Ο Προφήτης που κοιτάζειμε τα μάτια του Οραμάτουκι ο Προφήτης που κηρύττειμε του Αύριο το στόμα,κι από ποιά πνοή δεν ξέρωτραβημένος, πνοή κι εκείνος,παρατώντας τα δικά του,τους αϊτούς και τα λιοντάρια,και τ’ απόκρυφα βιβλία,πήγε κάτου απ’ τη μονιά τουκι ήρθε μέσα στους ανθρώπους,μες στον Τσίρκο τον απέραντοτο μαρμαροστυλωμένο.Και νά ο Τσίρκος περιμένεινα γιορτάσει το γιορτάσιπου γιορτάζει με το Μάη,και ξεχείλισε και βουίζειμέσα του της Παναγίαςκαι της αμαρτίας η Πόλη.Κι ο Προφήτης μες στον Τσίρκοχτίσματα και θάματα είδε,τέρατα είδε γεννημέναμέσ’ απ’ τα φιλιά των άδειωνκαι των παραστρατισμένων.Κι είδε τα είδωλα πανώριαβάρβαρα κι από τους τόπουςκι απ’ τους χρόνους κουρσεμένα.Και γιομίζουνε τα πλάτια,και ξαφνίζουνε τα ύψηστύλοι, πύργοι, θεοί κι ανθρώποι,χίλιες μύριες ζωές, που ζούνεκαι χαλκές και μαρμαρένιεςκαι στου ελέφαντα τη χάρηκαι στ’ ολάκριβο χρυσάφικαι σε κάθε τι που λάμπεικαι σκληρό είναι και κρατιέταιξένο, ασάλευτο, και που είναισοφία κι αίνιγμα και τέχνη.
Κι είδε πλούσιο αρχοντολόικαι βαρύ και φαντασμένοκαι σαν αλυσοδεμένοκαι σοφά βαλτό σε τάξηγύρω γύρω στο ρηγάρχηστο θεοδώρητο δεσπότη.Και με τ’ άσπρα τα σαγιά είδεκαι με τα χρυσά βραχιόλιακαι πορφυροβουτημένουςμάγιστρους και λογοθέτεςκαι του Παλατιού τους πρώτους.Και τους χρυσαρματωμένουςτους κουβικουλάριους είδε,και ζωστές και ρηγοπούλες,και σαν άστρα απαλοφέγγαν.Και τους μαγγλαβίτες είδεγαύρους με τ’ απελατίκια.Και σε μια γωνιά, αλλού πέρα,και σαν παραπεταμένουςείδε μια φουχτιά λεβέντεςνα πλευρώνουν πεζεμένοιτ’ αστρομέτωπα άλογά τους,και στα βένετα κοντάριαν’ ακουμπάν αφαιρεμένατα γιγάντικα κορμιά τους.Και ήταν οι Ακρίτες, και ήτανσκόρπιοι και παρατημένοι,τρίψαλα κι απομεινάρια,τα στερνά τα παλικάρια.Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.
Και δεν είδε να προβάλει,μέσ’ από το Τριμπουνάλιτ’ αεροκρέμαστο, την όψητη λειτουργική του ο Ρήγας.Και τον είδε με τους μίμους,και τον είδε με τους νάνους,με του τσίρκου τους παλιάτσους,με του τσίρκου τις καρούχες,με του τσίρκου τους ηρώους.Ταίρι και όλων είν’ ο Ρήγας,όλων είναι σταυραδέρφι,κι αγωνίζεται μαζί τους,μεθοκόπος, χαροκόπος,μες στον Τσίρκο τον απέραντοπου γιορτάζει το μεγάλοτο μαγιάτικο γιορτάσι.Και τον είδε απάνου στο άρμαμε του Βένετου το ντύμαμε του Πράσινου το χρώμακι ορθός κι έτοιμος να στέκειγια το τρέξιμο, αφρισμένος.Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.
