Όταν κατεβαίνειτο βραδάκι αγάλια αγάλιαστα σοκάκιαμε το ηλιοβασίλεμαόταν κατεβαίνει,κι η ψυχή μου πνέει και πλέειστη μελαγχολία,κι η ψυχή μου σιγοκλαίει,μες στα βράδια της κι εκείνη,βουβή κρήνη,όσα μέσα της ένα έναβραδιαστά, σβησμένα,—κι η ψυχή μου βυθισμένηστη μελαγχολία,και όμως πάντα σα να τη γλυκαίνεικάποια προσδοκίαπου ποτέ δεν έρχεται,και όμως πάντα καρτερεμένη,όταν κατεβαίνειτο βραδάκι αγάλια αγάλιαστα σοκάκια,την ψυχή μου πιο πολύ,την ψυχή μου τη βαριεστισμένη,πιο πολύτάχα τί να την ευφραίνει;
Τα παιδάκια.
Τα παιδάκια,καθώς τρέχουν, καθώς παίζουν,φαίνονται δε φαίνονται,τα παιδάκια!Όσο κι από μακριά τ’ ακούς,τόσο σού ξανοίγουν ουρανούς!Τι όλα είναι φωνές που ανθίζουνκαι γυρίζουνκαι γεμίζουνκαι πλαταίνουν και ανασταίνουντα δρομάκιακάθε βράδυ τα παιδάκια.Κι όλα είναι φωνές που ανθίζουν,αναβρύζουν,βράδιασμα δεν έχουν,όλο υψώνονταιμες στο ηλιοβασίλεματο ροδοξημέρωμα.Κι όλα είναι φωνές που λένετα όσα πλένεστην αυγή και στη χαρά,στ’ όνειρο, σ’ ό,τι η ψυχήκαι στη συντροφιά της μοναχήκαρτερά,ό,τι καρτερά η ψυχήκι άστρεχτο ασύλληπτο,και για τούτο πιο πολύ,πιο πολλή χαρά,κι όταν κατεβαίνει ακόματο βραδάκι στα δρομάκιασιγαλά, αργοπάτητα,κρύο φιλί σε χλωμό στόμα.