«Άρχετε Βουκολικαί τω πένθεος «Άρχετε Μοίσαι.» (Μόσχος)
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Πώχεις παλάτια μαγικά 'ςτά ισκιερά τα δάση. 'Στά κορφοβούνια τα ψηλά, 'ςτά βαθειά λαγκάδια, 'Σταίς δαφνοσκέπασταις σπηλιαίς και 'στά βαθειά λαγκάδια, Οπώχεις μάνα μάγισσα, πατέρα σου τον ήλιο, Και ταις νεράιδες αδελφαίς, — ταις νυχτογεννημέναις, Πώχεις ραγιάδες τους βοσκούς, τους ώμορφους ζευγίταις· Έλα, βουνίσια Μούσα μου, που ξένου ανθρώπου μάτι Δεν σ' είδε, δεν σ' ελόγιασε νους ξένος, ξένο αχείλι Δεν φίλησε τ' αχείλι σου, έλα 'ςτόν ακριβό σου, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Πάρε δροσιά απ' τον Όλυμπο και δάκρυ από τον Πίνδο, Δαφνούλ' από τον Παρνασσό, πεύκο απ' τη Γκιώνα πάρε, Λουλούδια απ' τον Ταΰγετο, μυρτιαίς απ' την Πεντέλη, Πάρ' άγιο χώμ' απ' τη Γραβιά κι' από τον Μαραθώνα Κ' έλα να τα σκορπίσουμε 'ςτό νιόσκαφτό της μνήμα· Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. Πες 'ς τους ραγιάδες τους βοσκούς να βγάλουν τα κουδούνια Από τα γιδοπρόβατα, να μη λαλούν φλογέραις· Πες 'ς τα κορίτσια του Δαδιού να μη λαμπροφορέσουν, 'Στά μαύρα πες τους να ντυθούν, και να μη τραγουδήσουν 'Σάν παν 'ςτή βρύσι για νερό, 'ςτήν ποταμιά για πλύμα· Πες να σωπάσουν τα πουλιά και να μη κελαϊδήσουν, Κ' έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη,
Μέσα σε χρόνια δίσεχτα, σε τετρακόσια χρόνια Σκλαβιάς και καταφρόνεσης, ένας λαός ακέρηος Την ωνειρεύθηκε βαθειά — βαθειά με την ψυχή του, Μέσ' 'ςτό κρυφό λημέρι του την ωνειρεύθη ο κλέφτης. Τ' ώμορφο το βασιλόπουλο 'ςτή μάντρα που εκοιμάτο. Ο ζευγολάτης 'ςτ' όργωμα, 'ςτό σάλαγο ο αγωγιάτης, Ο άρχοντας 'ςτό παλάτι του, 'ςτά πέλαγά του ο ναύτης, 'Στά άγια μυστήριά του ο παπάς, μέσ' 'ςτό γλυκό της ύπνο Η ελληνοπούλα η ώμορφη και μέσ' 'ςτά παραμύθια Και 'ςτά τραγούδια πώλεγε ο πατέρας 'ςτά παιδιά του. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Κι' απ' όλα αυτά τα ονείρατα κι' από τους πόθους όλους Εφύτρωσε έναν Αύγουστο, σαν παραδείσου κρίνος, Που εγιόμωσε όλαις ταις καρδιαίς απ' τη μοσχοβολιά του. Την είδε ο ήλιος την αυγή που πρόβαλλε, 'ςτήν πλάση Κ' έσκυψε και την φίλησε κι' απ' το φιλί του εκείνο Έβαψαν τα μαλλάκια της χρυσά, γιομάτα λάμψι. Ο ουρανός της χάρισε για ενθύμησι 'ςτά μάτια Τη γαλανή την όψι του, τ' αηδόνια τη λαλιά τους, Τα κυπαρίσσια, η λιγαριαίς τώμορφο το κορμί τους, Η βρύσες τη δροσούλα τους, οι ανθοί τα ονείρατά τους. Τ' αρνάκια του Μαγιάπριλου την άδολη καρδιά τους, Ο σταυραετός οπώφυγε μια μέρ' από την Πόλι Και μέσ' απ' την Αγιά-Σοφιά της έδωκε την Πίστι, Η χαραυγή το γέλοιο της και τα ψηλά βουνά μας Ασπράδι από τα χιόνια τους κι' από τα κρύα νερά τους. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Η αγάπη ακέρηου του λαού την έτρεφε σαν γάλα, Σαν γάλα, 'σαν σταλαμματιά και 'σαν αχτίδες ήλιου. Νυκτόημερα εμεγάλωνε κ' έπαιρνε νειάτα, μάγια. Όσο που επέρασαν χρονιαίς κ' έφεξε μιαν αυγούλα Που μας την πήρε ο Μόσκοβος 'ς το βασιληά του νύφη. Ο ανθός οπού εγεννήθηκε για να τον τρέφη ο ήλιος 'Σάν έχασε τον ήλιο του δεν έζησε, εμαράθη. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κι' εμείς του Βασιληά την Κόρη.