Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Ο πρόγονος

Κωστής Παλαμάς · Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Η αγρύπνια μ’ έφαγε, μ’ έψησε η θέρμη,κι η νύχτα απέραντη κι η θλίψη μου έρμη,κι ήρθε και στάθηκε κι έσκυψ’ εμπρός μου,αποκρισάριος του κάτου κόσμου·κορόνα τ’ άσαρκου, του αέρα γέννα,αερόχαρα όλα του κι αεροντυμένα,ίσκιος του αθάνατου και του θανάτου,και στόμα που ήτανε το μίλημά τουσαν το μουρμούρισμα και σαν το χάδιομιας πνοής άξαφνα στο τζάκι τ’ άδειοκαλύβας που έγειρε κι όπου τη γγίξεις,τρίζει ως να πόνεσε κι είναι να φρίξεις.Κι απάνου μου έσκυψε τ’ άυλο το τέραςσαν κυβερνήτης μου και σαν πατέραςκαι μου είπε·—Ο πρόγονος εγώ· με ξέρεις;Ο [αριγωμέτωπος] κι ο ανοιχτοχέρης…Από ρηγάδικο κρατιέμαι γένος,μα εγώ είμ’ απόπαιδο της γης και ξένος,και της παράδεισος εγώ εραστήςκαι ουρανοχτύπητος ησυχαστής.Εγώ είμ’ ο πρόγονος, εγώ ο γενάρχης,κι είσαι από μένανε, μ’ εμένα υπάρχεις,σποριάς κι εγώ έσπειρα παντού τη σκέψηκι ο σπόρος έπιασε, δε θα στερέψει,σπέρνω το σπόρο μου, δεν καταλιέμαι,με τον απόγονο ξαναγεννιέμαι,κι όσα κι αν χαίρεσαι από μένα τα ’χεις,γέννα του έρωτα και της αμάχης,κι είσαι ακριβότατος γιος της καρδιάς μου,στερνέ της κλήρας μου και της γενιάς μου.—
Και τ’ αποκρίθηκα·—Κι όποιος κι αν είσαι,πρόγονος, δαίμονας, πλάνταξε, σβήσε.Κι αν έχω μέσα μου τη Φαντασίαψηλή, αστροθόλωτη, σα μια εκκλησία,κι ανίσως κάποτε μου δίνει η σκέψημια τετραπέρατη καινούρια βλέψη,κι αν κρύβω αγνότητα μες στην καρδιά μουκαι τις αγάπες μου και τ’ ακριβά μου,γλιστράει στις φλέβες μου, πλάνεμα, ψέμα,κάποιο θολόρεμα, κακό ένα αίμα,και συνεπαίρνει με το κύλημά του,και μ’ όσα σέρνονται πάω, και πιο κάτου,κι η Αγάπη ντρέπεται, και η Αρετήκρύβει το πρόσωπο και κλαίει κι αυτή.Νά ποιές οι χάρες σου, ποιά τα σπαρτά σου,ποιά είν’ η κορόνα σου, ποιά είν’ η γενιά σου!—
Μ’ απιλογήθηκε·—Το στόμα κλείσε,και η θέρμη σ’ έψησε κι άρρωστος είσαι,η αγρύπνια σ’ έφαγε, και θά ’ρθει η μέρακαι θ’ αναπάψει σε γλυκιά μητέρα,θα πιεις τον ήλιο της, και θα μερέψειτη μανιωμένη σου κόλαση σκέψη.Όσοι από μένανε γενιά κρατάνε,φτερά τα πάντα τους, κι όλο πετάνεπρος τα μακρότατα και προς τα πλάτια,κι έχουν πρωτάγγιχτες κορφές παλάτια·κι ο κακός δαίμονας μες στο σκοτάδιπου βασανίζει τους, κι η φλόγα του άδηπου καίει νυχτόημερα τα σωθικά τους,θρέφει κρατώντας τα θεία τα φτερά τους·κι έτσι από μένανε, κι έτσι μαζί μουπαιδιά κι αγγόνια μου κι απόγονοί μουπρέπει να μ’ έχουνε κρυφή περφάνιακαι να είναι ολόδροσοι σαν τα πλατάνια,πρέπει να ορκίζουνται με τ’ όνομά μου,στ’ ασημοχρύσωτο το κόνισμά μουτο μοσκολίβανο πρέπει να καίνε.—
Ξανά αποκρίθηκα·—Καταραμένε!—