Τα ωραία νησιά, τα τραγικά νησιά, τα εννιά ερμονήσια.
Με τη χλωρή την Πρίγκιπο, με τη γυμνή την Πρώτηστην αγκαλιά του Μαρμαρά κουλουριαστά πλαγιάζουν,του πράσινου τα θάματα και του λευκού τα μάγια,και γκόρφια του Κατάστενου, και του χαμού αργαστήρια,στάζουν το μέλι, το δροσό, το φως, το μύρο, το αίμα.Παράξενα και μυστικά, μουγγά κι αγέλαστα είναι·και με το ροδοχάραμα και με τ’ αχνό το βράδυ,κι όταν, ασημογνέματα του λογισμού, κάποιοι ήχοι,σιωπή γιομάτοι, ανάκουστοι κι από τ’ αφτιά της μέρας,πολύβοης και βαρύκοης δουλεύτρας μες στην έγνοια,κι όταν γλιστράν και πλέκονται και ψιθυρίζουν οι ήχοι,τότες, οι αλαφροΐσκιωτοι κι οι αγεροχτυπημένοιξαφνιάζονται που τους ακούν. Και είναι φωνές που βγαίνουνκατάβαθ’ από τα νησιά, τα τραγικά ερμονήσια,σαν από τ’ άβαθνα πνιμών και βουλιασμένων κόσμων,και υψώνονται και απλώνονται. Καμπάνες, και καλούνεσε όρθρους, σπερνούς, ολονυχτιές, στου κοσμικού τη λήθη,κι η δέηση, μοσκολίβανο του λόγου, πάει μαζί τους.Βόγκοι και ουρλιάζουν, σπαρασμοί και βαργομάνε, σάρκεςσκίζονται λες, συντρίβονται κόκαλα λες, ξεσπάνεκατάρες, και σκοτίζουνε τους ουρανούς, και πάνε.Και στα νερά του Μαρμαρά, στου γαλανού τους κήπουςπου φυτευτές οι νέραϊδοι, θερίστρες οι σειρήνες,γέρνουν και καθρεφτίζονται κι άυλα και τρεμουλιάζουντ’ ασκηταριά και τα κελιά και οι γούβες και κρατάνεστης εξορίας τα βάσανα κριματιστές κι αθώους.Εδώ της Χάρης οι φωλιές, του Χάρου τα μετόχια.Και του καλόγερου ο ψαλμός κι ο χτύπος της καμπάναςπικρούς νεκρούς, πικρότερες ζωές ξεπροβοδάνε.Και σκήπτρα, νά! συντρίμματα, και νά! κορόνες μπαίγνια,και οι στύλοι εσείς του μουραγιού, των παλατιών οι αφέντες,πορφυρογέννητοι βλαστοί, λιοντάρια των πολέμων,κι εσείς που τον κρατούσατε στο αφράτο σας το χέριπαιγνίδι σας τον Έρωτα, και στ’ άλλο σας το χέριτην Πολιτεία παιγνίδι σας, ρήγισσες θεριεμένες!Της τύχης έτσι οι ζυγαριές ανεβοκατεβαίνουν.Τώρα σεργουνιασμένοι, αχνοί, ζόρκοι, παραλλασμένοι,με κατασάρκια τρίχινα, με σάβανα τα ράσα!Κι ανίσως δεν τα βύθισε τα μάτια σας του μπόγιατο πυρωμένο σίδερο στη νύχτα που δε σβηέται,τα μάτια σας αδάκρυτα, δακρυοπλημμυρισμένα,μάτια παρακαλεστικά κι απελπισμένα μάτια,του κάκου τα καρφώνετε πότε αποδώ στην Πόληπου αγνάντια σας απέραντη μαυρολογά και λάμπει,πότε αποκεί στα βιθυνά βουνά και στ’ ακρογιάλιαπου αγέρινα, χαροποιά, σας γνεύουν παραπέρα.
