Χρυσό κοντύλιπου το ποτίζειςτο χαρτί και είναισαν εσέ, κρίνε.Χρυσό κοντύλιπου μου γιομίζειςκαρδιά και σκέψη,ποιός θα πιστέψει;Τ’ άνθια του Απρίληγύρω τριγύρωσ’ εσέ θα σπείρω,κι ένα στεφάνιθα σου προσφέρω·πνοή κρυερήνα μη μπορεί—αχ! πού το ξέρω!—να σ’ το μαράνει.Ω χλόης κορόναστο χέρσο τόπο,ποιού κόσμου εικόναστο στρατοκόπο!Κι αν είσαι εκείνος(άνοιξε, ο κρίνος!)που ξάφνου παύεινα περπατάειγιατί κοιτάεινα του φυτρώνουνφτερά στον ώμο,—κι εγώ ειμ’ εκείνος(σώπασε, ο θρήνος!)που ξάφνου στέκεισα χτυπημένος.Αστροπελέκι;Όχι. Στο δρόμοπου προς το βράδυπάει για να γείρει,σκοντάβει επάνωσ’ ένα πετράδι,σ’ ένα ζαφείρι.
Ποίημα
33
Κωστής Παλαμάς · ΟΙ ΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΙ ‒ ΤΑ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΚΡΥΦΟΜΙΛΗΜΑΤΑ ‒ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ‒ ΔΥΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