Νεχταροπότια. Και ασημένιοι δίσκοιτου κεραστή το ’να και τ’ άλλο χέρι,και το πιοτό που ο κεραστής προσφέρεισαν πιο πιθυμητό κι από κανίσκικαρπών ή ανθών ή μύρων. Ποιός το ξέρει,ποιός μεθά το μεθύσι που με βρίσκει;Καλοκαιριάτικου ήλιου μεσημέρικαι τ’ άπλωμά του δεν το κρύβουν ίσκιοι.Είναι τής που με σπρώχνει πάντα ορμήςπρος το στόμα που θα με φάει, το κύμα;Είναι του στίχου και η ψυχή και η ρίμα;Ή εσύ, των πολυσάλευτων χρωμάτωνκαι της αγαλματένιας της γραμμήςπάντρεμα, ηδονοστάλαχτο άσμα ασμάτων;
Ποίημα