Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1907

Για τον «Προσκυνητή»του

Κωστής Παλαμάς · Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Προσκυνητής ακούμπησε στης Πολιτείας την πόρτα,δειλά χτυπάει με το ραβδί, βουβή στον ώμο η λύρα,κυπαρισσένιο το ραβδί κι ελεφαντένια η λύρα.«Άνοιξε, μάνα, γύρισα, βαρέθηκα τα ξένα!»Στριγκιά φωνή αποκρίθηκε μέσ’ απ’ το καστροπόρτι:«Εδώ τραγούδια δε λαλούν, εδώ βροντάν τουφέκια·ω στερνοπαίδι του όνειρου, των έργων εδώ η μάνα».Προσκυνητής ξεκρέμασε τη λύρα, το τραγούδισαν το ποτάμι φούσκωσε στης Πολιτείας την πόρτα,κι άνοιξε η πόρτα διάπλατη, κι όχι απ’ ανθρώπου χέρι,και γοργοτάραξε σεισμός κυκλώπικο το κάστρο.Προσκυνητής μπροστά τραβάει στην Πολιτεία και μπαίνεικαι το ραβδί του σκήπτρο ειναι και η λύρα του κορόνα.Του στρώνουν οι τριανταφυλλιές το δρόμο να περάσει,και τ’ αηδονάκια τ’ Απριλιού του λένε: «Καλώς ήρθες!Όπου τραγούδια δε λαλούν, σωπαίνουν τα τουφέκια.Τα στερνοπαίδια του όνειρου, των έργων οι σποριάδες!»