Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πεζό · 1894

Η Μαγεμμενη Βρυση

Κώστας Κρυστάλλης · Έργα — Ποιήματα και Πεζά, Τόμος Β΄

Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση.

'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα, Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα.

Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι, Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει.

Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα, Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα,

Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει.

Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω. Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω.

Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη, Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι.

Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα.

Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση».

Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα. Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα.

Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση,

Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη, Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη.

ΤΟΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ

Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει Και τ' ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν, Πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες, Κι' ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης. Την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι Που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ' ακρογιάλια. Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρω πεύκος Και πίνει και ρουφάει δροσιά κι' αχολογάει και τρίζει Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια Και μ' αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν, Τα ζάλογγα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι Κ' οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.

Απ' όξω, απ' τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες, Ηλιοκαμμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι, Με τους ζυγούς, με τα βαριά τ' αλέτρια φορτωμένοι Και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους. Τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, τραχηλάτα, «Οώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσινέ, Λαμπίρη»· Κι' αργά τα βόιδια περπατούν και πού και πού μουγγρίζουν. Γυρνούνε από τα έργα τους η λυγερές, γυρνούνε Με τα ζαλίκια αχ' τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ' το πλύμα, Με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω· Και 'ςόποιο δέντρο κι' αν σταθούν, 'ς όποιο κοντρί ακουμπήσουν. Εις το μουρμούρι του κλαριού, εις την θωριά του βράχου Γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν: — «Γεια και χαρά 'ς τον κόσμο μας, 'ς τον ώμορφό μας κόσμο!»

Σαν το ζαρκάδι ο νιος βοσκός ξετρέχει την κοπή του· Σουρίζει, σαλαγάει «όι, όι» και τήνε ροβολάει Από τα πλάγια στο μαντρί, στην στρούγγα για ν' αρμέξη. Από στεφάνι, από γκρεμόν, από ραϊδιό και λόγγο Και του γιδάρη η σαλαγή στριγγιά στριγγιά γροικιέται Τ' ανάποδο κοπάδι του «τσαπ, τσαπ! έι, έι» βαρώντας. Κι' αχολογούν βελάσματα κι' αχολογούν κουδούνια. Από μακρυά, αχ' το βουκουλιό, ακούγεται φλογέρα. Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, Και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει Του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος. Του κάμπου τάγρια τα πουλιά γυρνούν αχ' τες βοσκές τους, Και μ' άμετρους κελαϊδισμούς μέσ' στα δέντρα κουρνιάζουν· Σκαλώνει ο γκιώνης στο κλαρί και κλαίει τον αδερφό του. 'Σ τα ρέπια, στα χαλάσματα, η κουκουβάγια σκούζει· Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλεί η νεροχελώνα Τ' αηδόνι κρύβεται βαθειά στ' αγκαθερά τα βάτα Και την αγάπη τραγουδάει με τον γλυκό σκοπό του Κ' η νυχτερίδα η μάγισσα, με το φτερούγισμά της Το γλήγορο και το τρελλό, σχίζει τα σκότα απάνου Και με τα ολόχαρα παιδιά του ζευγολάτη παίζει.

Καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας, Την απλοϊκή σας τη ζωή, πώχει περίσσιες χάρες. Μα πλιο πολύ τον μαγικό ζηλεύω γυρισμό σας, Όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος.

Ο ΤΡΥΓΟΣ

Όταν ανθίζ' η αγράμπελη κι' απλώνει τα κλαδιά της 'Στό σχοίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια, Στα ρέμματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου, Κι' αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα Γιομόζει από μοσχοβολιά με τον ανασασμό της. Πυκνό πυκνό κι' ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται Μέσ' από βράχους και κρινιά, μέσ' από ερμιές και κήπους, Και τάνθη της βοσκολογά και πέρνει τον αχνό τους, Και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του. Έτσι η κοπέλλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια Κ 'εις κάμπους κ 'εις βουνά σκορπούν, κι' όπ 'είνε αμπέλια [τρέχουν, Με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια Και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζη ο τρύγος.