Και τους Πράσινους τους είδεκαι τους Βένετους τους είδε,και είδε το σκυλί που ξέρεινα υποτάζεται, να γλείφει,να λυσσάει και να σπαράζει·το σκυλί το καμωμένοκι από πίστη κι από δόλο.Και ξεχειλισμένα τα είδε,σκαλιά, βάθρα και καμάρες,θρόνους, δρόμους και σφεντόνεςαπό τη μπασιά του πλήθους.Μαυρομάλλινα καμίσιακαι μαλλιά κοντοκομμένακαι στεφάνια βελουδένιακαι τριανταφυλλιά γιορντάνια,και παράξενα τραγούδιακαι λουλούδια και μαντίλια,κι αεροσειένται μες στα χέρια.Και πυκνά και λαμπυρίζουνχεροσκούταρα και λόγχες,και σαλεύουν και προσμένουνδήμαρχοι και δήμοι και όχλοινα χαρούν το πανηγύριτ’ ανοιξιάτικο το μέγαμες στον Τσίρκο τον απέραντο.Κι απ’ τα υψώματα του Τσίρκουπέρα ολόβαθα καθάρια,μ’ όλα της τα περιγιάλια,μ’ όλα της τ’ αραξοβόλια,μ’ όλα της τα γλαυκονήσιατην αγνάντεψε μακριάθεπρωινή, μαγιάτικη, όλη,κι έξω απ’ όλα, απάνω απ’ όλα,και σαν όραμα, τη θείαθάλασσα, την Αφροδίτητων γιαλών, την Προποντίδα.Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.
Και τον Πύργο το φωσφόροπου βιγλάτορας φυλάει,κι αγναντεύει, και είν’ Ακρίταςκαι είν’ ολόμπροστα, απ’ τα ύψητου βασιλικού αγιασμένουΠαλατιού, τον είδε ξάφνου—κι ανατρίχιασε ο Προφήτης—να φλογίζεται, ν’ ανάφτει,τις φωτιές του όλες ν’ ανάφτει,ν’ ανεβαίνουν οι φωτιές του,να τινάζονται, να τρέμουν,και στον ήλιο να φαντάζουν,μαύρες γλώσσες να φαντάζουν·και είναι γλώσσες που μιλάνε,και είναι γλώσσες που μηνάνεπως το πάτησε το χώματων Ελλήνων, και πως μπήκεκαι τραβάει μπροστά και φτάνεικαι την Πόλη φοβερίζειπάντα οχτρός κι από αιώνες,ο πιστός του Μωχαμέτη,του Κυρίου θυμός, η μοίρακαι η κατάρα των Ελλήνων.Στ’ άρματα! Στ’ άρματα! ο Τούρκος!
Και είδε το μαντατοφόροΛογοθέτη του πολέμουκι άκουσε το μήνυμά του:«Βασιλιά κι αφέντη! Ανάψανόλοι οι Φάροι οι μηνυτάδες,απ’ του Μυσικού του Ολύμπουτις κορφές ώς εδώ πέραστη Χρυσόπολη αποπάνουστ’ άγιου Αξέντιου μπρος τη ράχη.Νά κι ο Πύργος ο φωσφόροςαπ’ το Μέγα το Παλάτι!Μπήκε οχτρός και μας πατάει.Καρτερούμε, η προσταγή σου.Κόφτε τη γιορτή, τον τσίρκοκλείστε, τ’ άρματα κρεμάστετα βασιλικά στην πόρτατης Χαλκής, σπαθί, σκουτάρι,και λουρίκι, του πολέμουδώσ’ το μήνυμα, ρηγάρχη!Στ’ άρματα! Στ’ άρματα! ο Τούρκος!—
Κι αποκρίθηκε απόκοτα ο ρηγάρχης·—Λογοθέτη λούφαξε κιοτή,τίποτε δε δύνεται να κλείσειτην ορμή μου, τη χαρά μου, τη γιορτή.
Θέλω ως άρχισα το δρόμο να τον τρέξωπέρα ώς πέρα αρματηλάτης νικητής·τη χρυσή την αλυσίδα ποιός θα κόψειτης ορμής μου, της χαράς μου, της γιορτής;
Μήτε τούρκος, μήτε δαίμονας θα φτάσει,μήτε πόλεμος, μήδε σεισμός κανείς·του πολέμου εδώ είν’ οι κάμποι, αγωνιστάδεςτης ορμής μου, της χαράς μου, της γιορτής.
Σκάφτουν τ’ άλογα το χώμα και τ’ αμάξιαβογκοτρίζουν ζωντανά·και ο λαός μου καρτεράει να στεφανώσειτης γιορτής μου την ορμή και τη χαρά.
Του πολέμου τις φωτιές σβήστε τις όλες,και συντρίφτε κάθε φάρο ενοχλητή,και γκρεμίστε όλους τους Πύργους τους φωσφόρους.Μόνα ορθά, η χαρά κι η ορμή μου και η γιορτή.
