Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πεζό · 1888

Κεφάλαιο ΙΓ΄

Γιάννης Ψυχάρης · Το Ταξίδι μου

Τα Μνηματάκια.

Κόντεβε να φτάξη το βαπόρι. Είταν η ώρα που μισοφέγγουν ακόμη τα βουνά και που αρχινούν οι κοιλάδες να μαβρίζουν. Η μέρα πήγαινε να σωθή κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψη. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώση. Το Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσαν κ' έψαλναν το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κ' έσερνε απάνω στους λόφους τις υστερνές του τις αχτίδες, που φαίνουνται σα βαρεμένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά φιλούν τη γις.

Όταν αράζαμε στο γεφύρι, είτανε νύχτα. Σαν της θάλασσας τα ρέματα που ανεβοκατεβαίνουν, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές, κύματα κι αναφόρια με πολεμούσαν την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο, μ' αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στα πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι, — τη νύχτα που σέρνουμουν τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη Καμάρα, — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνη, καμιά μεγάλη δουλειά να ξεσπάση. Και να πάλε, σα στα Παρίσι, να που μ' άρεζε να περπατώ μέσα στο λαό, ήσυχος κι' άγνωστος εγώ.

Η φαντασία μου αμέσως παίρνει δρόμο• στράφτει ο νους μου• στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους δικούς μου, μ' έρχεται μια δύναμη ξεχωριστή• κάτι θέλω να φανώ, κάτι θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ' όλα, μα δε με μέλει! Ότι έχω μέσα μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους πολεμήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γις. Τέτοιες ώρες πλατάνους ξερριζώνω.

Κι ως τόσο άλλα συλλογιούμουν. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθή η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμούμουν τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε στην Πόλη μαζί. Με τη γλυκειά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μ' έλεγε κι όλο με ξανάλεγε• « Εγώ γυναίκα σου θα γίνω• εσένα θα πάρω κι άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ' άρεζε να την ακούω• πόσο με κολάκεβαν τα λόγια της παιδί.

Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τραγούδια, πόσες μελωδίες ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα και τόκαμνε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα με φαίνουνταν η νιότη, χαρούμενη και λαφριά σαν το πουλί... Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι βγήκαμε στο παράθυρο κι ακκουμπήσαμε στο κάγκελλο κ' οι δυο μας. Με γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και ταγαπημένο μου το ταίρι μ' έπιασε το χέρι και μ' είπε ήσυχα και σιγά• « Τι καλά έκαμες και γύρισες στην Πόλη.

Όταν άκουσα πως θα μας έρθης, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα τα λέω. Θέλω να μάθης το κρυφό μου. Ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψη. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Με λεν πως είναι πλούσιος• εμένα μ' αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα όμως να τον πάρω, χωρίς να στο πω.»...

Τέτοια συλλογιούμουν, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές της. Κι όσο τη θυμούμουν, κι όσο συλλογιούμουν τα παλιά μας, τα παιδιακήσια μας τα παιχνίδια, τόσο πιώτερο με τρέλλαινε η αγάπη που την είχα• αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να με πιάση το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να με πη όσα μ' έλεγε τότες, — τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ' ένα τους λόγο ίσια με τον ουρανό σε σηκώνουν• οι γυναίκες γίνουνται μολύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο, σε τραβούν.

Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα στο νου μου. Δεν είχα όρεξη άθρωπο να διώ μήτε να μιλήσω με κανέναν όλο πήγαινα μπροστά μου. Γύρεβα μοναξιά κ' είταν η ψυχή μου με τους πεθαμμένους. Τι να συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Με φαίνουνταν πως άνοιγαν μπροστά μου όλα τα μνήματα που είχα διεί στη ζωή μου. Έβγαιναν όξω οι πεθαμμένοι φίλοι κι αργοκουνούσαν το χέρι. Η γλυκειά μου η μαννούλα με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ' αποχαιρετούσε• κείτουνταν οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού τα νιάτα κ' οι χαρές; Πού τα δέντρα που παίζαμε μαζί, πού οι σκάλες που τρέχαμε με τα γέλοια; Πούλησαν και το σπίτι που την αγάπησα παιδί. Το πούλησαν και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες. Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πούλησαν και κείνη; Σπίτι και καρδιά, όλα θα μας τα πάρουν! Όπου γυρίσης να διής, πίσω ή μπροστά, παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαρειά• μας πικραίνουν τα παλιά μας τα βάσανα και σήμερα πάλε, άλλο τριγύρω σου δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.

Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά που με πήγαιναν τα ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ' έμελε πού θα καταντήσω. Πάντοτες ομπρός! Από την κούραση τη μεγάλη, έννοιωθα μόνο πως είταν ανίφορος, γιατί είχα τα γόνατα σπασμένα. Άξαφνα σκούνταψα και κόντεψα να πέσω. Κόντεψα να πέσω με τη μύτη κάτω. Είχα σκουντάψει σε μια πέτρα που στέκουνταν ολόρθα και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα πάει ως το Σταβροδρόμι, και βρίσκουμουν ίσια ίσια στα Μνηματάκια.

Κάθισα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Είμουν ανάμεσα στα τούρκικα μνήματα. Είταν πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι από το λόφο που κείτουμουν, οι τάφοι τριγύρω μου με φαίνουνταν πως κατέβαιναν ίσια με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπή η σειρά τους. Ολόφωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε• φυσούσε αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιούνταν τα κύματα, σα νάπαιζε το φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι ψηλά κυπαρίσσια έσειαν την κορφή τους, σα να είχαν πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια με μισοσκέπαζαν αντίκρυ την Πόλη• μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβά δυο μιναρέδες της Αγιά-Σοφιάς• παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.

Ένα σύννεφο μικρό κάπου κάπου σκέπαζε το φεγγάρι• όσο πήγαινε κ' έρχουνταν το συννεφάκι, τα σαρίκια ξάπλωναν ή μάζωναν τον ίσκιο τους• νόμιζες πως είτανε χέρια και σάλεβαν• κόνταιναν και μεγάλωναν κάθε ώρα. Πολύ πολύ δε μ' αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να του τύχη. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα να σε τραβήξη, μια φωνή νακούσης σταφτί σου κοντά και να μην καταλάβης από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται.

Πίσω μου με φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του, σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως είταν ο αδερφός μου ο Γιάννης που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί είταν ο νους μου αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχαν οι μουσικάντοι, και φαίνουνταν τρέλλα να τους έπιασε με μιας; Τι είχανε μέσα τους, που τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις νότες που πηδούσαν και χόρεβαν ένα χορό τρομερό, κ' η μια με την άλλη, ενωμένες, σα σφιχταγκαλιασμένες, συρτά συρτά στους ουρανούς πετούσαν. Τίποτις δεν ξέρω που να ξανοίγη, που νανάφτη την ψυχή σαν τη μουσική. Σε παίρνει νου και καρδιά, σε κάμνει να γυρέβης πράματα μεγάλα, να συλλογιέσαι γι' αγάπη και για δόξα. Με τρέλλαινε αφτή η μελωδία• έμοιαζε σα νάμπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξη λύπες και πίκρες, για να βγάλη όξω βάσανα και θλίψη, να πάρη τους πόνους και να πετάξη ψηλά ψηλά• — «Έλα, μ' έλεγε, έλα μαζί μου. Στάστρα τουρανού που χαδέβουν τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή μου, έλα έλα και συ μαζί μου νανεβής.»

Αλήθεια μ' έδινε θάρρος η μουσική. Έννοιωθα μέσα μου που γίνουμουν άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ στην Πόλη, κοίταζα κάτω στο μέρος που είταν η Αγιά-Σοφιά, που φαίνουνταν τα τούρκικα τζαμιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνων. Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και μ' έρχουνταν όλο να φωνάξω• — « Εδώ είμαι• κανένα σας δε φοβούμαι. Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές είταν οι ματιές μου, οι γροθιές μου σηκωμένες και γίνουμουν όλος μέσα μου θεριό.

Εκεί που κοίταζα κ' έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω στην Πόλη μια παράξενη ασπράδα. Με πήρε ανατριχήλα, σαν παίρνει στις ώρες που μεγάλα πράματα πα να γίνουν. Η ασπράδα έρχουνταν από κει που είναι η Αγιά-Σοφιά, έβγαινε μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το χόντρος της σκέπαζε όλη τη μέση Οδό του Βυζαντίου. Πρώτα δεν μπορούσα να καταλάβω τι είταν. Έμοιαζε σαν κάτασπρο σεντόνι τεντωμένο που πετούσε. Έπειτα είδα που είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε. Κατάλαβα που εμένα ζητούσε, γιατί έρχουνταν ίσια στον τόπο που κάθουμουν. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διώ που βαστούσε στο χέρι σκυρτό τούρκικο σπαθί. Το σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.

Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διάθεση βρίσκουνταν η ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσαν. Είμουν όλο μαζί γεμάτος έχτρα, σικλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Το φάντασμα κόντεβε να με φτάξη, — γιατί είταν τόντις φάντασμα. Φαίνουνταν τώρα και το πρόσωπο• είχε μάβρα γένεια κι ολόχλωμο, κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα είταν τα μάτια. Έκαμε ένα πήδημα και βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Είταν ο Σουλτά Μαχμούτης. Στέκουνταν από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ είμουν πάντα ξαπλωμένος κατά γης• σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διώ καλήτερα το πρόσωπό του. Πρόσμενα τι θα με πη.