Ξύπνησα και πήγανά βρω να χαρώτης αυγής το ρήγακαι το θησαυρό,σα σε πανηγύρι,στον αφρό ουρανότ’ ουρανού τον κύρη,τον αυγερινό.Πρώτη φορά τάχασα να τη θωρούσατη ροδογελούσα·τάχα δεν ξανά ’χαστη γραμμένη Αθήναθαμπωθεί κι εγώαπό τ’ άυλα κρίναπου κορφολογώ…
Ξωτικές! και ντύνονταικαθεμιά το φόρεμαμε τ’ ασημογνέματακαι τα χρυσοράματα·λούζονται και σβήνονταιμες στο νεραϊδόρεματα γλυκοχαράματα…
Και σ’ εμένα δίνονται,σάμπως από πνέματα,χάρες και γητέματα.Γεύτηκα την πλάση,του Μαγιού κεράσι,και τον ουρανό,μιας πηγής κρουνό.Κι έχυνε ολοέναμες στο χρυσοκάνατο,κι έχυνε για μένατο νερό το αθάνατο…Κι ήταν ένα σπήλιο,σαν από τοπάζι,πιο ακριβό απ’ τον ήλιο,κι είδα να μοιράζειτης αυγής το χέριτο μαργαριτάρι,κι ήπια σα νεχτάριτης αυγής τ’ αστέρι.
Κι ήταν ως να βρήκαπρώτη φορά τώρατης ζωής την ώρα,της ζωής τη γλύκα,κι ήταν ως να μπήκαπρώτη φορά τώραστης ζωής τη χώρατη θησαυροφόρα.
Και ξαναρχινούσατην παλιά τη στράτα·τη ζωή τη ζούσαμε καινούρια νιάτα.Κι η ψυχή μου αγόρι,κι οι ουρανοί ήταν μπλάβοι,κι η οικουμένη, κόρη·κι από το καράβιπου έστεκα πλωρίτης,την ορμή μού ανάβειλάγνα η κυματούσαθάλασσα κι οι αφροί της.Και με πάει το κύμα,και με πάνε πρίμασύντροφοι οι βοριάδεςκαι τα μαϊστράλια,σε νησιά κοράλλια,σε ξανθές Κυκλάδες…