Στα Ηλύσια γοργοδιάβαινε των ιδεών των αΰλων,του νέου καιρού τραγουδιστή, των γκαρδιακών σου φίλωνδόξα, σημάδι των εχθρών, φέρε στην πλάση επάνωτους ίσκιους τους μακαριστούς, εκεί που στέκει πλάνοτο αστροσυγνεφοσκέπαστο της Φαντασίας παλάτι,και μέσα ο Στίχος όλος νους, φως όλος, όλος μάτι.Γιορτή δεν είναι των αργών, μηδέ τροχός που φτάνειχέρι ασυλλόγιστου ή τυφλού το δρόμο του να κάνει,μηδέ το σφυροχτύπημα στο υπάκουο απάνου αμόνι,που είναι για κάθε ανθρώπου αφτί και που τ’ ανίδεου σώνει,μηδέ λιγόζωο το στενό και το ρηχό το αυλάκιπου να του αλλάζει δύνεται το ρέμα και παιδάκι.Ο Στίχος περπατάει, πετάει, σέρνεται, στέκει, τρέχει,αρματολός και πολεμάει, και μάγος και κατέχειπαιγνίδια και τσακίσματα, ξορκίσματα, βοτάνιαγια να τα δένει δαμαστής επίγεια κι επουράνια.Ο Στίχος είναι ο Πήγασος κι ο αϊτός του Ολύμπου. Ιδές τον!Των ιάμβων είναι το φτερό κι είναι των αναπαίστωντο βήμα, κι είναι η γληγοράδα εκείνος των τροχαίων,και του σπονδείου το σκόνταμμα του αργού, και των αρχαίωναρμονιών ο αντίλαλος, και μόνο πως τ’ αρχαίαπρόσωπα σαν πρωτόβλαστα τα κάνει, του Πρωτέαπαιδί και αλλάζει την ειδή και μαζί πάντα μένειθεϊκή ψυχή μες στο σκληρό το χάλκωμα χυμένη.
Στης Φαντασίας το παλάτι, ω Στίχε, ω πλάστη, φύσαστους ίσκιους τους μακαριστούς πνοή ζωής περίσσα,ν’ αστράψουν κάμε τους και να βροντήσουν με τη γλώσσατην πλούσιαν από τωρινά και από παλιά και απ’ όσατης φέρνουν μέσ’ από μεριές και μέσα από αιώνεςοι νόμοι, όχι των άσοφων δασκάλων οι κανόνες,τη γλώσσα που ατελεύτητα γεννάνε, χαλάν, πάλιπλάθουν, εις μιαν ακούραστη κι άκριτη πάντα πάλητα δυο θεόργιστα και πολυκέφαλα στοιχεία:των ποιητών με τους λαούς η γιγαντομαχία.Χαίρε, Βουκέφαλε, που δε σε δένει χαλινάρι,μόνο το βασιλέα Ρυθμό δέχεσαι καβαλάρη!