Πόνοι κι αναστενασμοί.
Μήπως είναι πουλάκι που κελαδεί στην καρδιά μου; Μήπως είναι τα φτερά του που τρέμουν; Όχι! Είναι μόνο και μόνο που ο Χιώτης, όπου κι αν πάη, ποτές δεν ξεχνά την πατρίδα και πάντα γλυκαίνεται να τη βλέπη. Από μακριά την είδαμε τη Χιο κι αμέσως, σαν τα σύννεφα στον άνεμο, σκορπίστηκαν από το νου μου όλα τα λόγια του δασκάλου. Από μακριά την είδαμε τη Χιο, και μας φάνηκε, στα κύματα μέσα, σα χρυσολούλουδο του πελάγου. Από μακριά μυροβολούσε, ίσως για να μας χαιρετήση. Την καημένη τη Χιο! Ποιος θα τη διή και δε θα λυπηθή η ψυχή του; ποιος θα πατήση το χώμα της και δε θα κλάψη; Πόσα δεν έπαθε το δυστυχισμένο το νησί! Τι να τα λέμε; Έβγα στους δρόμους της όξω, ανέβα στα βουνά της και θα το καταλάβης. Φτάνει να κοιτάξης τους αθρώπους που είναι μέσα και δίχως να μιλήσουνε, θα στο πουν.
Όσο πήγαινε το βαπόρι, τόσο και κείνη προχωρούσε να μας απαντήση. Έρχουνταν η Χιο με τα βουνά της, με τους κάμπους της, με τις παντοτινές της πρασινάδες. Έρχουνταν κι όλο μυροβολούσε. Ο ήλιος κόντεβε να βασιλέψη• οι αχτίδες του είταν ακόμη σαν πλαγιασμένες απάνω στους λόφους και στις πεδιάδες• έλεγες πως κοιμούνταν. Κι ως τόσο σιγά σιγά παραπονιούνταν η Χιο. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα λιβάδια, μέσα από τους κάμπους κι από τα βουνά, μαζί με τω δέντρων τις μυρωδιές και ταρώματα τω λουλουδιών, έβγαιναν κρυφοί, μυριάδες αναστενασμοί. Τα λαγκάδια, οι βράχοι και τα λιβάδια, οι κάμποι και τα βουνά, οι πέτρες, το χώμα, τα λουλούδια, έμοιαζε πως είχανε φωνή κι όλο τα δύστυχο τα νησί αγάλια αγάλια μοιρολογούσε• — « Πότε, αχ! πότε θα φύγουν οι Τούρτσοι;»
Αναστέναζε η Χιο κι άλλα νησιά της απαντούσαν. Κ' η Κρήτη, κ' η Μυτιλήνη, κ' η Ρόδο, κ' η Σάμο κ' η θάλασσα όλη παραπονιούνταν. Η Χιο μοιρολογούσε πιώτερα από τάλλα τα νησιά• πια χαμηλή, κάτι πιο ντροπαλή μ’ έρχουνταν η φωνή της. Έλεγαν το ίδιο όλα τα νησιά κι από τον πόνο πήγαινε η καρδιά μας να ραγίση. Όλα λεφτεριά ζητούσαν. Έτριζε τα δόντια ο Κρητικός, θύμωνε το παλληκάρι στον πόνο του απάνω• — « Πότε θα τα διώξουμε τα σκυλιά;» Δεν είτανε νησί που να μην κλαίη. Από τον τόσο καημό έμοιαζε κ' η ατμόσφαιρα σαν πιο βαρειά, — σαν παραπονεμένη και κείνη.
Είχε γεμίσει ο ουρανός με τω νησιών τους αναστενασμούς. Με φάνηκε που τα παράπονά τους και τα κλάματα τα πικρά μισοσκέπαζαν τον ήλιο με το φως του• έμοιαζε σα να είταν ψιλός ψιλός αχνός, σα λεφτούτσικος καπνός που θόλωνε το γαλάζι. Κι ως τόσο δεν πήγαινε στον ουρανό η φωνή τους, δεν ανέβαινε στα ψηλά, μα σα συννεφάκι στέκουνταν πρώτα πρώτα στον αγέρα κ' έπειτα τραβούσαν οι αναστενασμοί ίσια ίσια στην Ελλάδα, ίσια ίσια στην Εβρώπη. Έλεγαν της Εβρώπης τα νησιά• — « Έλα! μη μας αφήσης μονάχα στων Τούρκων τα χέρια. Λυπήσου τα ορφανά, τα έρημα τα παιδιά.» Έλεγαν της Ελλάδας τα νησιά• «Μη μας ξεχνάς! Παραίτα τις μακρινές, τις δύσκολες ελπίδες. Μην κυνηγάς την Πόλη. Τους Σλάβους μην τους κυνηγάς. Μην έχης όλο στο νου σου μεγάλες ιδέες• ύστερα βλέπουμε. Έλα πρώτα σε μας• θα σε δώσουμε παλληκάρια να πολεμήσης• θα σε δώσουμε φόρους για να πλουτίσης. Με στρατιώτη και με παρά, ό τι θέλεις κατορθώνεις.
