Ἤμουν ἄρρωστος, κορμὶ τυραννισμένοκ’ ἐκοιμήθηκα μὲ χίλια γιατρικὰ,κ’ εἶδα ὄνειρο πικρὸ, φαρμακεμένοπῶς ἐπέθανα τὴ νύκτα ξαφνικά.
Ἦλθ’ ὁ διάβολος νὰ πάρῃ τὴν ψυχή μουκαὶ μοῦ ’φώναξε: Σὲ ξέρω ἀπὸ καιρὸ,ἀκολούθα με ποῦ νἄχῃς τήν εὐχή μου,μέσ’ ’ςτὴν κόλασι θὰ πᾷς, νὰ σὲ χαρῶ!
Ἐσηκώθηκα χωρὶς νὰ τοῦ μιλήσω,αὐτὸς ἔτρεχεν ἐμπρός μου χωριστὰκ’ ἐγὼ ἄλαλος ἐπήγαιν’ ἀπὸ πίσω,ὡς ποὺ φθάσαμε ’ςτὴν κόλασι μπροστά.
Τότε ἄνοιξε μιὰ πόρτα σκουριασμένηκ’ ἐγὼ ἔρριξα μὲ πόνο μιὰ ματιά·Δυστυχία μου τὶ πίσσα μὲ προσμένει,τὶ ἀχόρταγη κ’ αἰώνια φωτιά!
Ἦλθαν διάβoλοι μὲ κέρατα σἂν βώδιακαὶ μὲ βάλανε ’ςτὴ μέση μοναχό,καὶ μοῦ δέσανε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδιακαὶ μὲ ρίξανε ’ςτὴν πίσσα τὸ φτωχό.
—Τί σᾶς ἔφταιξα; τοὺς ἔλεγα, κ’ ἐκεῖνοιἀπ’ τὸ πεῖσμα τους μ’ ἐδέναν πειὸ σφικτά.Τότ’ ἀρχίνησαν τὰ δάκρυα κ’ οἱ θρῆνοι,τότ’ ἀρχίνησαν καὶ βάσανα φρικτά.
Εἶδ’ ὁ Πλάστης μας τὴ λύπη μου τὴν τόσηκ’ ἕναν ἄγγελο μοῦ στέλνει ’ςτὸ φτερό:—Σῦρε κύτταξε κι’ ἂν ἔχῃ μετανοιώσει’ςτὸν παράδεισο ναρθῇ, τὸν συγχωρῶ.
Ἦλθ’ ὁ ἄγγελος ’ςτὰ κάτασπρα ’ντυμένος,τὸν ἐκύτταξα μὲ φόβο κ’ ἐντροπὴ,μοῦ ἐφάνηκε πῶς ἦταν λυπημένοςκ’ ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω τί θὰ πῇ.
Βλέπεις, ἄνθρωπε, μοῦ λέγει, ὅποιος κάνειἁμαρτήματ’ ἀσυγχώρητα ’ςτὴ γῆτί κατάρα τὸν προσμένει σἂν πεθάνῃ,τὶ αἰώνια κι’ ἀγιάτρευτη πληγή;
—Ναὶ, ἀλοίμονο τὸ βλέπω καὶ τὸ νοιώθω,μὰ δὲν ἔφταιξα, σ’τὸ λέω καθαρὰ,φταίγει ἐκείνη ποῦ μοῦ πῆρε κάθε πόθο,κάθε πίστι, κάθε ἀγάπη καὶ χαρά.
Φταίγ’ ἐκείνη ὅπου μ’ ἔκανε νὰ πάθωκι’ ἀπ’ ἀγάπη κι’ ἀπὸ ζήλεια νὰ χαθῶ,ὅπου μ’ ἔκανε τὰ κάλλη της νὰ μάθωκαὶ τὸν Πλάστη μου ’μπροστά της ν’ ἀρνηθῶ.
Ὤ! ἀλοίμονο! δὲν φταίω ἐγὼ τόσοκαὶ ἀδίκως ὁ Θεὸς μὲ τυραννεῖ,φταίγ’ ἐκείνη ὅπου μ’ ἔκανε νὰ νοιώσωὡς τὰ κόκκαλα βαθειὰ τὴν ἡδονή.
Τώρα ὅμως τ’ ἁμαρτήματα θυμοῦμαικαὶ τρομάζω κι’ οὔτε πειὰ τὴν ἀγαπῶ,τὴν ἀρνοῦμαι, τὴν ἀρνοῦμαι, τὴν ἀρνοῦμαικαὶ ’ςτὸν Πλάστη μου μὲ θάρρος θὰ τὸ ’πῶ.
Μοὖπ’ ὁ ἄγγελος: ἀγάπησες μὲ πόνο!συγχωρεῖσαι γιατὶ ξέρεις ν’ ἀγαπᾷς,τώρα ἔλπιζε ’ςτὸν Πλάστη σου καὶ μόνοκ’ ἔλα σήκω, ’στόν παράδεισο θὰ πᾷς.
Μόλις ἄρχισε τὰ σίδερα νὰ λύνῃγιὰ νὰ φύγωμ’ ἀπ’ τὴν κόλασι μαζῆ,ἄχ! ἐγύρισα κι’ ἀντίκρυσα ἐκείνηποὺ τὴν ἔφερναν ’ςτὴν κόλασι νὰ ζῇ.
Χαμογέλασε, μ’ ἐκύτταξε καὶ λίγο,καὶ μοῦ ἄναψ’ ἡ ματιά της τὸν καϋμό....—Σῦρε, ἄγγελε, τοῦ εἶπα, δὲν θὰ φύγω,καὶ τὴν κόλασι μαζῆ της προτιμῶ!…
Σὰν ἐξύπνησα τὴν ηὗρα ’ςτὸ πλευρό μου,καὶ τῆς εἶπα: μέσ’ ’ςτὴν κόλασι θὰ πᾷςγιατὶ τὤδα ζωντανὰ μέσ’ ’ςτ’ ὄνειρό μου....χαμογέλασε καὶ μοὖπε: μ’ ἀγαπᾷς;
Ιωαννησ Πολεμησ