Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1906

Η ψυχή και η λύρα

Κωστής Παλαμάς · Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Η ψυχή που είχε κάτι απ’ το σκοτάδικαι κάτι απ’ τα φτερά τα λαβωμένα,πάει με τους ίσκιους, έφτασε το βράδυ,όλα τα πνίγει μέσα του ένα ένα.
Κράτα το βήμα σου αλαφρά, μπροστά τηςγείρ’ έναν ίσκιο απ’ τη δική σου χάρη,φωτισμένο θα ιδείς το βράδιασμά τηςαπό λευκό υπερούσιο φεγγάρι.
Η ζωντανεύτρα της ιδέας, η λύρα,—έστεκες πάντα εσύ να τη γρικήσεις—τη συνεπήρε, μη ρωτάς, ποιά μοίρα,πάει με τα ροδοσύγνεφα της δύσης.
Στείλε της πέρα εκεί το περιστέρι,Καλή, του λογισμού σου, και θα γίνουνρόδα χυτά από της αυγής το χέριτα σύγνεφα της δύσης που αργοσβήνουν.