Στα ωραία νησιά, στα τραγικά νησιά, στα εννιά ερμονήσιαμελαχρινά τα ροσμαρίνια, ολόξανθα τα σπάρτα,περίσσια, κι ανασταίνουνε σπάρτα και ροσμαρίνια.Κι ο Μάης ο λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκειπαθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένεςαπό τ’ ασώπαστα πουλιά κι από τα περιγιάλιατα θρακικά, τα μουσικά και ακοίμητα, που ο γήλιοςο ανατολίτικος αδρύς τα ζει και τα πυρώνει.Παθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένες,από τα παναρμονικά κομμάτια που του παίζουντου γαυριασμένου βασιλιά του Μάη για ν’ απολάψειτο πάθος του με τ’ όμορφο παιδόπουλο Φεγγάρι,τα μαστιχόδεντρα, οι μυρτιές, οι κουμαριές, τα βάτα,και τα πρινάρια κι οι αγριλιές και τα κρουστά τα πεύκα,που χάιδεμα είν’ η σκέπη τους και μπάλσαμο η πνοή τους,κι ό,τι χλωρό σιγολαλά, φουντώνει, ισκιώνει, σειέται.Κι ανάμεσα στα πράσινα τα γλυκοφιλημένατης αύρας που του λιοπυριού μερεύει την αψάδα,νά η Πρώτη! νά ο ξερόβραχος, και σάμπως ποτισμένοςαπό το αίμα μιας πληγής που στάει, δεν κλει, από χρόνια.Ξάγναντα στη Χρυσόπολη, στην Ουρανόπολη, όπωςτην είπε κι ο τραγουδιστής, ξέχωρη μέσα στ’ άλλα,όσο τής λείπει πράσινο, τόσο τής δίνεται όλονα χαίρεται το αγκάλιασμα τ’ άχανο του πελάγουκαι τ’ ουρανού· κι αγνάντια της λαμποκοπά και πάνταο βιθυνιώτης Όλυμπος, του ασκητισμού ένας κόσμος,βράδυ κι αυγή ροδόλευκος και χιονισμένος πάντα,σα μιαν εκστατική ψυχή, που πάντα, για του κόσμουτο λυτρωμό, τα κρίματα φορτώνει του κόσμου.
Και η Πρώτη, τρίδιπλη μονιά, και τρία τα μοναστήρια,στου λύκου του κατατρεμού το στόμα τρεις, και νά τους,οι βασιλιάδες οι ακουστοί που ζήσαν και που σβήσαν,κακόσορτοι, παντέρημοι, βασανισμένοι απ’ όλα,και ολόβολους τους έκλεισε το μνήμα και δε λιώσαν,και γίναν ίσκιοι και γυρνάν τις νύχτες, και είναι αγρίμιατου κάτου κόσμου, κι οι άτρομοι ταράζονται σα λάφια.Τα μονοπάτια του νησιού τα στριφογυρισμένα,φίδια σε πλάγια και κορφές, καμπυλωτά γραμμένα,τους ξέρουν όλα του νησιού τα παρακλάδια. Οι ίσκιοι.Και οι βασιλιάδες είναι τρεις, ο Ραγκαβές, και ο γόηςΛεκαπηνός, κι ο ασύγκριτος ο Ρωμανός Διογένης.Έζησε ο πρώτος ταπεινός και πέρασε απ’ τον ήλιοστη νύχτα ολόισα γαληνός κρατώντας, και την ώρατου πεθαμού, σαν πάντοτε, τα μάτια καρφωμέναπρος του αγιασμένου Παλατιού το φέγγος που μακριάθελιόλαμπρο του παιγνίδιζε και πλάνα τον καλούσε.