Αναταράζονται η ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια, Λες κι' από κάθε πέτρα ορθή, λες κι' από κάθε βάτον Οπού στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει. Πράσινη απλώνεται η φυτειά κ' η ράγες μεστωμένες, Μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γυαλίζουν Στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου οπ' ανατέλλει, Σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια. Η βέργες η καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες, Κ' η περογλιές ξαπλώνονται 'ς τα δίπλατα κρεββάτια Και στην πυκνή τους χλωρασιά και 'ς τον βαθύ τους ίσκιο Την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν, Την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι' απλώνει. Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέση ο ήλιος. Πότε να ισκιώσουν τα ριζά να δροσερέψη ο κάμπος.

Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψη, Νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος.

Ο ήλιος 'χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν, Θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι' απάνου βγήκαν τ' άστρα. Διπλά ανασαίν' η αργατιά κι' απαρατάει το έργο, Κ' εκεί που κληματόβεργες κι' από παλιούρια φράχτες Καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν, Και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι. Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι. Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες· Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του. Ως που τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν, Και τότες οι χοροί χαλνούν, σκορπάν οι δουλευτάδες. Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι' αποσταμένοι γέρνουν. Κ' εκεί που σβύνονται η φωτιές έρμες ανάρια ανάρια, Το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει, Ως που να σκάση ο αυγερινός, που θα ξυπνήσουν πάλι, Πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμμένον τρύγο.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

Η Ζερβοπούλα η ώμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα 'Στόν αργαλειό της ύφαινε κι' ανάρια ετραγουδούσε: —Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμμένο 'ς το νυχτέρι, Διασίδι, μ' όντας σ' έγνεθα τον συχνωνειρευόμουν, Διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα, Διασίδι, όντας σ' ετύλιγα 'ς την εκκλησιά τον είδα, Διασίδι, όντας σ' εκόλναγα μώστειλεν αρραβώνα. Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε, ... πέτα χρυσή σαΐτα, 'Τρίξτε καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου, Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου, Γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη.

ΤΟΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

Ένα παλάτι αδιάβατο κλειστό και ρημαγμένο Πανώρηο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.

Δέρν' η θολούρα, η χειμωνιά το έρμο το παλάτι, Κι' ουδέ μιλάει το μάρμαρο, ουδέ κι' ανοίγει μάτι.

Λάμπει ο ήλιος, κελαϊδούν της άνοιξης τ' αηδόνια, Κ' εκείνο μένει ασάλευτο, βουβό από τόσα χρόνια.

Κάποια νεράιδα της ερμιάς και μάγισσα ωργισμένη Το καταράστηκε βαριά και μάρμαρο έχει γένει.

Και το παλάτι ερήμαξε, το σκέπασαν τα δάση Κι' ως τόρα πόδι ανθρωπινό δεν έχει εκεί περάσει.

Μονάχα ο Χρόνος, που περνάει ολημερίς μπροστά του, Έγραψε μέσ' στο μάρμαρο μαζί με τ' όνομά του:

»Χαρά στην νια την ώμορφη που η Μοίρα θα της δείξη Το σιδηρόχορτο να βρη, την πόρτ' αυτή ν' ανοίξη.

Ν' αγκαλιαστή το μάρμαρο, σιμά του ν' αγρυπνήση Σαράντα δυο μερόνυχτα, γλυκά να το ξυπνήση!»

Είνε παλάτι ερημικό κι' απόκλειστο η καρδιά μου, Μαρμαρωμένον βασιλιά βαστάει τον Έρωτά μου.

Χαρά στην νια την ώμορφη, που την καρδιά θ' ανοίξη Και με το κρύο το μάρμαρο τα χείλη της θα σμίξη!

