Κάποτε μ’ έφεραν τα κύματα παιδίστη γη που είν’ απ’ ανθούς κι από τραγούδια ηλιοχυμένη,προτού να τη χαρώ στου Κάλβου την ωδή,και πριν την αγαπήσω στη Φαρμακωμένη.
Από ένα ψήλωμα, ξεχάνω τ’ όνομά του πια,σα χώρα επαγγελτή ξαγνάντεψα την εξοχή της,του πράσινου μεθύσι και χαροκοπιά,μόσχος τ’ αγέρι της και μόσχος και η πνοή της.
Και με νεραϊδοπήρε η χάρη η θρυλικήτης γης, καθώς παιδί τα πάτησα τα χώματά της·προτού να με φιλήσει η Μούσα η λυρική,με πρωτοχάιδεψεν εκεί η μοσκοβολιά της.
Χρόνια περάσαν, απ’ εμπρός μου όμως ποτέδε χάνω τη στιγμή, καθώς μακριάθε σε πρωτοείδα,στον αταξίδευτο, εσύ τόπε ποθητέ,του Φωσκόλου ακριβή, του Σολωμού η κοιτίδα.
(Κι εσύ, ψυχή του ιδανικού, άχραντη αυγή,τα μάτια σου ας κλειστούν, ζακυθινό ροδομπουκέτοκρατώντας, του χαμού το ρέμα να σε πιει,τρελή Οφελία, για του ονείρου τον Αμλέτο).