Κι ο δεύτερος… Μιλήστ’ εσείς, που με το κάλεσμά του,καλόγεροι και ρασοφόροι κι ερημίτες, μαύρακοπάδια, μαύρα σύγνεφα, ζωές μαύρες, εδώ πέρασας έσπρωξε στο ερμόνησο, κι από τις χαμοκέλεςγύρω, κι από τους βιθυνούς γιαλούς κι από τα πλάγιατα δασά του Όλυμπου, κι από το μέγα μοναστήριτων ασκητάδων, της κορφής τ’ άγιου Αξεντίου κορόνα,κι από τις βοσπορίτικες οχτιές που τις αγιάζουντης προσευκής της μυστικής τ’ αγάλματα, οι στυλίτες.Μιλήστε που τον είδατε το διαλεχτό της δόξας,μισόγυμνο, γονατιστό, σκισμένο, σκεβρωμένο,να κλαίγεται, να δέρνεται μπροστά σας και να σκούζειτου αμαρτωλού τα κρίματα και να ξεμολογιέται,κι ένα δασκαλευτό παιδί με βούνευρο τη σάρκανα του ματώνει αλύπητα και να τον περιπαίζει.Και τ’ όνομά του γιόμιζε την ιστορία. Μιλήστεμε του χορού σας το βαρύ τσάκισμα: Κύριε ελέησον!Κι ο τρίτος ο απαράβαλτος, ολάκριβος της Φήμης,ο ατρόμητος κυβερνητής, ο μέγας Καππαδόκης,του Χαλεπιού ο πολέμαρχος, των Άδανων ο κύρης.Του καταρράχτη του Τογρούλ τού στήθηκε χαράκι,και κράτησε τον Αρπασλάν, των Τούρκων το σουλτάνοπου καβαλάρης άνεμος απ’ τα βουνά του Πόντουκι από τ’ αρμένικα στενά χυνόταν ώς τους κάμπουςτης Αντιόχειας· κι ύστερα νά! σκλάβος του σουλτάνου,κι ύστερα πιο λυπητερός ραγιάς, πανάθλιος δούλοςμέσα στη χώρα που όριζε· κι έφαε την καταφρόνια,του μουλαριού το λάχτισμα, το φτύσιμο του Εβραίου,και αφόρμισμα, και φάγοσσα, κι έπαιρνε από τα χέριαπου τονε λιβανίσανε και που κεριά τού ανάψαν,το δαρμό, το βασάνισμα, το πλήγιασμα, την τύφλα.Και ατάραχος, καρτερικός, μαρτυρικός, απάνουστην αγκαλιά μιας ρήγισσας που δεν τον γνοιάστηκε ότανη δύναμή του βρόνταγε κι άστραφτε το σπαθί του,—δυσκολομάντευτη ψυχή, θαμπή καρδιά γυναίκεια—,μα που τον ψυχοπόνεσε, σαν ήρθε το κορμί τουκι έγινε γέλιο και ντροπή του πρωτινού κορμιού του,τον πληγιασμένο μισερό, τον παραπεταμένο,κι ήρθε, τον παραστάθηκε τα μάτια να του κλείσει,κι απάνου τους χτυπούσανε φτερούγια αβάσταγα όρνια,και τα κοράκια κράζανε και οι κίσσες γύρες φέρναν.Και του Διογένη Ρωμανού κλειστήκανε τα μάτιαμέσα στο κόκκινο νησί, στην πιο ψηλή του ράχη,και η πολεμόχαρη ψυχή φτερούγιασε και πάεινα βρει στεριές και πέλαγα σ’ ανατολή και δύση,της γης να γίνει ριζιμιά, της θάλασσας φουρτούνα!
Στα τραγικά νησιά, στα ωραία νησάκια, στα ερμονήσια.
Νά την κι η Αυτοκρατόρισσα. Στον αθηναίο τον ήλιο,του πόθου και του θάνατου λουλούδι φυτρωμένο,μαγεύτρα του άντρα, η φρόνιμη, σοφή, σκληρή Αθηναία,και φόνισσα του σπλάχνου της και μάνα του λαού της,ξέβρασμα, σκιάχτρο του νησιού, φτωχή, παρατημένη,μήτε που κλαίει τη μοίρα της. Η απελπισιά της πέτρα.Σέρνεται στην ακρογιαλιά, κι είναι σαν ξέρα, και είναισα μαύρη λάμια του γιαλού. Μακριά, μακριά, καράβια!Κύματα, συνεπάρτε την, με τα συντρίμμια, τρίμμα.
