Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Νερωμένο κρασί

Ιωάννης Πολέμης · Ποιήματα
Ό,τι κι αν είχε το 'χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ' απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ' η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ' τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ' το ξανθόκαι πίνω κι απ' το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,με θλιβερό περίγελο στα λόγια, του απαντά:«Τι φταίω 'γω αν τα δάκρυα, π' απελπισμένος χύνεις,πέφτουνε στο ποτήρι σου, σταλαματιές θολές,και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;Τι φταίω 'γω κι αν δε μεθάς, τι φταίω 'γω κι αν κλαις;»