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΡΒΑΝΑΡΟΣ

Ένα πουλάκι λάλησε 'ς της ποταμιάς τα δέντρα, Ένα πουλάκι οπού λαλεί τον Μάη με την αυγούλα Κι' οπού ξυπνάει τους πιστικούς, ξυπνάει τους καρβανάρους, 'Τούς καρβανάρους στ' άλογα, τους πιστικούς στα γίδια.

Εξύπνησ' έναν γέροντα, γέροντα καρβανάρον, Που κόνευε στην ποταμιά παράμερα του δρόμου. Ξεπεδουκλώνει τ' άλογα και πάει να τα ποτίση. Ερρόδιζεν η ανατολή κι' ο αυγερινός τραβιώταν, Πάηνε στα οργώματα ο ζευγάς κι' η κοπελλιά στο πλύμα Και το πουλάκι ολόγλυκον κελαϊδισμό κρατούσε.

Άκουγε ο γέρος το πουλί, τήραε τα κορφοβούνια, Ολογυρνούσε τα δεντρά, κ' έλεγε με τον νου του:

— Καλότυχα, μωρέ δεντρά, που ζάτε χίλια χρόνια, Που ανθίζετε κάθ' άνοιξη και κάθε καλοκαίρι. Γεράματα δεν έχετε και χάρο δεν φοβάστε· Σα μεσημέρια απλώνετε τον ίσκιο τον διαβάτη, 'Σ τον ζευγολάτη, 'ς τον βοσκό, 'ςτού κοπαδιού τον πλήθο. Την νύχτα ολόρθα κι' άγρυπνα, πίνετε και ροφάτε Δροσιάν βουνίσια αχόρταγα, και το ταχύ, όταν φέγγει. Εσείς παλάτια γίνεστε 'ς τον κότσυφα 'ς τ' αηδόνι. Εσάς σας τρέφουν κρύα νερά, τα χιόνια σας πλαταίνουν. Μωρέ βουνά, ψηλά βουνά, ψηλά και δασωμένα, Τώρα που ο Μάης σας γιόμωσε μ' ανθούς, με χλόη, με νιάτα, Γιατί δεν ξανανιώνετε κ' εσείς τον γέρο εμένα, Σάμπως καινούρια γένονται και σάμπως ξανανιώνουν Τούτα τα χαμηλά κλαριά και τα παλιά τα δέντρα, Να γίνω πάλι ως ήμουν νιος, να γίνω παλλικάρι;

Η ΠΟΘΟΠΛΑΝΤΑΓΜΕΝΗ

Κάτω 'ς τον Μαραθόκαμπο, που ολονυχτής θερίζουν, Κάποιος λεβέντης θεριστής ψηλό τραγούδι λέγει Κι' ως το ξημέρωμα ξυπνόν βαστάει όλον τον κάμπο· Βαστάει κ' εμένα ξύπνηγη την ποθοπλανταγμένην Δέκα βραδιές ολόβολες 'ς τα παραθύρια απάνου, Κι' απ' τον ήχο του τραγουδιού κι' απ' την γλυκειά φωνή του Τα νυσταγμένα μάτια μου τον ύπνο δεν τον θέλουν. Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, Να κάτεχα, να γνώριζα! Ήλιε, γλυκέ πατέρα,

Ήλιε, οπού μου χάρισες τόση εμμορφιά 'ς τον κόσμο, Μη τα χαλάς τα νιάτα μου και μη τα φαρμακώνης. Με τες χρυσές αχτίδες σου δείξε μου μιαν ημέρα Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, Να τον γνωρίσω, να τον 'δώ' διάνεμμα να του κάμω Την νύχτα να μη τραγουδάη, 'ς τον κάμπο να μη βγαίνη, Νάρχεται με του φεγγαριού τ' απόσκια 'ς την αυλή μου Να τον χορταίνω φίλημα, να τον χορταίνω αγκάλια