Εμπρός τ’ άρματα κι εμπρός οι αρματοδρόμοι,κι ετοιμάστε το γλυκόπιοτο κρασί,κι αλαλάζοντας, λαοί μου, υμνολογήστετης γιορτής μου τη χαρά και την ορμή!—
Κι έσβησε η φωτιά η μηνύτρα,και γκαπ! γκοπ! ρημάδι ο Πύργοςκι αντιβρόντησε κι ο Τσίρκοςκαι οι καρούχες ξεκινήσαν,και μπροστά κι απ’ όλους πρώτοςκαι ροδοστεφανωμένοςο ρηγάρχης ο μονάρχηςγια τη νίκη αρματοδρόμος.Και αργοαπλώθη στον αέρακαι τον άκουσε ο Προφήτηςτον πασίχαρο τον ύμνοκι απ’ του Πράσινου το στόμακι απ’ του Βένετου το στόμα.
Κοίτα την Άνοιξη και πάλεόμορφα που ροδοχαράζει!Χαρά και υγεία κι ευτυχίατου κόσμου φέρνει, αντραγαθίεςθεοδώρητες και νίκες δίνειτου Βασιλιά σου, Ρωμιοσύνη!
Γιομάτη από τη ζωγραφιά σουκι η Ανατολή, μεστή και η Δύση,χάρηκε ο Δούναβης μ’ εσένα,και σε λαχτάρισε και ο Κύδνος·κι εγώ μονάχα από τη φήμηκι από το λόγο σε γνωρίζω.Μην είσαι αδικητής, και στάσουγια να χορτάσω την ειδή σουτην ομορφιά σου ν’ απολάψω.
Καρτέρα με, πια οχτρούς δεν έχεις,σκλάβοι σου οι βάρβαροι απ’ τη Δύση,κι απ’ την Ανατολή τα έθνη.Στάσου τα πόδια σου να πλύνω,στάσου να νίψω σου τα χέρια,στάσου τη σάρκα σου να λούσω.Κι είναι πανώρια σου τα πόδια,τα χέρια σου είναι ματωμένα,κι έπαθε η σάρκα σου για μένα.
Είμαι όμορφη, κι εξουσιάζωτις χώρες όλες, ωραίος είσαικι από τα Κράτη απάνω στέκεις.Έλα τις δυο τις ομορφιές μαςταιριάζοντας να τις χαρούμε.Πόλη δε θά βρεις από μέναλαμπρότερη στην Οικουμένη,άλλο δε θά βρω στη ζωή μουρήγα λαμπρότερο από σένα.Με βάφτισες τη νέα σου Ρώμησε θάλασσες αγαθοσύνης,σε βρύσες μ’ έλουσες τροπαίων,ρόγες και κούρσα χόρτασές με,απάνου απ’ το κεφάλι μου όλεςμου ανέβασες εσύ τις νίκες.Ο Σκύθης σκύβει ομπρός μου, ο Πέρσηςλυγίζεται και προσκυνά με.Το σιδεροπουκάμισό σουκαι τη στολή της μάχης βγάλ’ τα,ντύσου το φόρεμα που πρέπειτου νικητή, το σκαραμάγκιτο ροδαρό, με τ’ ατλαζένιατ’ ανθόκλαδα και τα διαμάντια.Ξεκαβαλίκεψε, ήλιε Ρήγα,ν’ αναπαυτεί και τ’ άλογό σου,στην Πόλη σου δώσ’ το το φως σου,σύμμετρα μοίρασε το φως σου,μην τυφλωθούμε από το φως σου!
Κι ο ύμνος ο βενετοπράσινοςπριν καλά να ξεψυχήσει,ξέσπασε άλλος μαύρος ύμνος,από τη γωνιά, αλλού πέρα,καθώς πάει και σπάει το κύμα,το παιδί της τρικυμίας.Και δεν ήταν ύμνος, ήτανμοιρολόι κι ήταν κατάρα·κι η κατάρα απ’ τους Ακρίτες.Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.
Δίχως αφτιά και δίχως μάτια,κολάκων όχλοι, αλιά σ’ εσάς!Πλάνταξε στόμα που παινεύειςκαι πόδι που χοροπηδάς.
Μεθύσι ανάξιο σέρνει τα όλαστα θέατρα και στα καπηλειά,την παλλακίδα Πολιτεία,το γλεντοκόπο Βασιλιά.
Και μπλέκονται μέσα στα γκέμιατου κορονάτου του αμαξάκαι πέφτουν τ’ ακριβά και τ’ άγια.Πλακώνει, πλάκωσ’ η Αραπιά!
