Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Τάφος

Κωστής Παλαμάς · Ο ΤΑΦΟΣ - ΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ
Ήσυχα και σιγαλά,διψώντας τα φιλιά μας,από τ’ άγνωστο γλιστράςμέσα στην αγκαλιά μας.
Ώς κι η βαρυχειμωνιάμ’ αιφνίδια καλοσύνηκι ήσυχη και σιγαλήσε δέχτηκε κι εκείνη.
Ήσυχα και σιγαλάσε χάιδευεν ο αέραςτης νυχτός ηλιόφεγγοκι ονείρεμα της μέρας.
Ήσυχα και σιγαλάμας γέμιζες το σπίτι,γλύκα του κεχριμπαριούκαι χάρη του μαγνήτη.
Ήσυχα και σιγαλάζούσε από σε το σπίτι,ομορφιά τ’ αυγερινούκαι φως του αποσπερίτη.
Ήσυχα και σιγαλά,φεγγάρια, ω στόμα, ω μάτι,μιαν αυγούλα σβήσατεστο φονικό κρεβάτι.
Ήσυχα και σιγαλάκαι μ’ όλα τα φιλιά μας,γύρισες προς τ’ άγνωστομέσ’ απ’ την αγκαλιά μας.
Ήσυχα και σιγαλά,ω λόγε, ω στίχε, ω ρίμα,σπείρετε τ’ αμάρανταστ’ απίστευτο το μνήμα!
Ω! Μες στο μακρόημεροτης αγωνίας κλινάρι,χέρια σαν από κερίκι από μαργαριτάρι!
Ω χεράκια λατρευτά,σάρκας αφρός, μια στάλα,που τ’ αλυσοδέματαγεννάτε τα μεγάλα!
Χέρια που καλόβολατο κάθε κίνημά σαςκαι την πιο ανυπόταχτηβουλή τραβάει σιμά σας.
Χέρια που στα γέρικακεφάλια τα χιονάτατ’ αλαφρό σας τ’ άγγισμαδίνει ξανά τα νιάτα!
Κι αστραποβολάτ’ εσείς,θαυματουργό ζευγάρι,στου κακούργου την ψυχήτης αρετής της χάρη!
Κι είστε σα να ξέρετεχίλια κρυφούλια μάγιακι έχετ’ ένα χάιδεμασαν ευλογία τρισάγια!
Χέρια, εσείς κρατούσατεσα θησαυρούς τα κρίνα,στο κυνήγι παίρνονταςτου ήλιου την αχτίνα
για να κλείσετε κι αυτήστη χούφτα σας, ω χέρια,τρισευγενικότεραπλασμένα περιστέρια,
τί κακόν εκάματε,και τώρα καρφωμέναστης αρρώστιας κείτεστετο γολγοθά, καημένα;
…Από νεκροσιγαλιάναγρίεψε κι η νύχτα,σώπασε και το σκυλίπου κολασμένα αλύχτα,
και στο κρεβατάκι σαςτου καντηλιού η θαμπάδαδείχνει, οϊμένα! οϊμένανε!σα νεκρική λαμπάδα,
και στη νεκροθάλασσατο σάλεμά σας μόνο,καραβοσυντρίμματα,ξανοίγω, και παγώνω!
Μες στη νύχτα φέγγετε,σα διάφανα αχνοκέρια,π’ άσβηστη κι αθώρητηφωτιά τα καίει, ω χέρια!
Τώρα σα να σας κρατάβραχνάς δετά αυτού χάμου,παίρνετε παράλυτατα χάιδια, τα φιλιά μου.
Τώρα σαν πουλιού φτεράπου κυνηγός λαβώνειέν’ αργοπαράδαρμασας τρεμοανασηκώνει.
Τώρα ψηλαπλώνεστε,χεράκια, ανάερ’ αγάλια,σα σε προσευχή, και σασε θεία παρακάλια.
