Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

7

Κωστής Παλαμάς · ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ
Όμως, ω Ηλιογέννητη, ω πηγήτων αχτίδων όλων και των μύρων,ω θρησκεία των οραμάτωνκαι αρμονία των θείων ονείρων!Όποιου ανάψει τα σβησμένα μάτιατο δικό σου φωςκάτι αλλόφυλο γυρεύει και αδοκίμαστομες στο γνώριμο το μέγα του Παντός!Ξέρει πως ο ήλιος βλέπει σεξαφνιασμένα, σαν ανθόπου δεν έσπειρε το χέρι του·κι αν κανέν’ αστέρι τού ψιθύριζε:«Τάχα νά είσ’ εσύ ο πατέρας της;»Θα ’λεγε: «Δεν είμ’ εγώ!»Όποιου ανάψει τα σβησμένα μάτιατο δικό σου φως,ν’ ανεβεί την άσωστην ορέγεταισκάλα του Παντός.
Πέρα από του ήλιου τα παλάτια,(ω! χυθείτε λόγια πλανερά,θάμπη των παιδιών, αφροί του ονείρου,φουσκαλίδες ηλιοχάιδευτεςτου σφιγγοσπαρμένου Απείρου!)όπου κόσμοι κύκνοι κελαηδούν,όπου κόσμοι χύνονται λιοντάρια,κι άνθη οράματα και θάματα πουλιά·όπου ανάκουστα μουγκρίζουνκαι φυσομανούν προς το άπειροφάλαινες, αρκούδες, ύδρες, ταύροι·όπου μες στ’ αστρόχυτα νεράτων Ηριδανών φαντάζεσαιπως οι Κένταυροι θα λούζονται κι οι Ωρίωνες,όπου οι Πήγασοι πετούν με τους Αϊτούςκι όπου οι Μέδουσες λιθώνουν,όπου γίγαντες διαβαίνουν Σείριοι,και Ηρακλήδες πολεμούν ημίθεοι,όπου ορμούν Αλδεβαράν αλλόφυλοι,και σε νέαν αποθέωσην ασύγκριτηνοι θεοί του Ολύμπου ζουν πλανήτες,όπου φωτός χάη και τ’ αγέννητα,και όπου τα χαλάσματα κομήτες·μέσα εκεί στα ακαταμέτρητα,έξω από τα τετραπέρατα,πέρα από τους ζόφους των ταρτάρων,πέρα από το φως των παραδείσων,όπου είναι τα τέρατατων ονείρων που κανείς δεν ονειρεύεται·μέσα εκεί στην υπερθαύμαστηπαραζάλη των αβύσσων,εκεί που όλα τα όντα, εκεί που όλατα πλανέματα της γης και της ζωής,όσα η φύση σκόρπισε τριγύρω μαςφοβερά και ωραία και μεγάλα,κι όσα ο νους έπλασε κι έθρεψεμ’ ένα θείον αμβρόσιο γάλα,εκεί που όλα, εκεί που όλα,λυτρωμένα από τα σήμερα,και από τ’ αύριο λυτρωμένα και τα χτες,ξαναζούν τη ζήση του υπερτάτου·εκεί που όλα τρέχουν τρέξιμοάπιαστον από το λογισμό,κι όλα καρφωμένα στέκουναπό κάρφωμα παντοτινό·όπου το σκοτάδι του Θανάτουσμίγει με τη φλόγα του Αιωνίουσ’ ένα σφιχταγκάλιασμα αλογάριαστον,όπου αστέρια όλο θωρεί το μάτιφεγγοτρέμουλα σαν άλλα μάτιακι όπου έν’ άλλο μάτι βλέπεικάτι φοβερό ανιστόριστοναποπίσω από μια σκέπη·πέρα απ’ όλα, απ’ όλα, απ’ όλα,πέρα από τους ήλιους που φαντάζουνδιπλοτριπλοαγκαλιασμένοι,κι από αυτούς που ολογυρνούν σαν έρμοισε μια παγωνιά, σε μιαν ορφάνια·πέρα από των Κρόνων τα στεφάνια,και από τα χλωμότατα φεγγάρια,πέρα από των ήλιων τα τοπάζιακαι τα θαμπερά μαργαριτάρια·πέρα από των ήλιων τα γαλάζιαφεγγοβολητά, και από των ήλιωνπέρα τα σμαράγδια και τα οπάλια,πέρα από του ήλιου τα διαμάντια,και των αστεριών τα ροδοκάλια·πέρα απ’ όλα, απ’ όλα, απ’ όλα,όποιου ανάψει τα σβησμένα μάτιατο δικό σου φως,—ω! τα στερεώματα και οι γαλαξίεςπου δεν έψαξε, δεν ήβρε νους ποτέ!—ονειρεύετ’ ένα κάποιον άλλον ήλιοπου σε γέννησεν εσέ!