Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Ύμνος των αντρείων

Κωστής Παλαμάς · Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ
Κάτι τρανό και κάτι ωραίο,κάτι αποπέρα, κάτι από μακριά,φτάνει ώς εδώ κι αστραποχύνεταικαι το φωτοστεφάνωμα του Ύμνου αποζητά.Ξύπνησε, πάρε το ανατρίχιασματου δάσους, του συγνέφου το θυμό,θυμήσου του Πινδάρου σου τ’ ανάκρασμα:«Εγώ δεν είμαι πλάστης αγαλμάτων,εγώ τραγούδια τραγουδώ!»
Στων Εσπερίδων ερωτεύτηκα τους κήπουςκάποιας μηλιάς χρυσομηλιάςτον πιο ψηλό καρπό τον άφταστο.Μη με ξυπνάς.Και να σκλαβώσω πολεμώστην άρπα μου τη χρυσελεφαντένιατον ήχο το μεθυστικό,για να μερώσω τον ολάγριο φύλακα…
Ξύπνα! Δεν είσαι πλάστης αγαλμάτων,ξύπνα! Τραγούδια τραγουδάς.Μες στο τραγούδι σου είναι, ω διαλεχτέ μου,όλες οι σάρκες και όλες οι ψυχές,από τα όνειρα των κρίνωνώς την λαών τις δίψες. Ξύπνησε. Γιά ιδές.
Βλέπω. Αποπάνου μου ουρανόςσαν ένα ολόσβηστο χαμόγελο Σειρήνων,στα πόδια μου, ω λαχτάρισμα!κατακαημένη χώρα των Ελλήνων!Καιροί κουρσάροιθάψαν ολόβαθα ολοζώντανητην άφραστη βασίλισσα των έργων και του νου.Και τώρα γκαπ! και γκοπ! τ’ αρχαιομάχο το λισγάρισκάφτει, και σκάφτοντας ξεθάφτει,τα κόκαλα ξεθάφτειπελώριου συντριμμένου σκελετού.Και ολόγυρα ερημιά. Και οχλοβοής βλαστήμιασπαράζει τον αιθέριο τον αέρα,χαύνοι και οκνοί μιαν άνεργη ζωή ζουν εδώ πέρα.Η δόξα, οϊμέ! δεν είναι από συντρίμμια,η δόξα είναι το μέγα έλατο που στέκεικαι αψήφιστα καλεί το αστροπελέκι,η δόξα είναι το μέγα δέντρο που ταιριάζειτ’ αδρά τα κλώνια με τ’ ανάλαφρα πουλιάκαι που τον ίσκιο ρίχνει δροσοστάλαχτοστην ηλιοπυρωμένην αργατιά.Κι όταν ο ξυλοκόπος το χτυπάει,η Δόξα είναι το δέντρον οπού πέφτεικι οπού πάειμε την ορμή της μεγαλόφτερηςπαλικαριάς.Μη με ξυπνάς.
Ξύπνα. Δεν είσαι πλάστης αγαλμάτων,ξύπνα. Τραγούδια τραγουδάς.Και το τραγούδι πάντοτε δεν είναιτο μοιρολόγι της καρδιάςστα μαραμένα φύλλα του χινόπωρου,μηδέ το κρυφομίλημα που το μιλάς,ψυχή του ονείρου με τους ίσκιους της νυχτιάς.Έξαφνα γίνεται κλαγγή και μουγκρητό,κι είναι η χαρά των θαλασσόδαρτων πουλιώνμέσα στις τρικυμίες των στοιχείων,στις τρικυμίες μέσα των λαών.Και το τραγούδι ο Μαραθώνιος είναιθριαμβευτής.Απάνου από τη στάχτη των Σοδόμωντο φυσάει το στόμα της οργής.Κάτι τρανό και κάτι ωραίο,κάτι αποπέρα, κάτι από μακριάσου φέρνει η Δόξα η ταξιδεύτραστα ουρανοπλάνα της φτερά.Ήρθεν η Δόξα. Στα φτερά κρατάει και στα πόδια τηςτου δρόμου της κρατάει σημάδιαχώματα χρυσοφόρα μακρινά,και φέρνει αλόες ανθισμένες πρωτογνώριστεςαπό τη γη που ζει του Κάφρου τα κοπάδια.Στα καλοκαίρια σας τα γέρικαΜάης πρωτοκάμωτος εχύθη,από τα μεσημέρια ώς το βοριάο δράκοντας ο Ατλαντικός πρωτάκουστα βρυχήθη·στις λίμνες και στα δάση τ’ αφρικανικάτο βρύχισμά του απλώθηκε κι αντιλαλήθηαπ’ την Κόκκινη τη λάμια ώς της νεράιδαςτης Άσπρης μας τ’ αφροπλασμένα στήθη.Λιγνά παράδερναν τα φύτραστης μητρικής σεβάσμιας γης την αγκαλιά·πήραν αέρηδες τα σπέρματα,στα κατατόπια τα ’φεραν τα λιβυκά.Τα ’ριξαν στα φαράγγια τα βαθιάκαι στα ψηλά βουνοδισκάρια,καινούριον αίμα μέστωσε τη βλάστηση,και τράνεψεν ακόμα πιο πολύτα μεγαλόκορμα χορτάρια.Φύτρωσαν άντρες πολεμόχαροι,και βούιξαν σαν οι καταρράχτεςανάμεσ’ από τα βουνά·φύτρωσαν άντρες πολεμόχαροισαν τα διαμάντια ακριβοθώρητοιπου η γη τριγύρω τους γεννά.Τους ξέρετε, ύψη, αέρηδες, ορίζοντες,των πολυσάλευτων νερών πλημμύρες και μουρμούρες,χρυσά αναβρύσματα, στεφάνια τουςπου θα γενείτε,άξια τους κάστρα εσείς τούς ξέρετε,θεόχτιστες κλεισούρες,τη διαλαλείς περήφανα τη φήμη τουςαπό το πράσινο ακροτόπι,ω σκλάβα εσύ Αφρική δυσκολογνώριστη,προς την αυτοκρατόρισσαν Ευρώπη.Και πρώτ’ απ’ όλους εσύ ξέρειςτων λιγοστών ελεύτερων τί αξίζ’ η χάρη,ηπείρων και φυλών, ω δαμαστή σκληρέ,των ωκεάνιων βουκεφάλων καβαλάρη!