Τώρα ένας ανέλπιδοςσας σφιχτοπλέκει αγώνας,σα να χάσκει αγνάντια σαςτο στόμα μιας γοργόνας!
Κι ύστερα και ξαφνικά,χεράκια εσείς, ω μαύρα,σα να σας αντρείεψετου μαρτυρίου η λάβρα,
των μαλλιών σας τ’ απαλά,τ’ ανέγγιχτα πλεξίδιατ’ αγριοξεριζώνετε,σα να σας τρώνε φίδια!
Τί κακό σάς κάμαμε;Μας τρώνε εμάς τα φίδια,κι αγριοξεριζώνετετα σπλάχνα μας τα ίδια!
Πέρα εκεί στ’ αντικρινότ’ απόσκιο περιβόλικελαηδούνε τα πουλιάκαθημερνή και σκόλη.
Κελαηδούνε τα πουλιάστα πεύκα, στα πλατάνια,και σε κιόσκια πράσινακαι σ’ άσπρα σιντριβάνια.
Χαιρετούν τη χαραυγήκαι το θλιμμένο βράδυ,τραγουδούνε χωριστάκαι τραγουδούν ομάδι·
κι η χαϊδεύτρα η μουσικήτων τραγουδιών εκείνωνείναι το ροδόσταματων γέλιων και των θρήνων.
Όμως απ’ το θρήνο τουςτον ταιριασμένο λείπειο τρανός καημός, η πιοκαρδιοφλογίστρα λύπη.
Ω ψυχούλα ολάκριβη,που η θέρμη τώρα τρώει,ποιός θα πει τ’ αστόχαστοδικό σου μοιρολόι;
Ποιός θα πει του ολόανθουκορμιού σου το σαράκιπου το πολυκέλαδοσου σφράγισε χειλάκι;
Ποιός θα πει τ’ αξέχαστοτρεμούλιασμα —ω φαρμάκια!—που έσβησε και τ’ άσβηστατου γέλιου σου λακκάκια;
Ποιός θα πει το κάρφωματο μέγα της ματιάς σουμέσ’ από τ’ ακοίμητατα μάτια τα δικά σου;
Ποιός θα πει το βύθος τουςκαι τ’ άσειστο λιθάριτης στερνής αγρύπνιας τους,φωτόχυτο ζευγάρι,
που τις εκαθρέφτιζεςόλες τις καλοσύνεςκι έδινες διπλή ομορφιάστου ήλιου τις αχτίνες;
Ω πουλιά, απ’ το θρήνο σαςη ελεημοσύνη λείπεικι ο τρανός καημός κι η πιοκαρδιοφλογίστρα λύπη.
Και στους γλυκοστάλαχτουςσκοπούς σας λίγο λίγομιαν απάνθρωπη ψυχήγρικώ και ξετυλίγω!
Τα μαλλιά σου ολόχυταστο πρόσωπό σου γύρωξάπλωσαν στην όψη σουμιας αγιοσύνης μύρο.
Και στο μετωπάκι σου,μόλις η θέρμη εφάνη,γίνηκαν ακάνθινομαρτυρικό στεφάνι!
Άφκιαστο κι αστόλιστοτου Χάρου δε σε δίνω.Στάσου με τ’ ανθόνεροτην όψη σου να πλύνω.
Το στερνό το χτένισμαμε τα χρυσά τα χτένιαπάρτε απ’ τη μανούλα σας,μαλλάκια μεταξένια,
μήπως και του Χάροντα,καθώς θα σε κοιτάξει,του φανείς αχάιδευτοκαι σε παραπετάξει!
Ω ακριβές, τρισεύγενες,καλές μου, και όλες, και όλοι,που το κρεβατάκι τουκάματε περιβόλι!
Ω ακριβοί, τρισεύγενοι,καλοί μου, και όλοι, και όλες,φέρτε τις μοσκόβολεςκαι πλουμισμένες βιόλες!
