Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιάπου μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ήβρε χωρίς νιάτα,κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριάστη χιονισμένη στράτα.
Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιούκαι τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινούμου δάκρυσαν τα μάτια.