« Μη μας περιφρονής, μη λες• « Τα νησιά πάντα δικά μας.» Από μας πρέπει ναρχίσης. Διές μας και μας. Τι προσμένουμε; Λίγη βοήθεια να μας δώσης. Κάτι μπορούμε και μεις, γιατί πάντα, αγαπημένη μητέρα, εσένα ποθούμε, η λατρεία μας είσαι συ. Τη σημαία σου να διούμε και μας κάμνεις ό τι θέλεις. Τι φοβάσαι την Εβρώπη; Τι θα πη; μάννα μας δεν είσαι; Αμά πατήσης τούτο το χώμα, ποιος θα σε πη να φύγης; Έλα, έλα, γιατί μας βάραινε η σκλαβειά• στον κόρφο σου μέσα να μας πάρης• τα παιδιά σου σε ζητούν. Την πατρίδα μας θέλουμε όλα, και δε θέλουμε τίποτις άλλο.» —
Έτσι δέρνουνταν τα νησιά, τέτοιες κουβέντες είχαν ανάμεσά τους και σα σωστά με φάνηκαν τα λόγια τους. Την πονεμένη τη Χιο λυπήθηκα πιώτερα από τάλλα. Η τύχη της είναι ξεχωριστή. Βάσανα από πάνω κι από κάτω. Μέσα της έχει φωτιά που την τρώει. Βαθιά βαθιά στη θάλασσα κρυμμένο καίει το καμίνι, και κει που τη βλέπεις χαρούμενη, στα σωθικά της θρέφει το χαλασμό της. Από κάτω είναι κούφιο το χώμα κι ως τον πάτο της γης όλο βράζει το καζάνι. Κάπου κάπου ξεσπάνει και κλωνίζουνται τα βουνά, γκρεμνούν τα σπίτια και σκοτώνουν τους αθρώπους. Από πάνω άλλη φωτιά, άλλο καμίνι• ο Τούρκος κάθεται σαν την πλάκα στο κεφάλι της απάνω. Ο Τούρκος ξεσπάνει κάπου κάπου και κείνος• τότες πέφτουν τα κεφάλια. Αχ! πάλε κάλλια, παιδιά, ο σεισμός παρά το γιουρούσι. Κάλλια το καμίνι που βράζει παρά ο Τούρκος που σας πατεί. Τη φωτιά τουλάχιστο δεν τη βλέπετε• τον Τούρκο τον έχετε μπροστά σας κάθε μέρα, Η φλόγα που καίει στάντερα μέσα της Χιος σας πήρε μόνο το χώμα που ζήτε• ο Τούρκος σας έκλεψε τον ουρανό, σας σκεπάζει τον ήλιο που λάμπει για όλους, σας αρπάζει τον αγέρα που αναπνέουν όλα τα στήθια• σας σκλάβωσε και την ψυχή. Μια λέξη να πήτε δυνατά, λέφτερα να κοιτάξετε τον ουρανό δε σας αφίνει. Ανάθεμάν τον κι ανάθεμάν τον!
Είναι πούπετις νησί που νάπαθε τόσα; Ο Τούρκος αίμα δεν άφησε που να μη χύση. Όσους δεν έσφαξε, τους έκαμε δούλους. Πήρε παιδιά και μαννάδες, πήρε τα κορίτσια. Πόσους άκουσα να με τα λεν! Ποιος δεν τα θυμάται; Και να μη νομίζουμε που αφτά έγιναν και δε γίνουνται πια. Δεν τέλειωσαν τα βάσανα της Χιος. Με το σπαθί στο χέρι, στέκεται ο Τούρκος από πάνω της και τη φοβερίζει. Ας πάμε στη Χιο να τα διούμε. Κ' οι σεισμοί δεν τρομάζουν τον Τούρκο. Στο χαλασμό που έγινε είναι τώρα πέντε χρόνια, δεν ντράπηκε να μαζώξη φόρους. Πού να ξέρη ο Τούρκος τι έκαμε η Εβρώπη στο Μπερλίνο κι αν έφτειαξε συθήκες ή όχι; Η Εβρώπη είναι μακριά και δεν τη φοβάται; Τον παρά σου πρέπει να δώσης ή να σε πάρη τη ζωή σου. Διακόσιους στρατιώτες έστειλαν απάνω στα βουνά, για να κάμουν τι πράμα; Ένα χωριό να πολεμήσουν και να σκοτώσουν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι πεινασμένοι, οι κουρελλιασμένοι πρέπει τώρα διπλούς φόρους να πλερώσουν και για ποιο λόγο; Για να χτίση στρατώνα η αφεντειά του, που με τους δικούς του παράδες δεν μπορεί μήτε στρατώνα να χτίση.