Στα βασανισμένα τουσωμένα ποδαράκιαστρώστε τα μεθυστικάλευκόχρυσα ζαμπάκια·
γύρω στου προσώπου τουσβησμένη πια την πούλιαβάλτε δακρυοστάλαχτατα θλιβερά ζουμπούλια·
δώστε του νιοθέριστουςαπ’ τους χλωρούς μπαξέδεςτης δροσιάς τα πάναγναπαιδιά, τους μενεξέδες,
και σταυρώστε του μ’ αυτούςτα παιδικά χεράκια·νάτε κι άνθη σαν καρδιές,κι άνθη σαν αστεράκια,
κι άνθη σαν τα νέφαλα,και σαν τα πεταλούδια,σαν τα μάτια του, και σαντο στόμα του λουλούδια!
Νά κι εσείς που δίνετεστους μαύρους τους χειμώνεςρόδισμ’ ανοιξιάτικο,των κάμπων ανεμώνες!
Κι ύστερα, ω αμύριστεςκι αρχοντικές και ξένες,μεγαλόπρεπες εσείςκαμέλιες παγωμένες,
απ’ τα χέρια σα βαλτέςτου ίδιου του Θανάτου,κορφοστεφανώστε τητη μυστική ομορφιά του!
Άνθη, ω νεκρολούλουδα,χυμένα ολόγυρά του,είστ’ εσείς τα ονείρατατου ύπνου του θανάτου;
Είστ’ εσείς τα θάματατης τέχνης ποιού ζωγράφου;Πιο καθάρια βλέπετεστη σκοτεινιά του τάφου;
Είστε κάτι πιο πολύαπό το νου του ανθρώπου;Πιο πολύ κι από το φωςισόθεου μετώπου;
Είστε πιο σιμότεραστο φέγγος των πνεμάτων;Ξέρετε τ’ αγνώρισταμυστήρια των μνημάτων;
Παίρνετε νοήματαπρωτόφαντα εδώ κάτου,άνθη, ω νεκρολούλουδα,χυμένα ολόγυρά του!
Στο ταξίδι που σε πάειο μαύρος καβαλάρης,κοίταξε απ’ το χέρι τουτίποτε να μην πάρεις.
Κι αν διψάσεις, μην το πιειςαπό τον κάτου κόσμοτο νερό της αρνησιάς,φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μην το πιεις, κι ολότελακι αιώνια μας ξεχάσεις·βάλε τα σημάδια σουτο δρόμο να μη χάσεις,
κι όπως είσαι ανάλαφρο,μικρό, σα χελιδόνι,κι άρματα δε σου βροντάνπαλικαριού στη ζώνη,
κοίταξε και γέλασετης νύχτας το σουλτάνο,γλίστρησε σιγά κρυφάκαι πέταξ’ εδώ πάνω,
και στο σπίτι τ’ άραχνογυρνώντας, ω ακριβέ μας,γίνε αεροφύσημακαι γλυκοφίλησέ μας!
Σπάραζε, κακή καρδιά,πίνε χολή και ξίδι,πάει, καρδιά, η καρδούλα σουστ’ αγύριστο ταξίδι!
Μιαν αχειροποίητησ’ απόμεινεν εικόνα,να της έχεις γκόρφι σου,να τη φορείς κορόνα.
Τώρα της λαχτάρας σουκαι της ζωής σου τ’ άδειακάποια αλαφροΐσκιωτατα γέμισαν σημάδια,
κάποια σα φαντάσματατρεμουλιαστά σημάδια,σαν αστραποπέλεκαβουβά μες στα σκοτάδια.
Σα νυχτοφωσφόρισματρισκοτεινού πελάγου,σαν ολάσπρο αντίφεγγοτ’ ανήλιαγου του πάγου!
Μέσα σου κι απέξω σουκι όπου να κάμεις γύρωτ’ αδειανού χρυσογυαλιούμυρίζεσαι το μύρο.
