Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,πᾶνε τώρα χρόνια,σ᾿ ἕνα τόπο μακρινό,ζοῦσαν μέσ᾿ στὰ χιόνια.
Πάγωναν τὰ λούλουδα,μίσευαν τ᾿ ἀηδόνια,καλοκαίρι ζύγωνεκι ἦταν ὅλο χιόνια!
Μάτια πάντα σκοτεινά,μέτωπα σκυμμένα,κι ἄνθρωποι δὲ βάδιζανμὲ ρυθμὸ κανένα...
Μιὰν ἀγάπη πέρασε,-μετὰ πόσα χρόνια;-καὶ τὰ μάτια δάκρυσανκι ἕλιωσαν τὰ χιόνια...