Θολό το χάραμα ήτανε του Αιώνα,και ξύπνησες, και γύρω σου είδες!Κι από τις συντριμμένες σου αλυσίδεςνα πελεκήσεις γύρεψες κορόνα.Το ξύπνημά σου ήτανε μάγεμα,άφραστη εσύ βασίλισσα των έργων και του νου.Της Λύρας μια χορδή δεν έμεινεπου να μην έγινε για σε μια βρύση τραγουδιού·Ξύπνησες μ’ όλη σου την πανοπλία,μ’ όλα τα πρώτα σου και μ’ όλα τα στερνά.Απάνου στην ηράκλεια την ασπίδα σουτόπων και χρόνων θάματα και ηρώων και θεώνζωγραφισμένα ζωντανά.Ξύπνησες μ’ όλη σου την Ιστορία!Και νά την! Η Ιστορία σου πόρνη των λογοκόπωνκι η ασπίδα σου από Άρπυιες ανίερα μολυσμένη,και βούλιαξε κατακλυσμός, και τίποτε δε μένειαπό τα νέα θέμελα κι από τ’ αρχαία παλάτια.Και το βασίλεμα ήρθε του Αιώνα!Ω αυγές των ανιστόρητων ψυχών, των άγριων τόπων!
Καιρέ που σβήνεις,τα τρόπαιά σου απόμειναν και ζούνε οι πυραμίδες,χίλιοι πυρσοί φεγγοβολούν το διάβα σου,νυχτοδαρμένων κόσμων λυτρωτήδες.Καιρέ που σβήνεις,άναψες κάποια ηφαίστεια κι έβρεξες κάποιες λάβες.Τυράννων σε χαρήκαν θρίαμβοι,αρχόντισσες Αλήθειες κι Ομορφιές παρθένεςέδεσες πίσω σε άρματα κι έσυρες σκλάβες.Καιρέ που σβήνεις,για δοξολόγημα ή γι’ ανάθεμαο τάφος, που θα κλείσει σε, κυκλώπειος είν’ ο τάφος·των παλατιών σου ή των βαράθρων σουδεν είμ’ εγώ διαλαλητής, δεν είμ’ εγώ ζωγράφος·εγώ ειμαι το ζηλιάρικο της μάνας μου παιδί,κι όταν δε φέρνουν με τα ονείραταταξιδευτή στα γαλανά ταξίδια πέρα,είμαι το χέρι που όλο θέλει να σφιχτοκρατείμιαν άκρη της πορφύρας σου, ω Μητέρα!Και τώρα ανοίγεται το χέρικαι κλειέται μες στα κρύα και στ’ άδεια·της ιερής πορφύρας τα ξεσκίσματαλύκοι τραβούνε σε χλωμόφεγγα σκοτάδια.Πού δείχνεις, Μούσα;Απόβαθα κι απόμακρα και ποιά είν’ εκείνη η μέρα;Δείχνει τα μάκρη και τα σβει το δάχτυλό σου·του Κάφρου η γη αστραποβροντά και λάμπει πέρα ώς πέρα.Ύμνε, ώς τ’ αστέρια ανασηκώσου!Του Σολωμού η Αντρειωμένημε τους ανέμους έφυγε και τα θαλασσοπούλιαπρος την αγνώριστη φυλή την καταφρονεμένη,και νά σου οι Σπάρτες φύτρωσαν κι εκεί, και νά τα Σούλια!Με του Καιρού το ηλιοβασίλεμαχαίρετε, αυγές των άγνωστων και των παρθένων τόπων!Ω χώματ’ άδοξα θησαυροφόρα,ήρθε ο μεγάλος θησαυρός, ευλογημένη η ώρα!Αυτού είν’ η λεβεντιά, κι αυτού η θυσία,κι αυτού είν’ η Δόξα.Και φτάνει μια καρδιάγια να γεννήσει Κόρη πάνοπλη την Ιστορία!