Κι είσαι πάντοτε αγκαλιάκαι πάντοτε μαζί του·σε ξυπνάει το χάιδεμα,σε γγίζει το φιλί του.
Μπρος και πίσω σου κι εκείκαι πέρα και παρέκειμια ψυχούλα αθώρητηπαντού σε παραστέκει.
Όμως τίποτ’ απ’ αυτά,—καρδιά μου, αλίμονό σου!—που τα πιάνεις άπιαστακαι πίσω σου κι εμπρός σου,
μήτ’ η αχειροποίητηπου απόμεινεν εικόνα,και την έχεις γκόρφι σουκαι τη φορείς κορόνα,
μήτ’ η αχάλαστη ψυχήκι η ενθύμηση η νικήτρα,και της άφθαρτης φθοράςη αγάπη η καταλύτρα,
όμως τίποτ’ απ’ αυτάπου εσένα τριγυρίζουννοερά κι αισθαντικά,τίποτε δεν αξίζουν
ένα μικροκάμωτοκορμάκι, ένα κομμάτιπου απ’ το χέρι ξέφυγεκαι χάθηκε απ’ το μάτι!
Ω τραγουδοπλέχτη εσύ,που μιαν ανατριχίλαπρωτογνώριστη σκορπάςμες στης καρδιάς τα φύλλα,
τώρα τα καρδιόφυλλαβοριάς τα ξετινάζει,το λιοβόρι τα ’καψε,τα δέρνει το χαλάζι,
τώρα τα διαγούμισεναχόρταγος κουρσάρος,τώρα τα κιτρίνισενένα προς ένα ο Χάρος!
Τώρα —οϊμέ καρδιόφυλλα!—κι ακόμα κι αν σαλεύουν,μ’ ένα λείψανο ζωήςακόμα κι αν παλεύουν,
τώρ’ από το σάλεμακι από το πάλεμά τους,τώρα μες στα πλάτια τουςκαι μέσα στα βαθιά τους,
ω τραγουδοπλέχτη εσύ,μόνο η φωνή σου μένει,κι έγινεν αντίλαλοςκαι λέει και δε σωπαίνει·
λέει γι’ αυτούς που φεύγονταςκάνουν τα σπίτια τ’ άδειααπό πρόσχαρες φωλιέςστοιχειωμένα ρημάδια!
Και μου φάνταξες εσύκριτής μαζί και θύμα,κι ήμουν ο ένοχος εγώμε το μεγάλο κρίμα.
Από το μακάριομηδέν εγώ στο κύμασ’ έφερα, εγώ σ’ έπνιξα…Ω το μεγάλο κρίμα!
Πού είστε, δάκρυα των αγνών;…Ω μαύρε φονιά, τρέμε,ω φονιά, γονάτισε…— Κριτή, συχώρεσέ με!
Στο δροσάτο μνήμα σουκι επάνω του και γύρωτίποτε ξεχωριστόλουλούδι δε θα σπείρω.
Τίποτε ξεχωριστόλουλούδι δε θ’ ανθίσεικάτω απ’ της φωλίτσας σουτο μαύρο κυπαρίσσι.
Μοναχά τ’ αγνώρισταχορτάρια και τα χίλιαμύρια χρυσολούλουδακαι τ’ άγρια χαμομήλια.
Όμως τα φτωχούλια αυτάκαι τα συνηθισμέναπου με δίχως φύτεμακαι πότισμα κανένα
έχουν μόνο φυτευτήκι έχουν περιβολάρητης δροσιάς το στάλαμα,του ηλιού τη θεία χάρη,
όμως τα φτωχούλια αυτάστου λάκκου σου την άκρηθα σκορπούν κάποιων ματιώντο φέγγος και το δάκρυ,
θα σκορπούν κάποιων μαλλιώντ’ ανέμισμα και θα ’ναισαν ψευδά παιδιάτικαλογάκια που μεθάνε.