Μα ποιός θα σε διαλογιστεί και ποιός θα σε μαντέψει,εσένα, αυτοκρατόρισσα με τα ισόθεα νιάτα,που ξέχωρη κι αταίριαστη και μια, μεθάς τη σκέψη,και κάνεις πέρασμα αστρικού της ερημιάς τη στράτα;Ποιός με το κερομάστιχο θα πάει να θεμελιώσειτη ζωγραφιά σου αντάξια, ποιά φλογέρα θα γιομίσειμε το τραγούδι σου, χωρίς να συντριφτεί από κείνο;Ποιός θα μπορέσει αθάμπωτος το υπέρλευκο το κρίνονα μυριστεί, και πίνοντας τη δυνατή ευωδιά του,τον ύπνο και το θάνατο μαζί να πιει, σαν κάτιπολύ γλυκό και αχόρταγα πιθυμητό εδώ κάτου;Και νά την, η Σπαρτιάτισσα. Δεν ξέρω αν είναι η Σπάρτητο χώμα που τη φύτρωσε, γιά η Σπάρτη αν είναι η γνώμηπου πήρε και την έζησε. Μα ξέρω πως τη λούσαντα ίδια νερά που λούσανε και την αρχαίαν Ελένημες στα φιλιά των καλαμιών και στους καημούς των κύκνων.Δεν ξέρω αν την πρωτόριξε σ’ άθλια ταβέρνα η γέννα,το φως αν είδε σε χρυσό της αρχοντιάς κουβούκλι.Μα ξέρω πως οι αγέννητες κι οι φοβερές Μητέρεςπου ζούνε απόξω απ’ τον καιρό κι από τον τόπο απόξω,κρατώντας μες στην άβυσσο της αγκαλιάς τους όλατα πλάσματα που είν’ άξια να ζουν, και δεν πεθαίνουν,και που τα παίρνουν απ’ αυτές και μας τα ξαναφέρνουντου κόσμου ονείρατα άπιαστα πανώρια κάποιοι μάγοι,μα ξέρω πως οι αμίλητες κι οι αλόγιαστες Μητέρεςτης δώσανε να χαίρεται τη χάρη της Ελένης.
Νά την η Αυγούστα Θεοφανώ! Πούλια και Φούρια. Κοίτα.Βέργα κρατά, λιγνόβεργα, και στην κορφή της βέργαςασάλευτος ο τρίφυλλος λωτός, μαλαματένιος.Και είν’ ο λωτός που δεν τον τρως, το στριγλοβότανο είναιπου με το θώρι σε χαλά, με τ’ άγγισμα σε λιώνει,κι όποιος κι αν είσαι, ασκητευτής ή χαροκόπος, ό,τι,τα ξεχνάς όλα· τη ζωή, τη δύναμη, τη νιότη,κι αν είσαι τίμιος, την τιμή, το θρόνο, αν είσαι ρήγας,θησαυριστής, και γίνεσαι ζητιάνος κι ερμοσπίτης,παιδί για την αγάπη της, φονιάς για το φιλί της.Και με τη βέργα κυβερνά και δένει πολεμάρχους,τους λογισμούς και τις καρδιές, τις χώρες και τους κόσμους,αυτοκρατόρους Ρωμανούς, Φωκάδες, Τσιμισκήδες,κι όσα για να κυβερνηθούν κι όσα για να δεθούνεστου πέλαου τα πλεούμενα και στου ντουνιά τα κάστραταράζουν τα γυμνά σπαθιά και τ’ άξια παλικάριακαι την ογρή φωτιά που καίει, δε σβήνει, και ρημάζει.Κι όπως δε σβήν’ η ογρή φωτιά μηδέ στο πέλαο μέσα,και καταλύτρα και στη γη και στο νερό εκδικήτρα,νά την η Αυγούστα Θεοφανώ, παντού και πάντα αφέντρα,γιά βασιλεύει στην καρδιά, γιά κυβερνά στην Πόλη.Σαν το δοξάρι του ουρανού του κόρφου της οι ρώγεςλάμπουν, και τις βυζαίνουνε και τρεμοκοκαλιάζουντο χαύνο βασιλόπουλο το γυναικοδοσμένοκι ο νικητής ο ασύντριφτος των αμιράδων, όμοια·και λάμπει, βίγλα αγγελική σε ουρανική μια πύλη,το μουσικό χαμόγελο στα πλαστικά της χείλη.Νά την η Αυγούστα Θεοφανώ! Γλυκοτηρά και σφάζει·στην άκρη από τη βέργα της πώς κρέμεστε, σφαγάρια!Και νά κι η Αυγούστα Θεοφανώ! γλυκογελά και στάζειτο φόνο και το χαλασμό, καθώς η αυγή σταλάζειμέσ’ από τα ροδόχερα δροσομαργαριτάρια.Του νιου το θρασομάνημα, του γέρου η ξελογιάστρα,λυγίζει τους αλύγιστους, τα κατεβάζει τ’ άστρα·με την ειδή της η ομορφιά σαν το χρυσό δρεπάνι,σαν την αράχνη η σκέψη της, η αγάπη της αφιόνι.Λύσσα και σφίγγα, σάρκα εσύ, δρακόντισσα, Αφροδίτη!
