Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Το σχολείον

Κωστής Παλαμάς · ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΟΥ
Κορίτσια και παιδιά μαζί μας είχαν στο σχολείο·συχνά, κεφάλια δίδυμα, στο ίδιο το βιβλίοένας μικρός και μια μικρή εσκύβαν πλάγι πλάγι,στην πλάκα εζωγράφιζαν καράβια και πελάγη,εδώ κι εκεί αράδιαζαν ψαράκια και γοργόνες,και κάποτε χεροπιαστές τις ίδιες των εικόνες,που ήταν, τυφλή στη χάρη της, η ίδια η ευτυχία.Μαθαίναμε τα γράμματα με τόση προθυμία!Το γιατρικό που δύσκολα κάθε παιδί το πίνεισα ζάχαρη το γλύκαινε η συντροφιά εκείνηαπό μικρούλες πεταχτές και αηδονολαλούσες,και, βέργα του δασκάλου μας, λιγότερο πονούσες.Μία χαρά η γνωριμιά και η ζωή μας ήτον·επαίρναν απ’ την τρέλα μας, κι εμείς απ’ τη ντροπήν των,και πριν μας δέσ’ η μάγισσα η αγάπη στον καημό τηςμας σκέπαζε, σαν άγγελος λευκός, η αθωότης.Δε λησμονούντ’ οι γελαστές κι ολόγλυκες ημέρεςτ’ αμύριστ’ άνθ’, οι άφτερες ακόμα περιστέρες,τα ξέπλεγα κοντά μαλλιά, τ’ απλά φορεματάκια,τα νάζια, τα καμώματα, κι η πονηριά κι η κάκια,τα χείλη που γελούσανε, τα μάτια που εκλαίγαν,τα γέλια που δεν πλήγωναν, τα δάκρυα που δεν καίγαν.Τώρα που πέρασε ο καιρός, εγώ που τίποτ’ άλλοδεν ξέρω ακόμα μέσα μου για να με πουν μεγάλοπαρά καρδιά για ν’ αγαπά και νιώθει το φαρμάκι,κι είμαι το ίδιο του σχολειού παντοτινά παιδάκι,τις βλέπω τις μικρούλες μου μεγάλες και κυρίες,άλλες αφράτες κι έμορφες, άλλες χλωμές και κρύες·αυτές στα πλούτη θρέφονται, κι εκείνες τρώγ’ η φτώχεια,άλλες χαθήκαν σ’ έρωτος κι άλλες σε χάρου βρόχια.Σε πόσες είμαι άγνωστος, πόσες μού είναι ξένες,πόσες ακόμη ανύπαντρες μαραίνοντ’ οι καημένες,και πόσες λουλουδίζουνε, αγγελουδιών μητέρες!Δε λησμονιέστε, γελαστές κι ολόγλυκες ημέρες!
Απ’ τα κορίτσια μια ξανθή κι εμέν’ από τ’ αγόρια,μας είχαν πρώτους στο σχολειό κι ήμαστ’ απ’ όλους χώρια.Μια προκοπή μάς έδενε και μία φρονιμάδα,έμορφο ταίρι, μα καθείς μ’ αλλιώτικη εμορφάδα·σε κεντισμένες τραχηλιές και ζώνες μεταξένιεςφανέρωνε της μάνας της τον πόνο και τις έννοιες,γιατ’ ήτανε μονάκριβη· λευκή μες στα λευκά της,περήφανη απ’ το χάιδεμα, με τα χρυσά μαλλιά τηςπου έπεφταν στο μέτωπο στριφτά, σα δαχτυλίδια.Κι εγώ χλωμός μ’ ολόμαυρα μάτια, μαλλιά και φρύδια,με μαύρη ορφάνιας φορεσιά και με ταπεινοσύνη,ήμουν σκοταδερός πανσές και λεμονάνθη εκείνη.Κι επρόβαλαν της υστερνής χρονιάς οι εξετάσεις.— Σαν έστελνες μηνύματα κι ήσουν κοντά να φθάσεις,σ’ εβλέπαμε στα όνειρα να μας σκορπάς, ημέρα,σαν πάσχα τ’ αναγάλλιασμα, σα σκιάχτρο τη φοβέρα.Αμίλητη εσίμωνες με σύννεφα κι ακτίνες,γεμάτη άγρια πρόσωπα και πράσινες μυρσίνεςκι ένα σωρό πολύτιμα βραβεία στην αράδαγια να τα πάρ’ η προκοπή μαζί κι η φρονιμάδα.Όμως το πλέον ακριβό κι ονειρευτό βραβείοήταν βαρύ, ζωγραφιστό κι ολόχρυσο βιβλίοοπού τα χέρια το ’διναν του ίδιου του Δεσπότηξεχωριστά κάθε χρονιά στον πρώτον, ή στην πρώτη.Απ’ όλους δυο τ’ αξίζανε μονάχα· εγώ κι εκείνη.το ήξευραν κι επρόσμεναν να ιδούνε τί θα γίνειτ’ άλλα παιδάκια κι έλεγαν: «Ποιός τάχ’ από τους δύοθα πάρει το ζωγραφιστό, ολόχρυσο βραβείο!»