Θα ’χουνε το σάλεμακάποιων χεριών, κι ακόμαθα μοιράζουνε φιλιάσαν από κάποιο στόμα.
Κι όλα τα φτωχούλια αυτάκαι τα συνηθισμέναθα ’χουν κάτι ασύγκριτο,κάτι σαν από σένα!
Κρύψε, μάνα το παιδίπου στο πλευρό σου παίζει,κι έστρωσ’ η Χαρόντισσαπρωτάκουστο τραπέζι.
Κάτου εκεί στα Τάρταρατα κρυοπαγωμέναπείνασ’ η Χαρόντισσακαι δίψασεν, οϊμένα!
Βάλθηκε με των παιδιώντη σάρκα να χορτάσει·σκέλεθρο το πιάτο τηςκαι καύκαλο το τάσι.
Θέλει πλούσια ξέχειλατα δυο να τα γιομίσεικι ονειρεύεται τρελόκι ατέλειωτο μεθύσι,
και κρασάκι ορέγεταιτριανταφυλλένιον αίμα,και κορμάκι λαχταρείσαν κρύο νερό, σαν ψέμα.
Και τ’ αραχνιασμένα τηςγυρεύει τ’ ανθογυάλιανα στολίσει με ξανθάχερουβικά κεφάλια.
Θέλει μήλο μάγουλο,θέλει χειλάκι ρόδι,και το γιο της προσκαλείκαι τονε κάνει Ηρώδη.
Τονε στέλνει θεριστήτον άγριο καβαλάρηστων μανάδων τα παιδιάκαι στων σπιτιών τη χάρη.
Κρύψε, μάνα, το παιδίπου στο πλευρό σου παίζει,κι έστρωσε η Χαρόντισσαπρωτάκουστο τραπέζι.
Το ’στρωσε και κάθισεκαι να χορτάσει θέλειμε της γης τ’ αφρόγαλακαι το καθάριο μέλι!
Σε θρηνούν τα ζωντανάκαι τ’ άψυχα σε κλαίνε·σε θυμούνται κι οι αδειανέςγωνίτσες σου και λένε:
—Μαλωμένο μια βραδιάπικρά μού αποκοιμήθη!——Αχ! και πώς το μάγευενεδώ το παραμύθι!—
—Του Έρωτα μισόγυμνουκαμάρωνα τη χάρη·έρμο τώρα κι άστρωτομου μένει ένα κλινάρι…—
—Πάντα τ’ αποζήταγα·βιβλίο κρατούσε, ω πόσαμου έπλαθε διαβάσματαη κελαηδίστρα γλώσσα!
—Τί μου σώριασαν εδώ,σα νά ειμαι τάφου λάκκος;Ω! τα παιγνιδάκια του!…προσμένει ο ανθρωπάκος.
Και ξαπλώθ’ η παγωνιάτου ανέλπιδου θανάτουκαι στα μετωρίσματακαι στα καμώματά του…—
—Το σπαθάκι του άπραγονήρθεν εδώ να γείρει…——Και το καραβάκι τουχωρίς καραβοκύρη!—
—Μου το φέραν άρρωστο,σβησμένο μου το πήραν·——δάκρυα με ποτίσανεκαι λίβανα μου σπείραν.
—Καίει και λιώνει λιώνονταςκι εμέ το νεκροκέρι…——Στα πορτοπαράθυραβογκάει τ’ αγριοκαίρι,
κι αντιλέν το μούγκρισμαβαριά τα σωθικά μαςκαι μαζί βαρυβογκάειτο σπίτι ολόγυρά μας.
Και μες στα μεσάνυχταγρικώντας η μητέρατέτοιον έξαφνο βουητόνα χύνεται αποπέρα,
—Ήρθε το παιδάκι μας,και στέκετ’ έξω, λέει,κράζει να τ’ ανοίξουμεκαι μας ζητάει και κλαίει!
