Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Ο Ιππότης από το Schiller

Κωστής Παλαμάς · ΟΙ ΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΙ ‒ ΤΑ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΚΡΥΦΟΜΙΛΗΜΑΤΑ ‒ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ‒ ΔΥΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ
«Σ’ αγαπώ σαν αδερφή σου,καλέ Ιππότη, μη ζητάςαπό μέναν άλλη αγάπη,κακή αγάπη· έρχεσαι, πας,και πας κι έρχεσαι του κάκου·ήσυχη σε βλέπω εγώ,δε με καίει το που σε καίεικλάμα σιγαλό».
Την ακούει, βουβός του ο πόνος,του ματώνεται η καρδιά…Φλογερά στην αγκαλιά τουτη γοργόσφιξε, πετάστ’ άλογό του επάνω, με όλουςτους στρατιώτες του μαζί,Σταυροφόρος καβαλάρηςγια την Άγια Γη.
Κατορθώνει τα μεγάλα,δείχνεται ήρωας εκεί πέρα,το κυμάτισμα της φούνταςαπ’ το κράνος του, φοβέρα.Τρέμουν και να το γρικήσουντ’ όνομά του οι Μουσουλμάνοι.Μόνο της καρδιάς του ο πόνοςδε μπορεί να γιάνει.
Βάσταξε ένα χρόνον όλο,δε μπορεί άλλο· πουθενάτη γαλήνη δεν τη βρίσκει.Φεύγει, τρέχει, πάει μακριάκι απ’ τον πόλεμο· καράβιτονε ξαναφέρνει εκείστους χιλιάκριβους τους τόπους,όπου εκείνη ζει.
Το παλάτι της. Νά η πόρτα,για προσκύνημα. Χτυπά,διάπλατη ανοιγμένη η πόρτα,μα ω! Τα λόγια φοβερά:«Τ’ ουρανού αρραβωνιασμένηψες, η κόρη που αγαπάςέβαλε στο μοναστήριράσο καλογριάς».
Των προγόνων του για πάνταπαρατάει και το παλάτι,ρίχνει τ’ άρματα, απαρνιέταικαι το πολεμόχαρο άτιτο πιστό· από την πατρίδαφεύγει αγνώριστος, γιατίρούχο τρίχινο του κρύβειτο μεστό κορμί.
Πάει, καλύβα χτίζει εκεί όπουπυκνανθίζει η φλαμουριά,τι αποκεί το μοναστήριτου ξανοίγεται μακριά.Και προσμένει εκεί μονάχοςμέρα νύχτα, και βουβήκαι στην όψη του μια ελπίδατου σκορπάει ζωή.
Μέρα νύχτα ακούραστα, ώρεςτη ματιά στο μοναστήρι.Την αγάπη του ν’ ανοίξεικαρτερεί το παραθύρι,καρτερεί αποκεί να λάμψειτην αγγέλισσα θωριάπρος τον πράσινο τον κάμπογέρνοντας γλυκά.
Και παρηγοριέται, κι έτσιπέφτει για να κοιμηθεί,και προσμένει την αυγούλα,και η χαρά του μυστική.Κι έτσι οι μέρες του περνούνεκαι τα χρόνια, κι έτσι αυτόςκαρτερεί το παραθύριν’ ανοιχτεί, ιλαρός.
Κι από μέσα εκεί να λάμψεισκύβοντας κι αυτή ιλαράπρος τον κάμπο, την προσμένειτην αγγέλισσα θωριά.Κι έτσι ένα πρωί τον ήβρανκρύο, χλωμό, θολό, — νεκρό·μάτι προς το μοναστήριπάντα καρφωτό.