Και αλύγιστη και αχάλαστη, δέσποινα πάντα, μα ίσκιος,ίσκιος από μια ολόφεγγη μέρα, τους βράχους κάνειπαράδεισους, τη νύχτα αυγή, κάθε άλλον ίσκιο φέρνειστα πόδια της κι αγνάντια της να λάμπει σα φεγγάριπου το κορμί του θα ήταν φως απ’ το δικό της ήλιο.Και αγνάντια της γονατιστοί και οι τρεις αφέντες, οι άλλοι,κρατάρχες της Ανατολής, ψυχάρια της γυναίκαςπου λιμασμένη ορέχτηκε και αχόρταγη κατάπιε,φαντάσματα όξω απ’ τη ζωή κι από τα μνήματα όξω,και μόνο μέσα βασταχτοί στο γητευτή το γύροπου χύνει ο ίσκιος του ίσκιου της, μιλάνε και βογκάνε,και ο Ρωμανός, κι εσύ, Φωκά, κι ο Τσιμισκής ο τρίτος,αράδα αράδα, οι τρεις, και η μια. Κι ακούστε τους κι ακούστε:
—Του ροδοστάματου κανί, της Αλεξάντρας μόσκος,ποτήρι πορφυρόχειλο, γιομάτο από τον πόθο!Ξεφαντωτής, κυνηγητής, ξενύχτης, καβαλάρηςγια το πιοτί, για το φιλί, για της αγάπης όλατα ζαχαρένια, τα τρελά, τα λαμπερά, τα κούφια.Θρόνος εμέναν’ ο έρωτας, η απόλαψη κορόνα,της ξεδομένης νιότης μου συντρόφοι, εσείς λαός μου.Του κυβερνήτη αγνώριστος, οχτρός του καπετάνιου,στον τσίρκο πρώτος, βασιλιάς μέσα στο νου της πόρνης.Εμέ υπουργός ο μαυλιστής, δρουγγάρης μου ο παλιάτσος.Τα περιβόλια του Ιερού του Παλατιού με ξέρουν,τ’ ανίερα ξεφαντώματα με ρόδα τα ραντίζω,λιμάνια, μόλοι, τα καστέλια, οι κάμποι με γνωρίζουνπώς τρέχω για τις πέρδικες, τα λάφια πώς ξαφνίζω,και στα χρυσά τα ξόβεργα πώς πιάνω τα κορίτσια.Στων εκατοχρονίτικων βαλανιδιών τους ίσκιους,ανατολίτικοι γιαλοί, χαλκιδικά ρουμάνια,συχνά και καλοπρόσδεχτα με βλέπατε να σέρνωτα πλήθια τα λαγωνικά στου κάπρου το κυνήγι.Μα μιαν αυγή που πάγαινα για να ξεμοναχιάσωτο δυσκολόπιαστο θεριό, και παραστρατισμένοςκλείστηκα μες στη λαγκαδιά, σε κάποιου σπήλιου το έμπασ’ απάντησα, βασίλισσα, και σύντυχα μ’ εσένα.Με σκλάβωσες. Με υπόταξες. Παιδί σου. Πρόσταξέ με.Στη σάρκα σου είν’ η χώρα μου, στα μάτια σου η φωτιά μου.Μια νύχτα στο κρεβάτι σου, στη Δαμασκό μια νίκη.Μιλάς; Θερίζεις τις καρδιές. Γελάς; Τρυγάς τις γνώμες.Γητεύτρα κι η ομορφάδα σου και πνίχτρα κι η αγκαλιά σου,κι η δύναμή σου αλύπητη κι η απόφασή σου τίγρη.Με το σπαθί, και καταλείς, με το φαρμάκι, λιώνεις.Το γέρο πορφυρόβλαστο πατέρα μου για σένα,καθώς γυρνούσε από την Προύσα, στη χρυσή γαλέρανα ρέψει τον παράτησα στα δόντια της αστένειας.