Φτάνει εγώ με τα φρύδια μου να γνέψω,σειένται ουρανός και γη και καταχθόνια.Σ’ αγαπώ, με του Κύκνου ήρθα τη φύσητην απολλώνεια.
Την ομορφιά σου για να ραψωδήσουντης χρυσής Ερατώς δε φτάνουν οι ύμνοι·του ζουμπουλένιου σου ύπνου εγώ ειμαι τ’ άσπροτ’ όνειρο, λίμνη!
Από τα φέγγη τ’ άσβηστα του Ολύμπουκατέβηκα, χαρά στα ριζικά σου,τον ύμνο τον υπέρτατο να ψάλωστην αγκαλιά σου.
Τα μάτια μου κι ας τα φωτοβολήσουντης σάρκας σου τα πύρινα τα χιόνια,το πρόσωπο, τα στήθη σου, τα πόδια,τα θεία λαγγόνια.
Δώσε στο δάγκωμ’ άγριο του φιλιού μου,στα λάγνα πουπουλένια μου τα χάδια,τα ηδονοσταλασμένα του κορμιού σουβαθιά λαγκάδια,
της βρύσης σου τα δροσοπολυτρίχια,του κήπου σου τα κρίνα και τα γιούλια,το αίμ’ απ’ τις φλέβες σου, από τα κόκαλά σουκαι τα μεδούλια.
Στα ολόζεστα ηλιοστάλαχτα φτερά μου,διάπλατα ολανοιχτά θα σε τυλίξωκαι στον κρουνό γερμένος του λαιμού σουθα σε ρουφήξω.
Κι αν του μεσημεριού το κάμα βράζει,κι αν είναι δροσαυγή, κι αν του ήλιου γέρμα,στα καρπερά σου σπλάχνα θα τινάξωτο ερωτοσπέρμα,
καθώς τινάζει μες στης οργωμένηςγης τα βάθη ο σποριάς ιερό το σπόροτου σιταριού, θνητέ, που τον προσμένειςθησαυροφόρο.
Το τραγούδι που ο κύκνος τραγουδάειτο υπέρτατο προτού να ξεψυχήσειτο μέλι ας είναι που βουβός μου ο πόθοςθα σε ποτίσει.
Θρήσκα, υποταχτικιά, γυμνή, με μόνοτης παρθενιάς σου ολάνθιστης το ντύμα,λούσου μες στης αφάνταστης γητειάς μουτο γαύρο κύμα.
Καρπούς του γάμου της ισόθεης Λήδαςμε τον κύκνο θεό τα ωραία σου χέριατα παιδιά θα κρατήσουν που θα λάμψουν,του απείρου αστέρια.
Και αστέρι πιο λαμπρό, με τα ηλύσιατη γη που δένει ανάερη χρυσή σκάλα,την Ελένη θα θρέψει του μεστού σουμαστού το γάλα.
Μα είν’ ένα θάμα ακόμα πιο μεγάλο,μια χάρη ακόμα πιο μακαρισμένη,κι είναι μιαν ομορφότερη ομορφάδακι απ’ την Ελένη,
μέσα στα φέγγη τ’ άσβηστα του Ολύμπου,σπάρασμα μιας στιγμής, το σπάρασμά σου.Πιο μουσικό από τον ψαλμό του κύκνουτο φίλημά σου.