Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1890

Οι Μήνες

Κωστής Παλαμάς · Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ
Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνιχειμώνα καλοκαίρι ζώνει;Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτιπου μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάριαμε πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.Εκεί ο Γενάρης κάθεται, στο Χιόνι τρέχει ο νους τουκαι στο Βοριά, στους ακριβούς του,εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι,κι ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, λιοντάρι όταν θυμώνει,και όταν γελάσει, χελιδόνι.Κι ο Απρίλης ο ανθοστέφανος, που πάει και τα κοπάδιαβόσκει στα πράσινα λιβάδια,κι ο Μάης που με τον Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρηείναι ηλιογέννητο ζευγάρι.Κι ο Θεριστής, θησαυριστής οπὄχει τα σιτάρια,του κάμπου τα μαργαριτάρια.Νά, κι ο Αλωνάρης, δουλευτής· όπου σταθεί, όπου γείρει,τον κατατρέχει το Λιοπύρι.Νά, κι ο Αύγουστος, πολύκαρπος, δροσάτος νυχτερεύειμε το Φεγγάρι που λατρεύει,κι ο Τρυγητής, που λαχταρεί, σα νά ειναι κόρης χείλια,τα ροδοκόκκινα σταφύλια,κι ο Μήνας τ’ αϊ-Δημητριού, πὄχει μια γλύκα ξένη,κάτι σαν πόθος που πεθαίνει,και τ’ Άγι’ Αντρέα ο γκαρδιακός, που βάζει φορεσιά τουτα κιτρινόφυλλ’ αποκάτου,κι ο άλλος που κλαίει και που βογκάει και που γεροντοφέρνεικι όλο ένα κρύο τονε δέρνει.Και καρτερεί ο καθένας τους πότε στον κόσμο πέραθα πάει με τα φτερά του αγέρα,στον κόσμο πέρα, που όλοι τους με καλοσύνην ίδια,του βρέχουν χίλια δυο στολίδια,(στολίδια οϊμέ! που δε χαλάν τη Δυστυχία τη σκύλακαι της Κακίας τη μαυρίλα).Όμως κανένας απ’ αυτούς δε χαίρεται τη χάρητου πρωτογέννητου Γενάρη,οπὄχει την Πρωτοχρονιά μοναχοθυγατέρα,τη Ρήγισσα τη χρυσοχέρα!Η Μοίρα την εμοίρανε· απ’ το δικό της χέριτο κάθε τι να πέφτει, αστέρι.Κι ό,τι, χαρίζ’ η Ρήγισσα, κι αν είναι τιποτένιο,να δείχνεται μαλαματένιο.—Για τούτο ο κόσμος, μάγισσα, για μια στιγμή μπροστά σουμε το γοργό το πέρασμά σου,ο μαύρος κόσμος γίνεται τραντάφυλλο τ’ Απρίλημε σφραγισμένα ακόμα χείλη,που μ’ ένα αλαφροστάλαγμα, και πριν η αυγούλα φύγει,η θεία δροσιά το γλυκανοίγει!