Και τη σεβάσμια μάνα μου τη ρήγισσα για σέναστο μοναστήρι ζωντανή την έθαψα. Και κείνεςτις χάρες αδερφάδες μου τις πολυαγαπημένες,(Ζωή, Θοδώρα, Θεοφανώ, καρδούλες μου, Άννα, Αγάθη,)τις ξέγραψ’ από τη ζωή, τις έκλεψ’ απ’ τη νιότη·δαρμός απάνω στα κορμιά τα ολάνθιστα το ράσοτης καλογριάς. Και πρόσφερα της καθεμιάς κομμέναχύμα τα πλούσια τα μαλλιά, τα μεταξένια χάιδια,θυσία για την αχόρταγη πείνα σου, στο βωμό σου.Και τη δική μου τη ζωή, δαρμένη από τα πάθη,στην πρόσφερα. Την πότισες… Και πάει! Τί άλλο θέλεις;—
—Θέλω τον άχαρο ήρωα που έφτασε η ζωή τουκαταμεσής του δρόμου της, κι είναι ψαρός, και πάειβαρύς, μαυριδερός, κοντός, αδούλευτος και πάνταστου γερασμού την εμπατή και δε γερνά ποτέ του.Τον ήρωα θέλω που έφερε κι έδωκε του λαού τουσάμπως παιγνίδια σε παιδί, τις θεόρατες πόρτες,τσελικωμένες, θάματα του φιλτισιού, του σμάλτου,από τα κάστρα της Ταρσός και της Μοψουεστίας·τον ήρωα τον ασκητευτή που ξέρει από μετάνοιεςκι από κορμί της γυναικός δεν ξέρει, κι αγνός είναι,κι είναι σα στύλος άπλαστος, γρανίτης ριζωμένοςκάπου στην ακροθαλασσιά, που χέρι ενός τεχνίτηδεν πέρασε αποπάνω του, μα που αγαπά το κύμαμε τους αφρούς τον όγκο το σκληρό να συχνοδέρνει,σαν κάποιο πείσμα να ’βαλε να τον απαλοστρώσει,και που αγαπά να δένεται μαζί του το καράβι,περνώντας του από το λαιμό τη γούμενα. Καημό ’χωκι εγώ, κισσός, να σφίξω τον, σεισμός, να τον τραντάξω,τον ήρωα το μισόκοπο, τον άσκημο του κόσμου·μα μου τον πλάθει η φαντασία σαν κέδρο μες στου Ταύρουτους πάγκαλους κι αρίφνητους κεδρώνες, που είν’ απάνουκι από τα έλατα, κι απάνω από τους πεύκους. Ω! έλα!—
—Ήρθα. Ο Φωκάς. Έξω από σε στα πάντα Νικηφόρος!Κυρά μου ερωτοδέσποινα ποθοκρατόρισσά μου,κρατάς εσύ τους έρωτες και δώσε εμέ τον πόθο.Από την τιάρα του Αύγουστου, μια σκήτη στ’ Αγιονόροςκάλλιο μου πρέπει· και στη δόξα αγνάντια που φυτρώνειστης Πορταΐτισσας Κυράς το μέτωπο και φέγγει,του θρόνου και του θρίαμβου καταφρονώ τη δόξα.Μα σε είδα, και αυτοκράτορας για να σ’ αξίσω, νά με!Στα γόνατά σου η τιάρα μου, στη δούλεψή σου ο νους μου.Και γέρος και ζηλόφτονος. Της λεβεντιάς τα βρόχια,του κόσμου τα πλανέματα, κι όσο άφοβος, τα τρέμω.Και πήρα κι έκλεισα κι εσέ και τη ζηλοφτονιά μουκαι τους καημούς του αμαρτωλού στου Βουκολέοντα μέσατο μέγα καστροπάλατο, κατάνακρα στο κύμα,με τα τριπλά, τετράψηλα και τ’ άφταστα μουράγια.