Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Το τραγούδι των προσφύγων

Κωστής Παλαμάς · ΟΙ ΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΙ ‒ ΤΑ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΚΡΥΦΟΜΙΛΗΜΑΤΑ ‒ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ‒ ΔΥΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ
Ούτε το ανάθεμα σκληρό, μήτε ο πνιγμένος θρήνος.Α! και στο μαύρο Γολγοθά των εθνικών παθών,θείε Άγγελε του τραγουδιού, βόηθα ν’ ανθίσει ο κρίνοςτων Ευαγγελισμών!
Κι από τους ήρωες του σπαθιού κι από του μαρτυρίουτους ήρωες κι από τα στεφάνια που είναι αγκαθωτά,κι από τα δαφνοστέφανα κι απ’ του Πολέμου αγρίουτου μακελάρη όσα σφαχτά,
κι απ’ των αγώνων τα λιοντάρια κι από τα κουφάριακι από τη μαύρη απόκρυφη βουλή —ποιού τάχα θεού;—μες στα ξεθεμελιώματα, στου χαλασμού τ’ αχνάριαγίνεται η δόξα ενός λαού.
Πόσο ακριβά πληρώνεται τ’ άνθισμα των πατρίδων,του Μάη κι Απρίλη των εθνών ο ξαναγεννημός!Προμήνυμά τους κάποτε δεν είναι τάχα ακρίδωνρήμασμα και όρνιων ταραμός;
Ελλάδα, εσύ που όλα τα λέει τ’ αθάνατο όνομά σου,πηγή, από σε πάντα αναβρύζει κι ο ήρωας κι ο σοφός,ακόμα και στο γέρμα σου, στο κατρακύλισμά σου,της ιστορίας είσαι το φως!
Σ’ εσέ πώς με το γέλιο της ξάφνου νεράιδα μοίρατην απ’ τα δόντια του καιρού σκισμένη σου ποδιάσ’ τη γέμισε τριαντάφυλλα, σ’ την έκαμε πορφύρα,σ’ εσέ πώς μήνυσε: —Καρδιά!
Και ήρθα ξανά στη χώρα σου να σε στυλώσω που ήτονο θρόνος σου, και να σε πάω στην πλουμισμένη γη,στο πάτημα του Αλέξαντρου, στο νου των Ηρακλείτων,και στων Ομήρων την κλαγγή.
Γη, τα κρατάει, νου, πάτημα, κλαγγή, θαφτά, στοχάσουγια σε μ’ όλο το μόλυσμα του ακάθαρτου Οσμανού,νέα για να βρουν πάλι ζωή μες στη ζεστή αγκαλιά σου,στ’ όνειρο μέσα τ’ ουρανού.—
Μα πώς τα μάγια λύθηκαν! Πώς έκαμε η κατάρατην όψη σου όψη κλαίουσας γειρτής προς μνήμα ιτιάς!Καμιά χορδή σου ας μη σου μείνει ασύντριφτη, κιθάρατης δάφνης και της λεβεντιάς!
Όχι! Μακριά κι η απελπισιά, μακριά και οργή και θρήνος!Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών,θείε Άγγελε του τραγουδιού, βόηθα ν’ ανθίσει ο κρίνοςτων Ευαγγελισμών!
—Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλιακαι στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατολής,τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια,βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής
ας ριζωθούν α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια,και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα ας γενούν,αίματα, νεύρα και θυμοί και χέρια εκδικητήτρια.Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν!
—Κι εσείς, χαρά και η φτώχεια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια,ικέτες τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού,της αργατιάς, της αρχοντιάς δαρμένοι, απομεινάριατης φλόγας και του μαχαιριού,
τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας, σπίτια, αγαθά, θεία δώρα,παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα, πουλιά,όπου όργωνεν ο Έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα,πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά.
Στάχυα όπου χρύσωναν τη γη, μαυρολογάν κοράκοι.Τα δάκρυα καταπίνοντας, ζητάτε, (οϊμέ η στιγμήπου σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι),γωνιά ζητάτε και ψωμί.
Κι ό,τι θα αισθάνεστε πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλακαι πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά,κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω· είναι μια στάλααγάπη και καλή καρδιά.
Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι οι αλύτρωτοι εδώ πέραδώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή.Η Ελλάδα μια, ακομμάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,μια των Ελλήνων και η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτιτ’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητηστον ένα αόρατο Θεό.
Τέτοια η Πατρίδα. Θεός κι αυτή. Απάνου από τα σπίτια,σε λογής τόπους και δεσμούς και πάντα και προτού,απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια,μια είν’ η Πατρίδα, και παντού.
Μια είν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστροτης Ιστορία το πολικό, του τραγουδιού τροφή,χώρες καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο,κι η προσταγή της: Αδερφοί!
Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνοςμακριά! στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών,βόηθα, άγγελε του τραγουδιού ν’ ανθίσει ο άσπρος κρίνοςτων Ευαγγελισμών!