Ήμερα και πρόσχαρατα χρόνια σου σκορπούσες·όλους τούς εγύρευες,όλους τούς αγαπούσες.
Σ’ όμορφα και σ’ άσκημα,σε ξένα και δικά σου,τα φιλάκια ασώτευες,τα παιγνιδίσματά σου.
Όσο που το Θάνατοναπάντησες μια μέρα…Τονε σφιχταγκάλιασες·τον πήρες για πατέρα!
Απ’ το προσωπάκι σουτο ζαχαροχυμένοστάλαζ’ ένα μάγεμασα μακρινό, σαν ξένο.
Και μια ξένη μουσική,μια μακρινή αρμονίααπ’ τη χώρα της κιτριάςκι από την Τευτονία,
συμφωνία τρισεύγενηκι ολόγλυκη σονάτασου έπρεπε συντρόφισσαστην υστερνή σου στράτα.
Κι ο σκοπός ο τρίσβαθοςκι η ονειρευτή ψυχή σουστο κατώφλι ενός λευκούνα σμίξουν παραδείσου!
Είστε αταίριαστα τα δυο,εσύ κι η ανυπαρξία!Μέσα στη νεκρόφαντητου νου μου αταραξία
κάτι τι σαλεύεταικαι κάτι ξεπροβάλλει·κι άθελα να σε δεχτώσ’ ανοίγω την αγκάλη.
Και προσμένω σε αποδώ,προσμένω σε αποπέρα,σε προσμένω πάντοτε,νύχτα κι αυγή και μέρα.
Ω καημέ ανιστόρητεκαι ω μέγα καρδιοχτύπι,πάντα να τον καρτεράςκάποιον που πάντα λείπει!
Πού θε νά βρω τον παλιότεχνίτην εδώ πέρα,της παρθένας Ηγησώςτο δεύτερο πατέρα,
πού θα βρω τον άγνωστοτων τάφων Πραξιτέλη,σε μια πλάκα λιγοστή,μια πέτρα απ’ την Πεντέλη,
έτσι απλά κι αστόλιστακαι τρισχαριτωμένανα κεντήσει ανεβατά,να σ’ αναστήσει εσένα;
Να σε ξαναφέρει αγνάπιστά στην πέτρα επάνωμε το μάτι ολόφωτοκαι με το γέλιο πλάνο·
και με το ουρανόχρωμον—ω εσύ— φορεματάκι,και με τα παιγνίδια σουκαι μ’ όλο το σπιτάκι
και με των αφρόντιστωντων αδερφιών το ταίρι,και με τη μανούλα σου,—ω ατέλειωτο μαχαίρι,—
μ’ όλη τη ζωούλα σου,φτωχή κι ευτυχισμένη,και με μια παράμερακιθάρα συντριμμένη…
Πού θε νά βρω τον αρχαίοτεχνίτην εδώ κάτουνα της βάλει ολόλευκατης νύχτας του θανάτου,
και, μαγνάδι ερωτικόστου Χάρου τη φοβέρα,να ξαπλώσει επάνω τηςτον αττικόν αέρα;
Είναι κάποιοι χαλασμοίσε κάποιες χώριες ώρεςδίχως αστραπόβροντακι ανεμικές και μπόρες.
Είναι κάποια δράματακαι κάποιες τιμωρίεςδίχως ήρωες τραγικούςκαι δίχως ιστορίες.
Είναι κάποιοι αφανισμοίσε κάποιες ώρες χώριεςπου σου παίρνουν τη μιλιάσαν ξωτικιές πανώριες.
Είναι κάποια δράματασκληρά ξετυλιγμέναστης ζωής τα ταπεινάκαι τα συνηθισμένα.
Τις ασάλευτες στεριέςανόητ’, αγάλια αγάλια,ω βαθιά και αργά που τρωντα γαλανά ακρογιάλια!