Και προς τη μυστική φωνή μες στ’ άγριο μεσονύχτι,την οργισμένη, γιά ουρανού γιά κόλασης, μηνύτρα,που ρέκαξε και μου ’κραξε: «Του κάκου υψώνεις, ρήγα,του καστροπάλατου τριπλά τετράψηλα μουράγια.Ανέβασ’ τα ώς τον έμπυρο, και κλειδομανταλώσου·πάντα θα σ’ έβρει η συφορά, θα σε χτυπήσει η Δίκη!»Προς την προφήτισσα φωνή μες στ’ άγριο μεσονύχτιμούγκριξα κι αποκρίθηκα: Δαίμονα, δεν τρομάζω.Κι έπεσα και κοιμήθηκα στου λιονταριού το δέρμα·κι ο λιόντας πιο πονετικός από τον έρωτά σου.Και μ’ έσφαξες με το σπαθί του Τσιμισκή. Τί θέλεις;
—Τον άλλο. Πρώτος πόνος μου, στερνή μου αρρώστια εκείνος.Όλοι εσείς, σας ορέχτηκα· μα εκείνου, λάτρισσα είμαι.Θέλω το μικροκάμωτο με τα μεγάλα μάτιατα γαλανά και τα γλαρά, που σέρνουν και που πνίγουν.Το θώρι του ερωτόπουλο ξανθό, και στην καρδιά τουμανιάζουν οι αϊ-Γιώργηδες, χτυπάνε οι Διγενήδες.Κάθομαι, στέκω, περπατώ, κοιμούμαι, ξυπνητή ’μαι,αν τρώγω, αν πίνω, αφέντης μου, πάντα στο νου μου σ’ έχω.Όλοι εσείς, τα τραπέζια μου που κάθισ’ ακουμπώνταςκι έφαγα, κι ήπια, μέθυσα και νύσταξα, κι απάνουστη νύστας τη βαριεστισιά, και σπρώχνοντας, με τούτοσας αναποδογύρισα το πόδι, που σβει κόσμους.Κι εκείνος η Άγια Τράπεζα. Κι από την ώρα που ήρθα,στο φως του ηλιού, σαν τα στοιχειά και σαν τ’ αχόρταγα ήρθαγια δυνατή, για δέσποινα, και για βασίλισσα ήρθαμε το τρεμοκοκάλιασμα, με την απόλαψη όλοκαι με του αντρός το συντριμμό στης αγκαλιάς το σφίξε.Στου πόθου απάνω το βωμό καίει νύχτα μέρα η σάρκακι αυγή και βράδυ το φιλί να κελαηδά δεν παύει.Μα μια φορά είν’ η λεβεντιά και μια φορά είν’ τα νιάτακαι μια φορά αστραπόφεξες στη νύχτα της καρδιάς μου,Αγάπη για τον αρνητή, και για τον πλάνο Αγάπη!—
Μα ο τρίτος ο ίσκιος, ο αρνητής και ο πλάνος, δεν ανοίγειτο στόμα του για συντυχιά, για λόγο την καρδιά του.Βουβός. Το μέγα λάγγεμα τον άδραξε, στα δόντιατον έτριψε, τον έλιωσε και τον κατάπιε. Πάεισαν το παιδί το ανήμπορο και τ’ άπλερο το χόρτο,κι ο ήρωας είναι που τρομάξαν η Αραπιά και ο Ρούσος,γύρω στην Έδεσσα οι καιροί, στου Ίστρου τα πόδια οι τόποι.Το λάγγεμα, το λάγγεμα. Και πάντα μέσα του είναι,και είτε στον κόσμο τον απάνου, είτε στους ίσκιους μέσα,πάντα τον τρώει, και τρώγοντας τονε βουβαίνει, εντός τουστάζοντας κάτι αμίλητο πολύ, πολύ θλιμμένογια να το πει με στεναξιές, για να το ζήσει με ήχους.Γιατ’ είναι μέγα το σπαθί πὄσφαξε τον πατέρα,γιατ’ είναι μέγα το σπαθί, και μέγα και το κρίμα,γιατ’ είναι και η βασίλισσα που αρνήθη πιο μεγάλη.
