Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Στην ποιήτρια Θάλεια Κ.

Κωστής Παλαμάς · ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
Στου κελιού μου γειρτός το σκοτείνιασμα,απ’ τα μάτια μακριά των ανθρώπων,το ξαγνάντεμα σα να το ξέμαθατων ολάνοιχτων τόπων.
Του κλειστού, του δεμένου, του βάρυπνουτρέφω μέσα μου την ψυχοπόνια·ό,τι σέρνεται, πάσχει, ό,τι δέχεταιτα σκληρά καταφρόνια
βλέπω, κλαίω, το θυμάμαι, είν’ αδέρφι μου·κολλητό και στη γη το μαμούδι,τ’ όνομά του που δεν καταδέχεταινα το πει το τραγούδι
και των όσων και δήμιος και τύραννοςτου πολύτροπου ανθρώπου είν’ η γέννα,σαν του βρέφους το κοίμισμα, τα ήσυχα,τα δειλά σαν εμένα,
και τ’ αδύναμα, τ’ άσχημα, τ’ άρρωστα,τα σκιασμένα, τα μαύρα, τ’ αθώα,κι όσα, οϊμέ! κατακάθια είναι πλάσματα,και τα ζώα και τα ζώα,
και τα ζώα, του ανθρώπου που δίνονται,νύχτα μέρα δουλεύουν και ρεύουν,κι άνεργα όσα μονάχα ένα χάιδεμαπληρωμή τού γυρεύουν,
κι όλο νόημα του σκύλου το γάβγισματης γατούλας τ’ ανάσασμα ωραίο,και του αλόγου πικρό το λαχάνιασμα,έρωτές μου τα λέω.
Κάθε πρωί και τ’ ανοίγω και στέκομαι,σε προσμένω στο παράθυρό μου,βαριοφόρτωτο κι αργοπερπάτητογαϊδουράκι του δρόμου.
Να τα χαίρομαι ξέμαθα, ξέχασα,τ’ αγαθά των ωραίων χαροκόπων,τ’ αψηλά, τα βαθιά των ηλιόλουστωνοριζόντων και τόπων.
—Μουσικό προς εμένα το χαίρε σουστη γραφή σου φερμένο όταν είδα,πως τα μάτια μου φίλησε, θάρρεψα,του κυρ Ήλιου κι η αχτίδα.
Στου κελιού μου γειρτός το σκοτείνιασμα,απ’ την πλάνη μακριά των ανθρώπων,στο ξαγνάντεμα ξάφνου με γύρισεςτων ολάνοιχτων τόπων.