Ω δραμάτων δράματαμε σφραγισμένα χείλη…Κι άγραφα κι αφάνταστασας παραιτούν οι Αισχύλοι!
Το στερνό παράπονοσταλάζει απ’ το τρυγόνι,βόγκος απαλότατοςκαι κλάμα που παγώνει.
Ω νυχτιά κατάρατη!Γεμίζει τη σιωπή σουτου δικαίου το σταύρωμα,το πάσχα της αβύσσου.
Πού λιμάνι απόσκεποστη μαύρη ανεμοζάλη,πού και ξερολίθαρονα βρω για προσκεφάλι;
—Εσύ, Δύναμη του νου,σε κράζω· φανερώσου,δείξε μου στοχαστικόπλατύ το μέτωπό σου!
Κι έξαφν’ αργοκίνητησε ξετυλίγω εμπρός μου,ω ξηγήτρα του Θεού,του ανθρώπου και του κόσμου.
Κι είσ’ εσύ που βάφτισανσε μια πανίερη φρίκηο Σωκράτης δαίμονακι ο Δάντης Βεατρίκη!
Ω μεγαλοφάντασητων ιδεών γεννήτρα,πάντα πολεμόχαρη,ποτέ, ποτέ νικήτρα!
Τ’ άπειρο έχεις φόρεμακι όλα τ’ αστέρια μίτρα,ω μεγαλοφάνταστητων ιδεών γεννήτρα!
Πολεμάς κι όλο γρικάς,κι όλο κοιτάς και ψάχνεις…Ω της σκέπης τ’ άσκιστασκοτάδια, ω της αράχνης
τα καρτέρια αλάθευτα!(Και ω κλάμα που παγώνει!το στερνό παράπονοσταλάζει απ’ το τρυγόνι).
Και σαν κάτι ανθρώπινονα ’νιωσε κι η καρδιά σου,στάθηκες αγνάντια μου,και μ’ όλα τα παιδιά σου.
Μ’ όλα αυτά που ανάθρεψεσ’ ανατολή και δύσητου τρισκότιδου ο καημός,του αγνώστου το μεθύσι.
Και που τά ειδαν να κρατούντρανότολμη μια σμίλητα πλατάνια του Ιλισούκαι οι Γάγγηδες και οι Νείλοι.
Μ’ όλα αυτά που αντιλαλούνστα ξένα οι νέοι αιώνες,μ’ όλων των βαθύγνωμωνΚαντίων τους λεγεώνες
που τους βλέπουν να κρατούντρανότολμη μια σμίλη,μπήχνοντάς την γαληνάστο Πνεύμα και στην Ύλη·
και που με βαθιές φωνές,με λόγια σοφά πλήθιαδασκαλεύουν: Νά ο Θεός!φωνάζουν: Νά η αλήθεια!
Κι ο Θεός είν’ άπιαστοςκαθώς η χρυσή σκόνηπου ποτάμι αέρινονο ήλιος φανερώνει.
Κι η αλήθεια είναι μικρήμισόσβηστη καντήλα,που μας δείχνει πιο πηχτήτριγύρω τη μαυρίλα.
(Το στερνό παράπονοσταλάζει απ’ το τρυγόνι·βόγκος απαλότατος,και κλάμα που παγώνει).
Ω βαθύλαλες φωνές,ω λόγια σοφά πλήθια,πού να βρω καταφυγήκαι πού να βρω βοήθεια;
Πού λιμάνι απόσκεποστη μαύρη ανεμοζάλη;Πού και ξερολίθαρονα γείρω το κεφάλι;
Σε ύψη τίνων αστεριώνκαι τίνων παραδείσων,σε ποιό χάος και σε ποιάμυστήρια ποιών αβύσσων
να ζητήσω, και από ποιόθηρίο και ποιό σκουλήκιτην τρανήν αγάπη μου,την άφαντη Ευρυδίκη;
Ω βαθύλαλες φωνές,ω λόγια σοφά πλήθια,είν’ ο Χάρος ο Θεόςκι ο τάφος είν’ η αλήθεια!