Έτσι στα τραγικά νησιά, στα έρμα ομορφονήσια,του χαλασμού βασίλισσες, και του χαμού ρηγάδες,τους τάφους απαριάζοντας, γυρνάν και συντυχαίνουν.Μοιρολογάν τα πάθη τους και τα ξεμολογιένταιμες στους αχνούς του φεγγαριού και μες στου Μάη τις γλύκες,με της νυχτιάς το μάγεμα. Καμπάνες, και καλούνεστον όρθρο, στον εσπερινό, στου κοσμικού τη λήθη,βόγκοι και ουρλιάζουν, σπαρασμοί και βαργομάν. Και ξάφνουστριγκιά γρικιέται σάλπιγγα, και χτύποι σαν πετάλων,και από φουσάτο χλαλοή, και ομπρός του καβαλάρης,μαζί άνθρωπος, μαζί άλογο· περνά και σα να πάειπροσκυνητής, και να ’ρχεται, Θεοφανώ, προς εσένα,διψώντας το φιλί κι αυτός, ο βασιλιάς κι ο γιος σου!
Άλλοι ας οργίζονται μ’ εσέ, κι ας αναθεματίζουντη μνήμη σου κι ας ντρέπονται ν’ ακούνε τ’ όνομά σου.Κι άλλοι ας μιλάν, την ομορφιά σου διαλαλώντας, όπωςτη λαμπυράδα της φωτιάς, της τίγρης το τομάρι.Φλογέρα εγώ προφητική κι εγώ επική φλογέρα,ναό σού υψώνω, ανάφτω σου λαμπάδα, υμνολογώνταςμες στον καπνό του λιβανιού το κόνισμά σου. Ω! δόξα,δόξα σ’ εσέ, κενταύρισσα βασίλισσα, μητέραπου γέννησες τον κένταυρο το ρήγα, όπως γεννήθημ’ ένα της τρίαινας χτύπημα στη μυθοπλάστρα Ελλάδα,από το κύμα το πικρό, το παινεμένο το άτι.Έτσι στους κοσμογονικούς καιρούς από την τρύπαπου ένας σεισμός ξολοθρευτής θα ’χε της γης ανοίξει,κάποιο βουνό θα υψώθηκε κάστρο της γης και σκέπη.Και το δοξάρι του Έρωτα και το κοντάρι του Άρητο ’να από τ’ άλλο δύσκολα κανείς τα ξεχωρίζειτην ώρα που σκληρά χτυπάν ή που γερά στηρίζουνκαι της ψυχής και της ζωής και τ’ άγια και τ’ ανάξια.Και γαυριασμένος ο Έρωτας και ο Πόλεμος λυσσάρης,αλόγατα και χλιμιντράν αβάσταγα και σκάφτουν.Και βρυσομάνα είν’ η γυναίκα· κι έρχονται από κείνηκι εσύ, αμαρτία, κι ο λυτρωμός κι η ανάσταση και ο Χάρος·και το σπαθί που σ’ έσφαξε, δέσποτα Νικηφόρε,και η μήτρα που σε γέννησε, Βουργαροφάγε ρήγα!