Μας έζωσε ο Καραμανίτης,του κόσμου ο ξεθεμελιωτής,και των εθνών ο καταλύτηςκαι της Ασίας ο νικητής.
Κι οι Ακρίτες μπαίγνια των παλιάτσων,και ψωριασμένα αποριχτάτ’ αργυροκάμωτα κοντάρια,τα χρυσοσέλωτα φαριά.
Του Ακρίτα πύρινα ξεφτέρια,από τον Ταύρο ώς τα νησιά,σβήσαν οι Φάροι αράδα αράδακι απ’ τα στενά κι απ’ τα βουνά.
Ένας κοντά απ’ τον άλλο σβήσαν,στρατιώτες, βάρδιες, μηνυτές,δρακόντοι κράχτες του πολέμουάγρυπνοι οι φάροι και οι φωτιές.
Κι όλα τα χέρια είναι παρμένα,κι όλα τα μάτια είναι κλειστά·στερνή φωτιά άναψε· τη σβήνειτο πρόστασμά σου, βασιλιά!
Κι οι Νικηφόροι αυτοκρατόροικι οι Τσιμισκήδες οι γοργοίκαι οι κένταυροι Βουργαροφάγοικαπνοί και σύγνεφα και αφροί.
Και νά! λαγόκαρδοι αφεντάδεςκαι θηλυκοί και οκνοί και αργοί!Στον Τσίρκο μέσα οι χαροκόποι,και στο ναό οι πορνοβοσκοί!
Τον πόλεμο που ξάφνου ανάφτειξολοθρευτής και λυτρωτήςπια δε μηνάνε κρεμασμέναστην πόρτα απάνου της Χαλκής,
πια δεν κρεμιένται σαν και πρώτακαι δε βροντάν αστραφτεράΣπαθί, Σκουτάρι και Λουρίκι,τα όπλα τα βασιλικά.
Και στα περίγυρα του Ευφράτηοϊμέ, στεφάνι της αντρειάς,οϊμέ της τόλμης το κεφάλι,το ρόδο της Καππαδοκιάς!
Ο μέγας Διγενής ο Ακρίταςστα ξέστρωτα, τα σκοτεινάσφαλίστηκε απ’ το Χάρο, πάειτης Ρωμιοσύνης η καρδιά!
Πάει, που τον είχες, Ρωμιοσύνη,κι απ’ τα θρονιά τα ρηγικάπιο απάνου, απάνου απ’ τα παλάτια,στους βασιλιάδες βασιλιά.
Και πάει κι ο Πύργος του υψωμένοςπέρα στου Ευφράτη τα νερά,της Ρωμιοσύνης η κορόνακαι η σκέπη και η φεγγοβολιά.
Κάτου τετράγωνος ο Πύργος,απάνου οχτάγωνος χτιστός,Πύργος γιομάτος πολεμίστρες,Πύργος παράθυρα μεστός.
Κι έβλεπε προς τη Βαβυλώνακι αγνάντευε όλη τη Συριάκαι είχε κορφή που δεν της λιώνειφέγγος το χιόνι από μακριά.
Ταύροι και Αντίταυροι μπροστά τουκαι Λίβανοι γονατιστοί,με τα Βαγδάτια τους καλίφεςκαι με τα κάστρα τους Ταρσοί.
Κι εμείς οι Ακρίτες σου κι οι Ακρίτες,φουρτούνες του θυμού σου εμείς,ξαφνίσματα κι άδεια στολίδιαμιας φαύλης άμοιαστης γιορτής.
Κι εμείς οι Ακρίτες του κι οι Ακρίτεςάθλια συρμένοι, ω τί ντροπή!πορτοφυλάκοι ανάξιου ρήγα,σαν απ’ οχτρόν εκδικητή.
Παιδιών περίγελα και μπαίγνια!Πού είστε, ποτάμια, λαγκαδιές,χωσιές και κούρσα και σεφέρια,κλεισούρες, άκρες και κορφές!
Πάει κι ο στερνός ο Φάρος πάει,φώτα και μάτια όλα σβηστά,χύθηκε η νύχτα. Αφορισμένοι!Πλακώνει, πλάκωσε η Τουρκιά!