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχουςγεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους.Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου,το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του,και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοιακαι το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένιαμε το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα,και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα.Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα—εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα,κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ.Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη,και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό τηςπικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.Και όταν ξανασήκωσε σε λίγο το κεφάλι,και άθελα τα μάτια μας απαντηθήκαν πάλι,με κοίταξε με μια ματιά — που τώρα μόνο νιώθω:ματιά από λύπη παιδική κι από καινούριο πόθο,κάτι διπλό κι αταίριαστο, σαν άστρο αυγής που σβήνει,σαν αστραπή που χύνεται…Μες στη ματιά εκείνητο κοριτσάκι έσβηνε, κι εξύπναε η γυναίκα! Β΄
Σα δέκα ρόδα ολόδροσα χρόνια περάσαν δέκαπου δεν ξαναειδωθήκαμε στο δρόμο της ζωής μας·σ’ άλλο σχολείο χωριστά μεγάλων’ ο καθείς μας.Μα έξαφν’, ασυλλόγιστα, και πάλι εμείς οι δύοστου Έρωτος εσμίξαμε το μαγικό σχολείο,πρώτοι απ’ όλους στης καρδιάς τ’ αθάνατα παιγνίδια·μ’ αγάπη κι άλλοι εζούσανε, μα όχι με την ίδια·κι αιώνια κακογλωσσιά στα στόματα του κόσμουη εμορφιά της ήτανε κι ο φλογερός καημός μου.Κι όσοι δεν ξέραν άβυσσος πως ήταν η ψευτιά τηςκαι σίφουνας στα σπλάχνα μου ο έρως, μα διαβάτης,επρόσμεναν κι επρόσμεναν να ιδούν τί θ’ απογίνειτόση αγάπη κι απιστιά και τρέλα και καμίνι·αν μας προσμένουν στέφανα, ή αν από τους δύοο ένας τ’ άλλου το μυαλό θα πάρει για βραβείο.Όμως τη δεύτερη φορά εγώ ημουν το σφαχτάρι.Επέταξες το βαρετό των όρκων συναξάρι,και της αγάπης έσχισες μεμιάς την προσωπίδα,και μου ’φυγες και μ’ άφησες δίχως χαρά κι ελπίδατο πρόσωπο σκεπάζοντας να κλαίω αγριεμένα,παρόμοια όπως έκλαψες, μικρούλα εσύ, για μένα.
Τώρα η αγάπη πέρασε σαν νά ηταν τιποτένια.Και όμως —άκουσέ το εσύ, γυναίκα σιδερένια!αν ημπορούσα τον καιρό που άρχισες το θρήνοεκεί μες στο σχολείο μας, λίγες στιγμές να γίνωάντρας μονάχα με το νου, και μια στιγμή να νιώσωτη μοίρα που θα μ’ έκανε μ’ εσένα ν’ ανταμώσω,θα μ’ έβλεπες γονατιστός να έσκυφτ’ αντικρύ σου,και θ’ άκουγες να σὄλεγα: «Μην κλαις, παρηγορήσου,στέγνωσε τα ματάκια σου και διώξε το μαράζι,και πάρε το βραβείο μου· σ’ εμένα δεν ταιριάζει,επαραστράτησε τυφλά το χέρι του Δεσπότη·εσ’ είσαι απ’ όλους μας εδώ η προκομμέν’ η πρώτη,εμέ μού φτάνει για χαρά να έχω τη χαρά σου,και για βραβείο ολόχρυση μου φτάνει η εμορφιά σου.Όμως μια χάρη σού ζητώ μονάχα με τρεμούλα:μένε για πάντα η απλή ξανθόσγουρη παιδούλα.Φύλαγε άδολη καρδιά κι όταν γενείς μεγάλη,όπως φυλάγει έν’ άγαλμα τα μαρμαρένια κάλλη».