Περπατούσαμε μονάχοι στο σκοτάδι. Περπατούσαμε, κρατημένοι σφικτά απ' τα χέρια, εγώ και ο Άλλος. Μανάχα εμείς περπατούσαμε στη μαύρη πεδιάδα. Τίποτε άλλο. Τα μεγάλα βουνά ακίνητα μας έζωναν τριγύρω. Βαρειά σύννεφα ήταν σταματημένα απάνω απ' το κεφάλι μας. Τα ψηλά δένδρα, ανάρηα — ανάρηα, έστεκαν ασάλευτα μέσα στον άτρεμον αέρα. Περπατούσαμε και δεν ξέραμε πού πάμε.
— Πού πάμε; ρώτησα με πνιγμένη φωνή.
Δεν ξέρω πού πάμε, μου είπ' ο Άλλος. Η καρδιά μου κτυπάει δυνατά....
Ύστερα σταματήσαμε. Δεν μπορούσαμε να πάμε μπροστά. Τα πόδια μας καρφώθηκαν στο χώμα. Με τα βαρειά βουνά, με τα μεγάλα δένδρα, με τα μαύρα σύννεφα, μείναμε ακίνητοι.
— Τα χέρια σου τρέμουν! μου είπε ο Άλλος.
— Και τα δικά σου.
— Πού είμαστε;
— Δεν ξέρω.
— Δεν ακούς;
— Ακούω.
Τι ήτανε αυτό που άκουα μες στο σκοτάδι; Αυτό μας έκανε να τρέμουμε. Ένας θρήνος πλατύς ανέβαινε απ' τη γη. Ο θρήνος εγέμιζε τον κάμπο, τον ουρανό, τον αέρα. Τρυπούσε τα βαρειά σύννεφα κ' έσβυνε απάνω. Πλημμυρούσε όλη την πλάση, ζυμωμένος με το σκοτάδι.
Ο ανθρώπινος πόνος
— Εμπρός, είπα στον Άλλον. Προχώρησε να φύγουμε. Τρέμω. Ακούς τι σου λέω;
— Δεν μπορώ να προχωρήσω, μου είπ' ο Άλλος. Κάτι τι μου καρφώνει τα πόδια. Τράβηξέ με.
— Δεν μπορώ ούτ' εγώ. Τα πόδια μου είναι κολλημένα στο χώμα....
Στεκόμαστε ασάλευτοι. Τα νύχια μου είχανε μπη στα κρέατά του. Ένοιωθα τα νύχια του που σχίζανε το κρέας μου.
— Μη μ' αφίνης.
— Σε κρατώ. Σφίξε μου το χέρι.
Το αίμα έτρεχε θερμό απ' τα χέρια μας.
Ο θρήνος γέμιζε το σκοτάδι.
— Ο αέρας τρέμει.... του είπα. Νοιώθεις τον αέρα που τρέμει τώρα;
— Ναι. Και τα δένδρα. Βλέπεις τα δένδρα;
— Τα βλέπω. Και τα σύννεφα απάνω.
— Και τα σύννεφα, Θεέ μου!
— Βλέπεις τα μακρυνά βουνά;
— Βλέπω. Ένας σεισμός τα ταράζει.
Ο θρήνος γέμιζε το σκοτάδι, σαν βογγητό ανέμου μέσα στο πένθος του δάσους.
— Ο άνεμος κλαίει;
— Όχι. Δεν είναι ο άνεμος. Ο αέρας είναι πεθαμένος. Πνίγομαι.
— Κ' εγώ. Βλέπεις εκεί κάτω;
— Βλέπω. Είν' ένα μαύρο σημάδι....
— Ένα μαύρο σημάδι σαλεύει. Αυτό είναι.
— Τι είναι;
— Αυτό είναι η πηγή του θρήνου. Αυτό είναι.
— Τόσο μικρό; Σαν μια φούχτα χώμα. Κι' ο θρήνος είναι απέραντος.
— Ναι απέραντος. Πλατύτερος απ' τον ουρανό.
— Πλατύτερος. Πιο βαρύς απ' τα μεγάλα βουνά.
— Πιο βαρύς. . . .Ψηλότερος απ' τα ψηλά δένδρα.
— Ψηλότερος.
— Το μαύρο σημάδι σαλεύει.
— Αυτό είναι. Είναι η μαύρη πηγή του θρήνου.
— Τόσο μικρό ; Σαν μια φούχτα χώμα. Κι' ο θρήνος είναι απέραντος.
— Δεν είναι μια φούχτα χώμα. Μια καρδιά είναι κρυμμένη στο μαύρο σημάδι. Για κύττα! Κάτι σέρνεται στο χώμα σαν φίδι.
— Δεν είναι φίδι. Είναι μαλλιά. Τα μαλλιά σέρνονται στο χώμα.
— Κάτι κτυπάει τη γη. Τ' είν' αυτό που ασπρίζει;
— Είναι χέρια. Δεν βλέπεις; Δυο χέρια γυμνά που κτυπούν το χώμα.
— Δεν ακούς;
— Ακούω. Ο άνεμος βογγάει μέσα στο πένθος του κάμπου.
— Όχι, δεν είν' ο άνεμος. Η φωνή φωνάζει κάποιον να βγη απ' το χώμα : «Έλα! Έλα !. .. » Τον φωνάζει.
— Ναι, ακούω τώρα. Φωνάζει: «Έλα! Έλα.... Τα χέρια κτυπούν το χώμα. Τα μαλλιά σέρνονται χάμω. Η φωνή φωνάζει: «Έλα ! Έλα....»
— Και δεν έρχεται. Γιατί δεν έρχεται!
— Δεν θάρθη ποτέ.
— Και θα φωνάζη ως πότε; Θεέ μου! Τρέμω.
— Θα φωνάζη αιώνια....
— Μια φούχτα χώμα. Κι' ο θρήνος είναι απέραντος.
— Δεν είναι μια φούχτα χώμα. Είναι μια καρδιά... Σφίξε μου το χέρι. Κάνει κρύο.
— Είναι μια καρδιά...
— Τα χέρια σου είναι παγωμένα.
— Κρυώνω. Πώς κρυώνω!
— Τα δόντια σου κτυπούν άγρια. Γιατί κτυπούν έτσι τα δόντια σου; Προχώρησε να φύγουμε. Έλα κοντά μου.
— Έρχομαι. Τα πόδια μου είναι μολύβι.
Προχωρήσαμε μες στο σκοτάδι.
— Σφίξε μου το χέρι. Έλα κοντά μου.
Κρατούσαμε σφικτά ο ένας το χέρι του άλλου, τα νύχια μου είχαν μπη βαθιά στα κρέατα του κ' ένοιωθα τα νύχια του να σχίζουν τη σάρκα μου. Το αίμα έτρεχε θερμό απ' τα χέρια μας.
— Σφίξε μου το χέρι, σου λέω. Τρέμω...
Το αίμα έτρεχε απ' τα χέρια μας. Και προχωρούσαμε στο σκοτάδι. Πηγαίναμ' εμπρός. Μονάχοι, εγώ και ο Άλλος...