Πήρες την τρισέβαστηθωριά του μαρτυρίου·ιερόν αχνόφεγγοσε κρύβει μυστηρίου.
Κι είναι τα χρονάκια σουτα παιδικά για μένασύμβολα προφητικάκαι λείψαν’ αγιασμένα.
Ένα βάρος μού σκορπάς,μου διώχνεις μια κακία·μ’ ανυψώνει ο πόνος σουκαι μου ’γινε θρησκεία!
Ω μητέρα, της ζωήςγεννήτρα και τεχνίτρα!Αλαλάζει αγνάντια σουη Μοίρα η καταλύτρα.
Έκοψες το μάρμαρογια τ’ ακριβό άγαλμά σουαπό την απάρθενηκορφή της ομορφιάς σου.
Κι άρχισες και το ’πλαθεςόπως μια μάνα ξέρει,μ’ όλη τη λαχτάρα σου,σμίλη και νου και χέρι.
Κι ήταν σαν ξανάρχισμαηλιογειρμένης νιότης·κι έλεγα: Νά ο Έρωταςμε το χαμόγελό της!
Όμως όσο ξάνοιγετ’ ολάγρυπνό σου μάτιτ’ άγαλμα που χάραζεναπ’ το θαμπό κομμάτι,
τόσο το γλυκόσφιγγες,σα να ’θελες να χτίσειςμε τ’ αγκάλιασμα ναόκαι μέσα να το στήσεις.
Α! και σα να το ’λιωσετο σφιχταγκάλιασμά σου,πάει… αφρός το μάρμαροκι όνειρο τ’ άγαλμά σου.
Με τα χέρια ολάνοιχτα,με την αγκάλην άδεια,τώρα μάρμαρο, άγαλμαμένεις εσύ… Ω σκοτάδια!
Άκουσε, βαριόμοιρη,τί κελαηδούν τ’ αηδόνια:—Πήγαν και παλέψανεστα μαρμαρένια αλώνια
(Πόλεμος δε στάθηκενωσάν και τούτον άλλος)ο μικρός ο Έρωτας,κι ο Χάρος ο μεγάλος.
Και χωρίστηκε σε δυο,στριμώχτηκεν η πλάσηγια να ιδεί ποιός απ’ τους δυοτον άλλο θα χαλάσει.
Και χωρίστηκε σε δυο,και μέριασεν η πλάση,των κακών οι θάλασσες,των αγαθών τα δάση.
Κι έγιναν σα δυο στρατοί,κι αμέτρητα δυο πλήθια·δύναμη ανωφέλευτηκαι πλανερή βοήθεια!
Μάχονται τα δυο στοιχειάκι απ’ το πρωί ώς το βράδυ,τούτος με τον Όλυμπον,εκείνος με τον Άδη.
Μάχονται, και νίκησενο Χάροντας ο γίγας·πάει, σκοτώθηκε ο μικρόςο Έρωτας ο ρήγας!
Παν οι αυγές κι οι Απρίληδες…Μες στη ζωή την άδειαχύνονται αλαλάζονταςτα ταρταροσκοτάδια.
Των κακών οι θάλασσεςπλημμύρισαν την πλάσηκι έπνιξε κατακλυσμόςτων αγαθών τα δάση.
Όμως από του Θεούτου σκοτωμένου το αίμαμες στο χάος υψώθηκεναέρινο ένα ρέμα.
Κι από τ’ άστρα τα σβηστάμέσα στα αιθέρια βάθηπάλι ανάβει τη ζωή,καινούριους κόσμους πλάθει!
Άκουσε, βαριόμοιρη,τί κελαηδούν τ’ αηδόνιαστ’ άνθη της τριανταφυλλιάςκαι στης μηλιάς τα κλώνια!