! Να είμουν κάτι και γω! Να μπορούσε κανείς να μ' ακούση! Αφτό το κεφάλαιο να μπορούσαν όλοι να το διαβάσουν — και να με πιστέψουν! Τι ζητούμε; το καλό. Τι πολεμούμε; να προκόψη, να μεγαλώση το έθνος. Έπρεπε κ' οι δασκάλοι να είναι μαζί μας. Αφτό θέλουν και κείνοι• ας διούν το λοιπό με τι τρόπο θα το κατορθώσουν. Ας πάρουν καλήτερο δρόμο. Αχ! να μας έκαμναν τουλάχιστο μια _παραχώρηση_• να μη λεν πρόστυχη τη γλώσσα του λαού, να μάθουν τέλος πάντα που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τόσο μ' έφτανε κι άλλο δε θα ζητούσα. Τότες δε θα μ' έμελε για τίποτις πια και θα πρόσμενα το θάνατο με χαρά.