Ψυχούλα, — υμέναιε καρδιογνώστη,καλώς τη,ανάερη στάλα, ιδέα τρυφή,κρυφή.
Κανείς μη βάλει στο νου, μη μάθειστα βάθημου, ποιό ξημέρωμα τα θολάγελά.
Μέσα μου πόθοι ζούνε, μεθύσιαπερίσσια.Τάχα είσαι πόθος; Τάχα κι εσύκρασί;
Πώς με ξαφνίζεις! Τί νά εισαι; Αγάπη;Δρολάπι;Ρόδου μισάνοιχτου αναπνοήτο πρωί;
Φτερό; Αχνός; Ίσκιος; Της πίκρας χάπι,Αγάπη,ποιό τ’ όνομά της που δε μπορείνα βρει;
Στο λόγο, σμάλτο, ρυθμό, πορφύρα,ποιά μοίρασου πάει τη διάφανη φορεσιά,δροσιά;
Πώς να σε γράψω; Πού να σε φέρω;δεν ξέρωμες στο τραγούδι, για να σε πω,σκοπό.
Άξιος δεν είναι, ξένος, δικός μαςεντός μαςποιά φέξη χάραξε να την πει.Σιωπή.
Καρδιά μου, σώπασε κι εσύ μήπωςκαι ο χτύποςσου την ταράξει και η χαραγήπνιγεί.
Σείσμα πανάλαφρο σε ύπνου κλίνητη σβήνειόμοια του ονείρου τη φτερωτήγιορτή.
Και μην της ψάλεις ιερή τη χάρη,τροπάρι,μηδέ της λύρας κι εσείς χορδές,ωδές.
Μη μας παγώσει του κόσμου κρύοτους δύο.Του κόσμου η λάβρα κι εσύ μακριά!Στη σκιά.
Μουσική μόνο, δέηση, πνιγμένη,να γένειμέσα μου σε ό,τι μ’ εσέ πονεί,φωνή.