Μες στις παινεμένες χώρες, Χώραπαινεμένη, θά ’ρθει κι η ώρα,και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμητο στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσεισε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.Θά ’ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμοςσε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμωςτο πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδιααπό μάισσες φυτρωμένα με γητειές·πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδιακι από τις δροσοσταλαματιές·θα σε κλαιν τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδιακαι στα μνήματα οι κλωνόγειρτες ιτιές.
Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμήτης χυτής σου της φωτιάς το θάμα·και στο κάστρο σου σπρωγμέν’ η Ανατολήλυσσομάναε με τη Δύση αντάμα.Και κρατούσες των αρμάτων την πλημμύρα,κι ορθός κι άσειστος της δύναμής σου ο κάβος·λυγισμένοι ομπρός σουνά κι ο Τούρκος, νά κι ο Φράγκος, νά κι ο Σλάβος.Στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τί μοίρα!καιρούς κι αιώνες έκαιες τον οχτρό σου·στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τί μοίρα!μόνη σου θα πέσεις να καείς,τρισαπελπισμένη της ζωής.
Και χορό τριγύρω σου θα στήσουνμε βιολιά και με ζουρνάδεςγύφτοι, οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδεςκαι τ’ αγόρια σου τ’ αγνά θα τα μολέψουνμε τ’ αγκάλιασμά τους οι σουλτάνοι,και τα λείψανά σου θα σ’ τα κλέψουνοι ζητιάνοι.
Χώρα τρισκατάρατη, απ’ τα ύψησε ποιά βύθη, χώρα αμαρτωλή!Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψειτου θανάτου το στερνό φιλί.
Και το πέσιμό σου θα βροντήξεικι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάσει,και το μοιρολόι σου θα το πνίξειαποπάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση.Μια καινούρια πλάση, μια γεννήτραθα φουντώσει απ’ τα χαλάσματά σου,κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα,διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.Πλάση αταίριαστη μ’ εσέ και ξένη,κι ας την έχεις με το γάλα σου ποτίσει·την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση.
Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία,κολασμένη από την αμαρτία,νεκρή αφήνοντας εσέναθα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.Σάμπως νά ειναι πουλημένη σε δαιμόνους,θα σπαράζει και θα πλέει μες στα σκοτάδια,και ίσκιος θα είναι μέσα στ’ άδεια,μες στην άβυσσο μια βάρκα·κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκακι η βάρκα ύστερα θα φτάνεισε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.Και θα ζεις ξανά στους τόπους και στους χρόνουςκαι στις ιστορίες των εθνώνκαι στους κύκλους των αιώνωνθα μαυρολογάς, των ξεπεσμώνω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,δε θα βρει ν’ αναπαυτεί·του Κακού τη σκάλα από σκαλίσε σκαλί θα τηνε κατεβαίνει,κι όπου πάει κι όπου σταθεί,σε κορμί χειρότερο θα μπαίνει.
Και θα ’ρθεί μια μέρα, μαύρη μέρα!Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,θα κατασταλάξει πέρα, πέραστην καμαρωμένη Γη,στου ήλιου τη χαρά, στ’ Απρίλη τον αέρα.Και στο φως θα βγει,και ξαφνίζοντας τον ήλιο,σα θρεμμένο απ’ το δικό σου αίμα,ένα γέλιο, ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,ένα κλάμα, ένα ΒΑΣΙΛΕΙΟ.
Ο δικέφαλος αϊτός σου νά! μακριάμακριά πέταξε με τ’ άξια και με τ’ άγιακαι θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτεράλαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.Προς τη Δύση και προς το Βοριάτην κορόνα φέρνει, και κρατά—και τα νύχια του είν’ αρπάγια—και τη δόξα και τη δύναμη κρατά·και το γέλιο, και το ψέμα το Βασίλειοπου γεννήθηκε από σένα μες στον ήλιο,κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται μπροστάσα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.Μ’ όλα σου θα ζει τα χαμηλά,με καμιά σου δε θα ζει μεγαλοσύνη,κι οι προφήτες που θα προσκυνά,νάνοι και αρλεκίνοι.Και σοφοί του και κριτάδεςτου άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,και διαφεντευτάδεςκυβερνήτες του οι ευνούχοι.
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,και δε θά βρει το κορμί μια σπιθαμήμες στη γη για να την κάμει μνήμα,κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμηκάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθείτης αγάπης ο Θεός,και να ξημερώσει μιαν αυγή,και να σε καλέσει ο λυτρωμός,ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλίνα κατρακυλήσεις πιο βαθιάστου Κακού τη σκάλα,—για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλείθα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!τα φτερά,τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!