Οι γέροντες στα χωριά, όσο κι αν πονεί η καρδιά τους, πρέπει να κλειδώνουν τις πόρτες, άμα είναι να σηκώσουν τους φόρους, για να μη βγη χωρικός στη δουλειά, δίχως να δώση πρώτα τον παρά του. Άλλοι πάλε, που δεν έχουν ψωμί να φαν, προτιμούν από το παράθυρο όξω στα δρόμο να πέσουν, κι ας σπάσουν το κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος είπε μια μέρα που φόρο να πλερώση δεν έχει, που όσο κι αν το θέλει δεν μπορεί. Ήρθε ένας ζαφτιές, να τον πάη κάτω στη χώρα• πήγαινε μπροστά ο ζητιάνος και πίσω του ο ζαφτιές. Κάθε ώρα τον έσπρωχτε, του σκουντούσε τη μέση με το κοντάκι, τον έκαμνε όλο αίμα και πληγή και του φώναζε τέτοια λόγια• — « Ο αφέντης μου σε προστάζει να του δώσης φόρο και τολμάς να μην τον ακούσης! Εσύ βγήκες, ψωρογκιαούρη, να βρίσης το βασιλιά μου και δεν ξέρεις που όλοι οι βασιλιάδες της Εβρώπης τόσο τον τρέμουν, που κανείς τους δεν τολμά να τον πειράξη.»
Οι δικοί μας στην Ελλάδα, τι κάμνουν, όσο μιλούν οι ζαφτιέδες με τέτοιο τρόπο; Λογαριάζουν πότε θα πάρουν την Πόλη, μετρούν πόσες δοτικές κατορθώνουν κάθε μέρα να πουν ή να γράψουν, πόσες είπαν τη δεφτέρα και πόσες την τρίτη. Καθαρίζουν τη γλώσσα. Ως τόσο κλαιν τα νησιά και δε βαστά η καρδιά σου να τακούς.
Φτάξαμε βράδυ στη Χιο κ' έπεσα να πλαγιάσω. Στις τέσσερεις το πρωί ξύπνησα άξαφνα. Με φάνηκε που κανένα ζώο τρομερό, κανένα θεριό μεγάλο πολεμούσε να σηκώση το σπίτι, για να περάση• η ράχη του έμοιαζε σαν τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτη. Είτανε σεισμός. Ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου, που σαν την κούνια πήγαινε κ' έρχουνταν, πρόσμενα να διώ τι θα γίνη. Έλεγα μέσα μου• — «Θα πέση το σπίτι; Σώθηκαν οι μέρες μας ή κι άβριο πάλε θα διούμε τον ήλιο;» Το κρεββάτι στάθηκε και δεν πάθαμε τίποτις. Μα να πω την αλήθεια, όταν άρχισε ο σεισμός, πολύ ήσυχος δεν είμουν• είχα κάποια σταναχώρια. Το πρώτο κούνημα του κρεββατιού μ' ήρθε κάτι δυσάρεστο• το δέφτερο με φάνηκε σαν πιο ποφερτό• στο τρίτο, κόντεβα να συνηθίσω. Μάλιστα, όταν τέλειωσε, πήγα να λυπηθώ. Αφτός ο σεισμός έχει τη φιλοσοφία του. Κάθε Γραικός έπρεπε νάρθη μια νύχτα να πλαγιάση στη Χιο. Τότες θα καταλάβη καλά ποια είναι η τύχη του Γραικού όχι μόνο στη Χιο, αλλά στην Ελλάδα και στην Εβρώπη. Δε στερεώθηκε ακόμη κι όλο κουνιέται. Δεν ξέρει σήμερα τι μπορεί να γίνη άβριο και λέει μέσα του• — « Θα γκρεμήσουν άξαφνα όλα ή θα χαρώ πάλε και το πρωί τον ήλιο της ζωής;»